Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Γερμανιώτικο παραμύθι: Ο γέρο Αντρίτς, η γριά γυναίκα του και το βοϊδοτόμαρο.

Καταγραφή του Οδυσσέα Αλεξίου.

Γριά γυναίκα.
Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποιο φτωχό χωριό ένας γέρος που λεγόταν Αντρέας και τον φώναζαν “Αντρίτ”, μαζί με τη γριά γυναίκα του. Αυτοί οι δυο είχαν μοναδική τους περιουσία ένα παλιό βόδι, το οποίο κάποια μέρα ψόφησε από την πείνα. Αμέσως τότε ο Αντρίτς διέδωσε σε όλο το χωριό ότι έσφαξε το βόδι του και ότι πουλούσε το κρέας του. Οι συγχωριανοί του τον πίστεψαν και αγόρασαν όλο το κρέας του βοδιού. Στον Αντρίτ απόμεινε μόνο το κουζίνι (: το τομάρι) του ζώου, που το κρέμασε σε μια βελανιδιά για να στεγνώσει και να το πουλήσει αργότερα, ενώ στη γριά απόμειναν τα έντερα, που τα μετέφερε στο ποτάμι για να τα πλύνει.
Την ώρα που η γριά έπλενε τα άντερα του βοδιού πετάχτηκε πάνω σε μια διπλανή πέτρα ένας βάτραχος και φώναξε δυνατά: «Ουντάϊ, μπάμπω, ξέχασες το βρακί σου στο σπίτι». Αμέσως η γριά παράτησε στο ποτάμι τ’ άντερα κι έτρεξε στο σπίτι της να φορέσει το βρακί της. Όταν αργότερα επέστρεψε στο ποτάμι δεν βρήκε τα άντερα, είδε όμως στον ουρανό έναν αητό που πετούσε να τα κρατάει στο σουρούκι (: ράμφος) του. Τότε η γριά είπε στον αητό: «Αητέ, εμένα τ’ άντερα, τ΄ άντερα εγώ τον Αντρίτς, να μη με δείρ’ Αντρίτς». Και ο αητός απάντησε: «Φέρε μου ένα πουλί να φάω, για να (και θα) στα δώσω».
Φωτογραφία βοδιού.
Αμέσως η γριά πήγε στην κώτσκα (: κλώσσα) και της είπε: «Κώτσκα, εμένα δώσε πουλί, εγώ δώσω πουλί στον αητό, αητός εμένα τ΄ άντερα, τ’ άντερα εγώ τον Αντρίτς». Τότε η κώτσκα απάντησε στη γριά: «φέρε μου μια χούφτα στάρι να σου δώσω πουλί». Και τότε η γριά πήγε στο αλώνι και του είπε: «Αλώνι, δώσε εμένα στάρι, εγώ δώσω στάρι στην κώτσκα, η κώτσκα εμένα δώσει πουλί κ.λ.π., κ.λ.π.». Το αλώνι όμως γύρεψε από τη γριά ως αντάλλαγμα να το σκουπίσει, οπότε η γριά πήγε στον κάμπο και τον παρακάλεσε να της δώσει μια φουκάλη (σκούπα), λέγοντας: «Κάμπε, δώσε εμένα φουκάλη, εγώ σκουπίσω αλώνι κ.λ.π., κ.λ.π.». Ο κάμπος όμως της ζήτησε δροσιά και τότε η γριά γύρεψε τη δροσιά από τον Θεό, επαναλαμβάνοντας πάντα με τη σειρά τις προαναφερόμενες φράσεις. Ο Θεός όμως της ζήτησε θυμίαμα, οπότε η γριά πήγε και το γύρεψε από τον πραματευτή. Εκείνος της ζήτησε φιλί κόρης, και η γριά πήγε στην κόρη και γύρεψε απ’ αυτήν φιλί. Όμως η κόρη της ζήτησε παπούτσια και η γριά πήγε και τα γύρεψε από τον παπουτσή, αλλά ο παπουτσής της ζήτησε κουζίνι!
Αητός πετάει στον ουρανό.
Θυμήθηκε τότε η γριά το βοϊδοτόμαρο που είχε ο γέρος στο σπίτι τους, πήγε γρήγορα εκεί, το άρπαξε και το έδωσε στον παπουτσή, και αυτός της έδωσε τα παπούτσια, που τα πήρε η γριά και τα πήγε στην κόρη, η οποία της έδωσε το φιλί, που το μετέφερε στον πραματευτή και πήρε απ’ αυτόν το θυμίαμα με το οποίο θυμιάτισε τον Θεό, που έριξε δροσιά στον κάμπο. Και τότε ο κάμπος της έδωσε τη φουκάλη με την οποία σκούπισε το αλώνι και πήρε απ’ αυτό το στάρι και το πήγε στην κώτσκα, η οποία της έδωσε το πουλί, που το πήρε και το μετέφερε στον αητό και τότε ο αετός της παρέδωσε τα έντερα.
Μόλις η γριά πήρε στα χέρια της τα έντερα έτρεξε χαρούμενη στο σπίτι της, τα έδωσε στον γέρο άντρα της, του διηγήθηκε την περιπέτειά της κι ευχαριστήθηκαν και οι δύο.
Και από τότε έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Κώτσκα με τα πουλάκια της.