Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Λαϊκό παραμύθι απ’ τον Γέρμα Καστοριάς: «Μπούντα τρως, Μπούντα φωνάζεις;».

Ο σκύλος (σαν τον) "Μπούντα"
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα φτωχικό σπίτι κάποιου μικρού χωριού ένας γέρος μαζί με τη γριά γυναίκα του και με το σκύλο τους που τον έλεγαν "Μπούντα"(!). Ο γέρος ήταν "φαγούρας", γκρινιάρης και δύστροπος άνθρωπος, και γι’ αυτό μάλωνε αναίτια κι απόπαιρνε συνεχώς την καλοκάγαθη γυναίκα του.
Κάποια μέρα η γριά δεν άντεξε τη γκρίνια και την άσχημη συμπεριφορά του συζύγου της, τον παράτησε κι έφυγε στα βουνά. Όταν έφτασε εκεί περιπλανήθηκε αρκετές ώρες μέσα στο δάσος, μέχρι που συνάντησε ένα αγροτόσπιτο που είχε δίπλα του ένα μαντρί. Στ’ αγροτόσπιτο αυτό κατοικούσαν δύο ανύπαντρα αδέλφια που ήταν βοσκοί και που απουσίαζαν εκείνη την ώρα με τα κοπάδια τους στα βοσκοτόπια της περιοχής.
 Γερμανιώτης βοσκός με το κοπάδι του.
Η γριά μπήκε μέσα σ’ αυτό το σπίτι, το βρήκε έρημο και ασυγύριστο, το σκούπισε, το νοικοκύρεψε και κατόπιν μαγείρεψε κι έστρωσε το τραπέζι. Αμέσως μετά βγήκε και κρύφτηκε στο κοντινό δάσος.
Το βράδυ που γύρισαν τα δυο αδέλφια με τα αιγοπρόβατά τους απ’ τη βοσκή βρήκαν το σπίτι τους πεντακάθαρο και το τραπέζι τους στρωμένο κι αμέσως κατάλαβαν ότι κάποια γυναίκα το είχε συγυρίσει. Τη γυναίκα αυτή την αναζήτησαν, αλλά δεν την βρήκαν και τότε είπαν μεταξύ τους: "Πρέπει να βρούμε τη γυναίκα που συγύρισε το σπίτι μας και αν είναι νεαρή θα την παντρευτεί ο ένας από εμάς, εάν όμως είναι γριά θα την κρατήσουμε εδώ και θα την έχουμε σαν μάνα μας".
Το αγροτόσπιτο του Κ. Τσιαχτσίρα στον Γέρμα.
Το επόμενο πρωί οι δυο βοσκοί έφυγαν πάλι απ’ το σπίτι τους και πήγαν με τα πρόβατά τους στα βοσκοτόπια του βουνού. Το βράδυ που γύρισαν βρήκαν ξανά το κονάκι τους σκουπισμένο και το φαγητό τους έτοιμο, δεν βρήκαν όμως τη νοικοκυρά που είχε σκουπίσει και μαγειρέψει και γι’ αυτό ξαναείπαν τα ίδια λόγια: "Πρέπει να βρούμε τη γυναίκα που συγύρισε το σπίτι μας και αν είναι νεαρή θα την παντρευτεί ο ένας από εμάς, εάν όμως είναι γριά θα την κρατήσουμε εδώ και θα την έχουμε σαν μάνα μας".
Αυτό έγινε αρκετές φορές, μέχρι που τα δυο αδέλφια παραφύλαξαν μέσα στο σπίτι, είδαν κι έπιασαν τη γυναίκα που το σκούπιζε κι επειδή ήταν γεροντικής ηλικίας την κράτησαν κοντά τους και την είχαν σαν μάνα τους.
Ο Γέρμας, το χωριό με την πλούσια λαογραφία.
Πέρασε αρκετός καιρός και ο γέρος πεθύμησε την παρουσία και τις πολύτιμες υπηρεσίες της γυναίκας του στο σπίτι και γι’ αυτό την αναζήτησε στο βουνό, τη βρήκε και την παρακάλεσε να γυρίσει κοντά του και να φάει το κρέας που είχε μαγειρέψει. Και αυτό έγινε. Επέστρεψαν μαζί στο σπίτι τους κι έφαγαν το μαγειρεμένο κρέας, που ήταν όμως πολύ σκληρό και πολύ άνοστο.
Αμέσως μετά το φαγητό η γριά γυναίκα μάζεψε τ’ αποφάγια, βγήκε στην αυλή του σπιτιού για να τα ρίξει στον αγαπημένο της σκύλο, και φώναξε:   "Μπούντα, να, Μπούντα… που είσαι Μπούντα; έλα να φας τα κόκκαλα".
Ο σκύλος όμως δεν εμφανίστηκε, ενώ ο γέρος μουρμούρισε τη φράση: "Μπούντα τρως, Μπούντα φωνάζεις;".
Τα πρόβατα του Γερμανιώτη Γιώργου Δόβα.
Η γριά άκουσε τα λόγια του άντρα της, αλλά δεν κατάλαβε τη σημασία τους και γι’ αυτό ξαναφώναξε το σκύλο να φάει τα κόκκαλα, εκείνος όμως πάλι δεν φάνηκε.
Τότε μίλησε ξανά ο γκρινιάρης γέρος και είπε πάλι, "Μπούντα τρως, Μπούντα φωνάζεις;".
Όταν η γριά άκουσε για δεύτερη φορά τα ίδια αινιγματικά λόγια του συζύγου της εννόησε τι είχε συμβεί, κατάλαβε δηλαδή ότι αυτός ο αθεόφοβος είχε σφάξει και μαγειρέψει τον αγαπημένο της σκύλο "Μπούντα", και αμέσως τότε η ταλαιπωρημένη γερόντισσα κατέφυγε στο βουνό, κοντά στους δυο βοσκούς κι έζησε εκεί αυτή καλά κι εμείς εδώ καλύτερα. (Γ.Τ.Α.).

Του σκύλου η ουρά
(ποίημα Ζαχαρία Παπαντωνίου)

Έχω ακούσει χίλια λόγια
Χαρωπά, λυπητερά,
μα ποτέ καμιά φορά
δε μιλήσανε τα λόγια
σαν του σκύλου την ουρά.
Ανταμώθηκαν άνθρωποι
Κι έχουν κλάψει από χαρά
Μα κανείς καμιά φορά
«Καλωσόρισες» δεν είπε
Σαν του σκύλου την ουρά.
Και σε φίλους και σε ξένους
Έχω δώσει τη χαρά.
Με ξεχάσαν μια φορά…
Μα πιστός μου μένει ο σκύλος
Και σαλεύει την ουρά.

Πίνακας ζωγραφικής του Γερμανιώτη
λαϊκού ζωγράφου Τρύφωνα Δούκα.


Το αγροτόσπιτο (μπουτζιουκλίκ')
του Κωστάκη Κυρατζή στον Γέρμα.

Γερόντισσες του Γέρμα 





Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Δάσκαλοι στο Δημοτικό σχολείο του Γέρμα, κατά τις δεκαετίες 1920 - 1940.

Δάσκαλοι και μαθητές του δημοτικού σχολείου Γέρμα
περί το έτος 1925.
Στον Γέρμα Καστοριάς λειτουργούσε, κατά τις δεκαετίες 1920 - 1940, 6/τάξιο Δημοτικό Σχολείο, στο οποίο δίδασκαν δύο δάσκαλοι και μία δασκάλα. Δάσκαλοι ήταν, ο Στεργιανός Αγγελής και ο Γεώργιος Κ. Παπαϊωάννου, ενώ δασκάλα ήταν η Κατερίνα Πέλκα. Όλοι οι δάσκαλοι ήταν μόνιμοι κάτοικοι του χωριού μας και κατοικούσαν σ’ αυτό μαζί με τις οικογένειές τους.
Μετά το 1940, δηλαδή στην περίοδο της Κατοχής, οι αναφερόμενοι δάσκαλοι έπαψαν να διδάσκουν, διότι ο Στεργιανός και η Κατερίνα συνταξιοδοτήθηκαν, ενώ ο Γιώργος Παπαϊωάννου έφυγε μαζί με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Το σχολείο λειτουργούσε τότε με δύο άλλους δασκάλους, ο ένας ήταν ο Λάζαρος Χατζηζήσης, συγχωριανός μας, ο οποίος προπολεμικά δίδασκε κάπου έξω απ’ το χωριό μας (στην Κλεισούρα;), ενώ ο άλλος ήταν από τη Νότιο Ελλάδα, πολύ ευγενικός και συμπαθητικός άνθρωπος, που δεν θυμάμαι πως λεγόταν.
Ο δάσκαλος Στεριανός Αγγελής (+1964)
Αργότερα, όταν στο χωριό μας εγκαταστάθηκε ένα αντάρτικο τμήμα, το σχολείο έγινε "ξενοδοχείο" για τους άντρες του κι έπαψε να λειτουργεί, το ίδιο και κατά τη διάρκεια του Ανταρτοπολέμου (1946-49).
Οι Γερμανιώτες δάσκαλοι είχαν ελάχιστη περιουσία, αλλά ο μισθός τους ήταν για εκείνα τα χρόνια επαρκής και τους επέτρεπε, όχι μόνο να εξασφαλίσουν μια άνετη ζωή για την οικογένειά τους, αλλά και μπορούσαν να σπουδάσουν τα παιδιά τους.
Γενικά, οι δάσκαλοι είχαν τον σεβασμό όλων των χωριανών μας, συμπεριφέρονταν ευγενικά και δεν είχαν άσχημα ελαττώματα, όπως τα ποτά, τα τσιγάρα και τα χαρτιά.
Σωκράτης Λιάντζης (+ 2006).

Στον δάσκαλο (ποίημα Κωστή Παλαμά)

Σµίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ότι σ' απόµεινε ακόµη στη ζωή σου,
Μην τ' αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτισ' το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναµη µεσ' το κορµί σου µένει,
Μην κουρασθείς. Είν' η ψυχή σου ατσαλωµένη.
Θέµελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεµος να µη µπορεί να τα γκρεµίσει.

Σκάψε βαθειά. Τι κι' αν πολλοί σ’ έχουνε λησµονήσει;
Θα θυµηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,
Υποµονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι ...

Ο δάσκαλος Γεώργιος  Κ. Παπαϊωάννου (+)

Η αείμνηστη δασκάλα
Κατερίνα Πέλκα (+)


Ο Γέρμας, το δασκαλοχώρι της Καστοριάς.


Εθνική εορτή στο σχολείο του Γέρμα, έτ. 1958.

Ο αείμνηστος δάσκαλος  Αθ. Δούφλιας.
Το σκότωσαν άδικα οι αντάρτες το έτ. 1944.


Ο δάσκαλος Αγγελής Στ. Αγγελής ομιλών
στην πλατεία του Γέρμα περί το έτος 1955.

Ο δάσκαλος Στεριανός Αγγελής με συγχωριανούς του
στην Άϊ-Τριάδα περί το έτος 1960.

Ο δάσκαλος Γιώργος Κ. Παπαϊωάννου (στο κέντρο)
με οικείους και συγγενείς του.

Ο δάσκαλος Γιώργος Κ. Παπαϊωάννου
με συγγενείς και φίλους στην Παναγιά  Κερασόβου.

Γυμναστικές επιδείξεις του Σχολείου Γέρμα
στην τοποθεσία Καρυδιές, περί το έτος 1962.

Το τελευταίο  διδακτήριο του Δημ. Σχολείου Γέρμα,
κλειστό σήμερα.



Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

"Μαργαρτάρια" και "μπιλιντζίκια" από "μπιμπίτσκες" (: Περιδέραια και βραχιόλια από σαλιγκαράκια)

Ο Γέρμας μέσα σε περιδέραιο από σαλιγκαράκια.
Σύνθεση Γ. Τ .Α.
Στον Γέρμα Καστοριάς την παλιά εποχή κι έως το έτος 1965 περίπου, όλοι οι κάτοικοί του, μικροί και μεγάλοι, ασχολούνταν αποκλειστικά με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ειδικότερα τα μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια ηλικίας 6-12 ετών, έβγαιναν καθημερινώς, από την Άνοιξη κι έως το Φθινόπωρο, στην ύπαιθρο του χωριού και βοσκούσαν τα λιγοστά αρνιά και κατσίκια τους.
Ευρισκόμενα εκεί τ’ αναφερόμενα παιδιά συναντιούνταν συχνά μεταξύ τους, σχημάτιζαν συντροφιές 4 - 5 ατόμων, έπαιζαν, τραγουδούσαν και χόρευαν και ξεγελούσαν έτσι την πείνα και τα πρόωρα βάσανά τους (: κατατρεγμοί, ορφάνιες κ.λ.π.).
Ταυτόχρονα, μερικά απ’ αυτά τα παιδιά, απ' τ' αγόρια που "έπιανε το χέρι τους", κατασκεύαζαν "σιουφλέκια", "χπάρια", "στρίτσκες", "σουρίχτες" από κλαδιά καρυδιάς και “κλουτσόβεργες” από ξύλο κρανιάς, ενώ τα κορίτσια έπλεκαν μάλλινες φανέλες και τσιαράπια και μάζευαν "μπιμπίτσκες" (roumina dekollata) που αφθονούσαν στα βοσκοτόπια και στις άκρες των αγρών. Με τις μπιμπίτσκες αυτές έφτιαχναν πανέμορφα κι ελκυστικά "μαργαρτάρια" (= περιδέραια - κολιέ) που τα κρεμούσαν φιλάρεσκα στον λαιμό τους, καθώς και μπιλιντζίκια (= βραχιόλια) που τα φορούσαν με χάρη στο χέρι τους. Φωτογραφίες τέτοιων περιδέραιων και βραχιολιών παρουσιάζονται εδώ.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ (Ποίημα Γ. Ζαλοκώστα)

Μια βοσκοπούλα αγάπησα

Μια βοσκοπούλα αγάπησα,
μιά ζηλεμένη κόρη
και την αγάπησα πολύ
ήμουν αλάλητο πουλί,
δέκα χρονών αγόρι.

Μια μέρα που καθόμαστε
στα χόρτα τ’ ανθισμένα,
Μάρω, ένα λόγο θα σου πώ,
Μάρω, της είπα, σε αγαπώ,
τρελαίνομαι γιά σένα.

Από τη μέση με άρπαξε,
με φίλησε στο στόμα
και μού’ πε: Γιά αναστεναγμούς,
γιά της αγάπης τους καημούς
είσαι μικρός ακόμα.

Μεγάλωσα και την ζητώ...
άλλον ζητά η καρδιά της
και με ξεχνάει τ’ ορφανό...
Εγώ όμως δεν το λησμονώ
ποτέ το φίλημά της.

Περιδέραιο από σαλιγκαράκια
των κοριτσιών του Γέρμα της παλαιάς εποχής.

Κολιέ μαργαριταριών

Όμορφη γυναίκα με ωραίο κολιέ.

Δυο μπιμπίτσκες κι ένα κοινό σαλιγκάρι

Σαλιγκαράκια μπιμπίτσκες στον Γέρμα.

Βραχιόλι από μπιμπίτσκες των κοριτσιών
 του Γέρμα της προπολεμικής εποχής.

Ωραίο βραχιόλι μαργαριταριών.
Η φωτογραφία ελήφθη απ' το Διαδίκτυο.

Τα παιδιά του Γέρμα βοσκούσαν
τα κατσικάκια τους
στην ύπαιθρο του χωριού.


Ο Χριστός βόσκει τα αρνάκια του.

Όλοι οι Γερμανιώτες ζούσαν πριν τη δεκαετία του 1970
στις μαγευτικές εξοχές του χωριού τους.

Η περιοχή κοκκινονέρι του Γέρμα
και στο βάθος ο οικισμός του.