Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Παροιμιακές φράσεις απ’ τον Γέρμα Καστοριάς.

                                                                                                                                Καταγραφή Γιώργου Τ. Αλεξίου

Ο Γέρμας. Φωτ. 22 Σεπτεμβρίου 2015.
Άποψη από το καστανόδασος του Τριαντ.. Αλεξίου.
1)    «Καλύτερα να βγει του γιού μου το μάτι, παρά του γαμπρού μου η τσούρα (: το πέος)».
{Παροιμία δηλωτική της ιδιαίτερης αδυναμίας που έχουν οι γονείς στις θυγατέρες τους}.
2)    «Το πλεόνασμα είναι του Διαβόλου».
{Η παροιμία υπονοεί, ότι ο άνθρωπος πρέπει να κατέχει μόνο την ποσότητα των αγαθών που απαιτείται για να ζήσει ευπρεπώς και όχι περισσότερα}.
3)    «Το πρώτο παιδί σβαρνίζει το ποδάρι του».
{Εννοεί, ότι το πρωτότοκο παιδί της οικογένειας χαράζει με τις καλές ή κακές πράξεις του και το ανάλογο παράδειγμά του το φανταστικό μονοπάτι της ζωής, που συνήθως ακολουθούν και τ’ αδέλφια του}.
4)    «Όταν πέφτεις από άλογο, γυρίζει (το άλογο) και σε κοιτάζει, και όταν πέφτεις από γάιδαρο, πάρε τσαπί και φτυάρι (εννοείται για να φτιάξεις τον τάφο σου)».
{Η παροιμία δηλώνει, ότι το πέσιμο ενός ανθρώπου από γάιδαρο είναι πολύ επικίνδυνο επειδή το τρέξιμό του είναι άγαρμπο και βαρύ και όχι όπως του αλόγου ρυθμικό και ανάλαφρο}.
5)             Με δικό σου άνθρωπο να φας, να πιείς, αλλά αλισβερίσι (: δοσοληψίες) να μην έχεις».
6)     « Όποιος σηκώνεται πρωί  βρίσκει ένα χρυσό φλωρί».
{Η παροιμία θέλει να πει, ότι όποιος ξυπνάει νωρίς το πρωί και πηγαίνει με προθυμία και χαρά στην εργασία του βγαίνει κερδισμένος}.
1)      «Το Αν, το Θα και το Να ήταν αδέλφια».
{Η παροιμία θέλει να πει, ότι η υπόθεση, η υπόσχεση και η επιθυμία δεν έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα}.

Θυμόσοφοι Γερμανιώτες περασμένων χρόνων.

Σουρβιά (αρχ. η Όα) με κόκκινα σούρβα
στην τοποθεσία Χάβος (φωτ. 22-9-2015)

Στην πλατεία του Γέρμα περί το έτος 1960.


Ο Γέρμας και αριστερά το βουνό Μουρίκι
 ανταριασμένο.

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Ο χωρικός που έμαθε στο ραβδί του να μαγειρεύει. Λαϊκό παραμύθι απ’ τον Γέρμα Καστοριάς.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποιο χωριό ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων που δεν είχε παιδιά. Ο άντρας ήταν έξυπνος κι εργατικός, ενώ η γυναίκα του ήταν χαζούλα, παχουλή και τεμπέλα. Ο άντρας δούλευε όλη μέρα στα χωράφια και το βράδυ γύριζε κουρασμένος και νηστικός στο σπίτι του, όπου όμως δεν εύρισκε μαγειρεμένο φαγητό, επειδή η γυναίκα του χασομερούσε και δεν μαγείρευε. Αυτό συνέβαινε σχεδόν καθημερινά, με αποτέλεσμα ο εν λόγω χωρικός να εξοργίζεται συνεχώς, να χάσει κάποιο βράδυ την υπομονή του και να σκεφτεί και να κάνει την επόμενη μέρα τα παρακάτω.
Μόλις σηκώθηκε το πρωί απ’ το κρεβάτι του, πήρε τη φουκάλη τού σπιτιού (φουκάλη = η φροκάλη, η ψάθινη σκούπα, το σάρωθρο στο γερμανιώτικο γλωσσικό ιδίωμα), την τοποθέτησε όρθια πίσω από την πόρτα και απευθυνόμενος σ’ αυτήν (στη φουκάλη!) φώναξε δυνατά για ν΄ ακούσει καλά τα λόγια η γυναίκα του:
− Άκουσε φουκάλη μας, σήμερα θα μαγειρέψεις εσύ για το αφεντικό σου. Όταν γυρίσω το βράδυ στο σπίτι θέλω να βρω και να φάω μαγειρεμένο φαγητό και όχι όπως συνήθως ψωμοτύρι και αβγά. Εάν δεν βρω φαγητό θα σε χτυπήσω αλύπητα στον χοντρό πισινό τής κυράς. Τα είπε κι έφυγε.
Φυσικά, το βράδυ που γύρισε δεν βρήκε έτοιμο φαγητό και γι’ αυτό άρπαξε θυμωμένος τη σκούπα και άρχισε να τη χτυπάει πολλές φορές δυνατά στον παχουλό πισινό τής γυναίκας του. Κατόπιν έπεσε και κοιμήθηκε.
Το χωριό "ο Γέρμας" Καστοριάς.
Το επόμενο πρωί έδωσε την ίδια εντολή στη σκούπα του και βέβαια το βράδυ που γύρισε δεν βρήκε μαγειρεμένο φαγητό. Τότε ρώτησε τη γυναίκα του:
− Γιατί, γυναίκα, δεν μαγείρεψε σήμερα η σκούπα μας, αν κι έφαγε χθες πολύ ξύλο;
Και η γυναίκα του απάντησε:
− Διότι, άντρα μου, όταν τη χτυπούσες στον πισινό μου αυτή δεν πονούσε, επειδή τα κλαράκια και τα φυλλαράκια της είναι μαλακά.
− Α! γι’ αυτό δεν μαγείρεψε; είπε ο χωρικός κι έπεσε για ύπνο.
Το πρωί της άλλης ημέρας ο χωρικός πήρε στα χέρια του αυτή τη φορά τη φούρκα του (φούρκα = ένα ραβδί από σκληρό ξύλο κρανιάς με διχάλα στην κορυφή του, η φορτωτήρα των υποζυγίων), την τοποθέτησε όρθια πίσω απ’ την πόρτα και είπε μεγαλόφωνα:
− Σήμερα φούρκα μου θα μαγειρέψεις εσύ για το σπίτι μας. Εάν δεν ετοιμάσεις φαγητό ως το βράδυ που θα επιστρέψω απ’ τα κτήματα θα σε δείρω πολύ άγρια στο χοντρό πισινό της κυράς. Έτσι είπε κι έφυγε.
Το βράδυ όταν γύρισε στο σπίτι του δεν βρήκε έτοιμο φαγητό και γι’ αυτό άρπαξε αμέσως τη φούρκα του και άρχισε να τη “δέρνει” (τη φούρκα) γερά στους γλουτούς της γυναίκας του, μέχρι που τους μαύρισε. Κατόπιν πήγε να κοιμηθεί.
Φούρκα (ραβδί) κρανιάς.
Το επόμενο πρωί μίλησε πάλι στη φούρκα και την πρόσταξε να μαγειρέψει φαγητό ως το βράδυ για να μην ξαναχτυπηθεί αλύπητα. Και βγήκε από την πόρτα του σπιτιού.
Η γυναίκα του χωρικού, μόλις αυτός βγήκε από το σπίτι, πετάχτηκε από το κρεβάτι της και ταχύτατα ετοίμασε ένα υπέροχο φαγητό, που το πρόσφερε το βράδυ στον σύζυγό της λέγοντας:
− Αγαπημένε μου άντρα, σήμερα η σκούπα μας μαγείρεψε  αυτό το νόστιμο φαγητό, όπως εσύ όρισες, με είπε δε, ότι από τώρα και στο εξής αυτή θα μαγειρεύει κάθε μέρα φαγητό για την αφεντιά σου.
Και πράγματι, από τότε  πάντα η “σκούπα” μαγείρευε.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1) Οι Γερμανιώτες παλαιότερα, πριν τη δεκαετία του 1970, όταν θέλανε να επιπλήξουν τη σύζυγό τους για κάποια αστοχία της, λέγανε την ακόλουθη παροιμιακή φράση, που είναι παρμένη απ’ το παρατιθέμενο παραμύθι: ”Γυναίκα, πρόσεξε, θα βάλω τη φούρκα μου να μαγειρέψει!”

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2). Το παρουσιαζόμενο παραμύθι το έλεγε η μακαρίτισσα Μαρία Παπαδημητρίου - Αλεξίου (+ 1942). Το έμαθε και το κατέγραψε ο Γ.Τ.Α. την 18η Σεπτεμβρίου 2015 στον Γέρμα.

Ο Τριαντάφυλλος / Ντάφας Αλεξίου (1840-1918) 
και η σύζυγός του Μαρία Παπαδημητρίου - Αλεξίου
 (1860 - 1942), που έλεγε το παρόν παραμύθι.

Φουκάλη ψάθινη

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Λαϊκό ιστόρημα από τον Γέρμα Καστοριάς: – “Δώσε με Θεέ μου”. – “Ταράξου να σε δώσω”.

Πεσμένα πλατανόφυλλα στην πλατεία του Γέρμα.
Στα παλιά τα χρόνια ζούσε σε κάποιο χωριό ένας πολύ τεμπέλης άνθρωπος, ο οποίος όλη μέρα καθόταν μισοκοιμισμένος και νηστικός στο καφενείο της πλατείας και ζητούσε διαρκώς από τον Θεό να τον δώσει ψωμί, και φυσικά ψωμί δεν έπαιρνε.
Αυτό το ανόητο αίτημα του τεμπέλη το πληροφορήθηκε ένας χωρατατζής γείτονάς του και αμέσως τον “συμβούλεψε” να ζητήσει την τροφή απ’ τον Θεό  κατά τα μεσάνυχτα των Θεοφανίων, όταν ανοίγουν οι Ουρανοί. Ο τεμπέλης άκουσε με χαρά αυτήν τη “συμβουλή” του συγχωριανού του, πείστηκε απ’ τα “σοφά” λόγια του και όταν ήρθαν τα μεσάνυχτα της λαμπρής ημέρας των Φώτων και άνοιξαν τα ουράνια, σήκωσε ψηλά τα χέρια του και φώναξε:
– “Θεέ μ’, δώσε με ψωμί”.
Και τότε άκουσε τη βροντερή φωνή του Θεού να τον λέει:
– “Ταράξ’ (: κουνήσου, δούλεψε), να σε δώσω”!
Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, όμως ακόμη και σήμερα οι φιλόπονοι κάτοικοι του Γέρμα, όταν δουν κάποιον οκνηρό συγχωριανό τους να πένεται και να ζητάει δανεικά και αγύριστα τον μέμφονται με την παροιμιακή φράση: «Δώσι μι Θεέ μ’. – Ταράξ’ να σι δώσου».



ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Το παρουσιαζόμενο ιστόρημα το κατέγραψε στον Γέρμα ο δάσκαλος Γ.Τ.Α. τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015.

"Τα θεοφάνια που ανοίγουν οι Ουρανοί"
Εικόνα σε ναό του Γέρμα, 18ος αιών.


Άποψη του Γέρμα Καστοριάς
Το χέρι του Θεού ευλογεί πολυκατοικία της Καστοριάς.
Ελαιογραφία του Γιώργου Τ. Αλεξίου.

Φώτα έτ. 2008 στον Γέρμα.
Η ρίψη του Τιμίου Σταυρού στο ποτάμι του χωριού.




Η φωτογραφία ελήφθη απ' το Διαδίκτυο.

Η φωτογραφία ελήφθη απ' το Διαδίκτυο.