Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

"Το κορίτσι και το σκαφίδι". Παιδιάστικη ιστορία παλαιών Γερμανιωτών.

Στο βάθος το χωριό "Ο Γέρμας"
Σύνθεση Γ.Τ.Α.
Το κορίτσι και το σκαφίδι
Ζούσε κάποτε στο χωριό μας τον Γέρμα μια νεαρή γυναίκα που είχε ένα μικρό κορίτσι 5 – 6 ετών. Το κοριτσάκι αυτό ήταν “τσιόρμανος”, “ακάτσωτο”, πολύ ζωηρό. Απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ τριγυρνούσε στους δρόμους του χωριού, έμπαινε στα ξένα περιβόλια κι έτρωγε τα φρούτα τους. Κάποια ημέρα ανέβηκε σ΄ ένα ψηλό δέντρο που βρισκόταν στον κήπο του σπιτιού του και κινδύνευε να πέσει και να χτυπήσει. Η μητέρα του το παρακαλούσε να κατέβει απ’ το δέντρο, αυτό όμως δεν την άκουγε.
Την ώρα εκείνη πέρασε από κοντά τους μια γριά γειτόνισσα, η οποία βλέποντας το κορίτσι να μη θέλει να κατέβει απ’ το δέντρο, είπε στη μητέρα του, ότι αυτή (: η γριά) μπορούσε εύκολα να το κατεβάσει. Για να το καταφέρει όμως ζήτησε να τη(ς) φέρουν ένα σκαφίδι, λίγο αλεύρι και λίγο νερό. Όταν τα έφεραν, η γριά τοποθέτησε το σκαφίδι αναποδογυρισμένο κάτω από το δέντρο και άρχισε τάχα να ζυμώνει επάνω στη ράχη του.
Σκαφίδι για ζύμωμα ψωμιού.
Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.
Το κοριτσάκι, όταν είδε τη γιαγιά να τοποθετεί ανάποδα το σκαφίδι και να ζυμώνει στην εξωτερική του επιφάνεια, φώναξε απ’ τα κλαδιά του δέντρου όπου βρισκόταν:
 − Δεν το βάζουν έτσι το σκαφίδι, γιαγιά, και δεν ζυμώνουν στη ράχη του.
 − Πώς το βάζουν και πού ζυμώνουν, καλό μ’;. είπε η γιαγιά.
 − Να το γυρίσεις αλλιώς και να ζυμώσεις μέσα του, απάντησε το κορίτσι.
Η γριά έκανε πως δεν κατάλαβε, έβαλε το σκαφίδι να σταθεί στη μια του πλευρά και άρχισε να ζυμώνει επάνω στην άλλη.
Το κορίτσι είδε κι αυτό το λάθος της γριάς και ξαναείπε:
 − Πάλι στραβά το έβαλες γιαγιάκα. Θα κατέβω να σε δείξω πως το βάζουν και που ζυμώνουν…
Και κατέβηκε αμέσως και το γράπωσε η μάνα του και το(υ) έριξε ένα μπερντάκι για να μην ξανακάνει αταξίες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Έως το έτος 1970 (;) δεν υπήρχε δημόσιος φούρνος στον Γέρμα. Μέχρι τότε, κάθε νοικοκυριό του χωριού είχε τον δικό του ατομικό φούρνο, στον οποίον οι γυναίκες του σπιτιού μαζί με τα κορίτσια τους ζύμωναν κι έψηναν μία φορά την εβδομάδα 7 – 8 “πισνίκια” (: ψωμιά).


(Την ιστοριούλα κατέγραψε στον Γέρμα τον Ιούνιο του 2015 ο Γ.Τ.Α.).

Χωριάτικα "πισνίκια" (: ψωμιά).
Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.

Ο Γέρμας, το χωριό με την πλούσια λαογραφία.

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Παροιμιώδεις φράσεις απ' τον Γέρμα Καστοριάς, καταγραφή Χρίστου Γεωργίου.

Ο Γέρμας Καστοριάς. Φωτογρ. 15-6-2015.

1)      Ούντι και ούτι για νάμα (δεν) άφκις, όλου τού ’πχις = ούτε για το ποτήρι της μεταλήψεως άφησες (κρασί), όλου το έπιες. (σελ.329).
2)      Λαλάει σπίτ μας η χουχουβάλα, δεν γκαμ - ή δεν νι καλά = λαλεί στο σπίτι μας η κουκουβάγια, κακός οιωνός (σελ.304).
3)      Λυγγιάειζ, θα σ’αδουκήθκιν καένας (=έχεις λόγυγγα, φαίνεται, θα σε θυμήθηκε κανένας) (σελ.317).
4)      Γκριλώθκις, θα σι κακουλάλτσιν καένας = γκριλώθηκες, δοκίμασες δυσκολία στην κατάποση της τροφής θα σε θυμήθηκε κανένας και θα είπε κακά λόγια εναντίον σου.
5)      Ήταν ιμπαθής, τουν σύμμασιν ου θιος = Είχε χρόνιο νόσημα, τον λυπήθηκε τρόπον τινά και τον πήρε από τον κόσμο αυτόν ο Θεός.
6)      Ίνγκα όρκους στου ντουνιά = γίνηντα όρκος (= κακό θέαμα) στον κόσμο, δηλ. έκαμα ή μου έγινε κάτι κι εξευτελίστηκα.
7)      Δεν είμι ταμαχιάρς, μου είμι παραπουνιάρς = δεν είμαι πλεονέκτης, αλλ’ είμαι παραπονιάρης.
8)      Τα πιδγιά τουν ιαυτό τα τηρούν, τζ γουνήδις που να τς κοιτάξν! (= τα παιδιά για τον εαυτό τους φροντίζουν, τους γονείς που να τους κοιτάξουν, δηλ. δεν ενδιαφέρονται για τους γονείς τους.
9)      Κάθι ένας του Γιάν τ κλαίει (= κάθε ένας το Γιάννη του κλαίει, δηλ. έχει το δικό του βάσανο, πόνο, προσέχει στο δικό του βάσανο).
Ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης
Χρίστος Γεωργίου

10)   Κάτα τουν άνθρουπου κι τα γιμινιά (παροιμία που φανερώνει πως κάθε πράγμα πρέπει να ταιριάζει με τον ποιόν του ανθρώπου).
11)   Θέλ να παρ του νιρό που τ μάννα τ  (: απ’ την πηγή). Λέγεται για έναν που εξετάζει καλά, που θέλει να μάθει επακριβώς την αιτία ενός γεγονότος.
12)   Δεν τουν πέφτου σκύμμα, δεν γίνουμι υπό σ’ αυτόν (= δεν τον προσκυνώ, παρακαλώ, δεν γίνομαι κατώτερος σ’ αυτόν).
13)   Μες μ πίττα πάτσις (= μέσα στην πίττα πάτησες, δηλ. πέτυχες, ειρωνικά).
14)   Δεν αφήν τα δγιό αντάμα. (Λέγεται για έναν, ο οποίος έχει τη συνήθεια να κλεφτεί , ή τρώγει κρυφά φαγώσιμα πράγματα).
15)   Η κουρούνα που παλούκ’, παλούκ’ παλουκών τουν γκώλου τς (= Η κορώνη από παλούκι, παλούκι πληγώνει τον κώλο της. Γνωμικό που λέγεται για έναν , ο οποίος παθαίνει ένα δυστύχημα από τη ζωηρότητα και τις αταξίες του).
16)   Ο μουρός δεν θα βγάλ’ κέρατα… (εννοείται, για να φανεί ότι είναι μωρός, απ’ αυτά που κάμνει θα φανεί).
17)   Χαιρετισμοί Γερμανιωτών:
Καλούς ώρσις, καλούς ήρθις, κάλους κάμς, κάλους κάμτι.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1) Τις παρουσιαζόμενες παροιμιώδεις φράσεις τις κατέγραψε πριν το έτος 1960 ο αείμνηστος Γερμανιώτης φιλόλογος και συγγραφέας Χρίστος Γεωργίου.
 2) Το γλωσσικό ιδίωμα του Γέρμα Καστοριάς ανήκει στα βόρεια ελληνικά ιδιώματα.