Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Το “κολοκύθι - φανάρι” των παιδιών του Γέρμα της παλαιάς εποχής. Η παροιμιώδης φράση “ξύνω κοιλιές και φτιάχνω φανάρια”

a)      Ο τρόπος κατασκευής του θεματικού φαναριού.
Πίν. 1) Ένα "κολοκύθι - φανάρι"
Στον Γέρμα Καστοριάς πριν το έτος 1968 (;) δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και γι’ αυτό οι δρόμοι του χωριού κατά τις νυχτερινές ώρες ήταν σκοτεινοί και οι κάτοικοι κυκλοφορούσαν αναγκαστικά με φανάρια θύελλας (φανούς θυέλλης) (πίν. 10). Την εποχή εκείνη επίσης, δεν υπήρχαν βιομηχανικά παιδικά παιχνίδια (αντικείμενα) κι ένεκα τούτου οι νέοι γονείς έφτιαχναν οι ίδιοι για τα παιδιά τους μερικά αυτοσχέδια παραδοσιακά παιχνίδια. Ένα τέτοιο παιχνίδι, καλοκαιρινό, που το αγαπούσαν πολύ οι μικροί Γερμανιώτες ήταν το κολοκύθι – φανάρι (πίν. 1), που το κατασκεύαζαν ως εξής:
α) Έπαιρναν απ’ το χωράφι τους μία “σουρλωτή” (: μακρουλή) κολοκύθα, μήκους 30 εκ. περίπου (πίν. 2).
β) ‘Εκοβαν προσεχτικά το πίσω τμήμα της, όπου ήταν το κοτσάνι και σχημάτιζαν μ’ αυτό το καπάκι του φαναριού (πίν. 3).
γ) Έκοβαν κι έβγαζαν με ένα μαχαίρι το εσωτερικό περιεχόμενο της κολοκύθας κι έξυναν καλά την κοιλιά της με ένα κουτάλι (πίν. 3).
δ) Άνοιγαν περιμετρικά στα τοιχώματά της 3 - 4 μικρές οπές διαφόρων σχημάτων, που τα έλεγαν παράθυρα. Συνήθως σχημάτιζαν μ’ αυτές ένα υποτυπώδες πρόσωπο αγριάνθρωπου, με ακανόνιστα μάτια, στραβή μύτη και μεγάλο στόμα (πίν. 4).
ε) Άνοιγαν επίσης δύο αντικριστές τρυπίτσες στο άνω τμήμα της κολοκύθας και περνούσαν από μέσα τους ένα χοντρό σχοινί, για να τη βαστούν απ’ αυτό τα μικρά παιδιά (πίν. 5).
ζ) Τέλος, τοποθετούσαν ένα κερί όρθιο στον εσωτερικό πάτο της κολοκύθας, που όταν νύχτωνε το άναβαν τα παιδιά και κατόπιν τριγύριζαν με φωτισμένο το αυτοσχέδιο φαναράκι τους στους δρόμους του χωριού (πίν. 6, 7, 8, 9).
b)      Η παροιμιώδης φράση “ξύνω κοιλιές και φτιάχνω φανάρια”.

Πίν. 2)  Μία μικρή και μακρουλή κολοκύθα
Στα χρόνια εκείνα, πριν το έτος 1968, όταν ένας δουλευταράς Γερμανιώτης έβλεπε κάποιον ενήλικο συγχωριανό του να κατασκευάζει ένα κολοκύθι – φαναράκι και τον ρωτούσε τι κάνει, έπαιρνε την απάντηση “ξύνω κοιλιές (ενν. κολοκύθας) και φτιάχνω φανάρια”. Με το πέρασμα του χρόνου κι επειδή η αναφερόμενη κατασκευή των “κολοκυθοφάναρων” ήταν παιδιάστικη και ασήμαντη, η παραπάνω κυριολεκτική φράση “ξύνω κοιλιές και φτιάχνω φανάρια” έγινε μεταφορική και παροιμιακή και χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα από ανθρώπους που χασομερούν ασχολούμενοι με ανάξια λόγου εργασία.  Π.χ. μαζεύει κάποιος τα πεσμένα φύλλα των δέντρων στον κήπο του κι ερωτάται απ’ το γείτονά του τι κάνει, και τότε αυτός αμέσως απαντάει με χιουμοριστική διάθεση και αυτοσαρκασμό: Δεν βλέπεις; ξύνω κοιλιές και φτιάχνω φανάρια!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Η παροιμιώδης φράση "ξύνω κοιλιές και φτιάχνω φανάρια" χρησιμοποιείται και σε άλλα μέρη της Ελλάδος, π.χ. στη Νέα τρίγλια Χαλκιδικής.

Πίν. 3). Ξυμένο κολοκύθι και το καπάκι του.

Πίν. 4) Τα παράθυρα κολοκυθοφάναρου.

Πίν. 5) Φανάρι με το σχοινί του.

Πίν. 6) Κερί εντός του φαναριού.

Πίν. 7) Φανάρι με το κερί του.


Πίν. 8) Αναμμένο κερί μέσα στο φανάρι.

Πίν. 9) Αναμμένο κολοκυθοφάναρο τη νύχτα.


Πίν. 10) Φανός θυέλλης