Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Λαϊκό ιστόρημα παλαιών κατοίκων του Γέρμα Καστοριάς. “Γιατί ο Χάρος είναι κουφός”.

Ο κουφός και σκληρός Χάρος.
Η εικόνα ελήφθη απ' το διακδίκτυο.
Ο Θεός έστειλε κάποτε το Χάρο να πάρει την ψυχή ενός άνδρα που ήταν βαριά άρρωστος. Πράγματι, ο Χάρος πήγε στο σπίτι του άρρωστου, είδε τη νεαρή γυναίκα και τα μικρά παιδιά του να κλαίνε και να οδύρονται, άκουσε τους λυπητερούς θρήνους τους, συγκλονίστηκε απ’ τα σπαρακτικά μοιρολόγια τους και γι’ αυτό δεν του πήρε την ψυχή και τον άφησε να ζήσει. Αμέσως μετά επέστρεψε στο Θεό “με άδεια χέρια” και δικαιολογήθηκε λέγοντας, πως δεν αφαίρεσε την ψυχή του άρρωστου άνδρα, επειδή συγκινήθηκε πολύ από τα γοερά κλάματα της νεαρής γυναίκας και των μικρών παιδιών του.
Όταν ο Θεός άκουσε αυτήν την παράλογη δικαιολογία του Χάρου οργίστηκε πολύ τον χτύπησε με την παλάμη Του στα δυο αυτιά και τον κούφανε εντελώς. Από τότε ο Χάρος παίρνει χωρίς δισταγμό τις ψυχές των ανθρώπων, επειδή είναι τελείως κουφός και δεν ακούει τους γοερούς θρήνους και τα παρακάλια των συγγενών τους.

Δημοτικό τραγούδι – μοιρολόγι παλαιών Γερμανιωτών
(Απόσπασμα απ’ το ακριτικό έπος του Διγενή Ακρίτα, τοπική παραλλαγή).
Βασίλη μ’ πόθαν έρχεσαι, και πόθαν κατεβαίνεις;
Από τα πρόβατα μ’ έρχομαι, στο σπίτι μου πηγαίνω,
θα πάω να πάρω το ψωμί μ’ και πίσω να γυρίσω,
άφ(η)σα τα πρόβατα μ’ άρμεχτα και τις τσαντήλες άδειες.
-          Βασίλη, μ’ έστειλε ο Θεός να πάρω την ψυχή σου.
-          Άφ(η)σε με Χάρε, άφ(η)σε με κι ετούτον το χειμώνα,
έχω παιδάκια ανήλικα, γυναίκα κατανέα.
-          Βασίλη, μ’ έστειλε ο Θεός να πάρω την ψυχή σου.
-          Άι να παλέψουμε, Χάρε μου, σε μαρμαρένιο αλώνι,
κι αν με νικήσεις, Χάρε μου, να πάρεις την ψυχή μου,
κι αν σε νικήσω, Χάρε μου, θα πάρω το σπαθί σου.
Απ’ τα μαλλιά τον άρπαξε και χαμηλά τον βάζει.

Ο Γέρμας Καστοριάς.

Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας
παλεύει με το Χάρο.

Έργο του Δ. Σκουρτέλη.



Η εικόνα ελήφθη απ' το διαδίκτυο.


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Λαϊκό ιστόρημα παλαιών κατοίκων του Γέρμα Καστοριάς: “Γιατί οι άνθρωποι έχουν τριχοφυΐα στις μασχάλες τους…”

Ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο.
Τοιχογραφία στο ναό Αγίου Νικολάου, Καρίβη,
Καστοριάς (19ος αιών;).
Ο Αδάμ και η Εύα, τον καιρό που ζούσαν στον Κήπο της Εδέμ, είχαν έντονη τριχοφυΐα σε όλο τους το σώμα και γι’ αυτό κυκλοφορούσαν ανάμεσα στα παραδείσια φυτά και ζώα ξένοιαστοι και χωρίς το αίσθημα της ντροπής. Όταν όμως παράκουσαν την εντολή του Θεού κι έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό του “Δένδρου της Γνώσεως”, άρχισε να μειώνεται τάχιστα η τριχοφυΐα τους και να επέρχεται η ανάλογη απογύμνωσή τους. Μόλις οι Πρωτόπλαστοι το αντιλήφθηκαν αυτό ένιωσαν μεγάλο φόβο και υπερβολική ντροπή κι αμέσως έσφιξαν τους αγκώνες επάνω στο σώμα τους και σκέπασαν με τις παλάμες των χεριών την κεφαλή τους, κι έσμιξαν τους μηρούς κι επικάλυψαν μ’ αυτούς τ’ απόκρυφα σημεία του σώματός τους, για να τα αποκρύψουν από τα αγαθά μάτια του Αγγέλου που τους έδιωχνε από το Παράδεισο.
    Από τότε, όλοι οι άνθρωποι έχουν τριχοφυΐα μόνο στην κεφαλή, στις μασχάλες των χεριών και στην ηβική περιοχή του σώματός τους, δηλαδή στα σημεία που είχαν καλύψει οι Προπάτορές τους όταν απομακρύνονταν αναγκαστικά απ’ τον επίγειο Παράδεισο.

Ο Γέρμας Καστοριάς

Ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο
αμέσως μετά την παρακοή τους.
Τοιχογραφία στον Άγιο Νικόλαο του Καρίβη.

Άγγελος Κυρίου εκδιώκει τους Πρωτόπλαστους
από τον Παράδεισο.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Ο “Ασπροχάρος” και ο “Μαυροχάρος” (!). // Γερμανιώτικο αστειολόγημα.

Ο Ασπροχάρος
(Όλες οι εδώ εικόνες ελήφθησαν απ' το διαδίκτυο)
Στον Γέρμα Καστοριάς παλαιότερα, οι κακεντρεχείς και φαρμακόγλωσσες γριές, όταν έβλεπαν μια νεαρή χήρα να φορεί ανοιχτόχρωμα ενδύματα και να είναι εύθυμη και ανέμελη, κουνούσαν με νόημα το κεφάλι τους κι έλεγαν την παρακάτω επικριτική παροιμιακή φράση:
«Τώρα είναι Ασπροχάρος, (ενώ) παλιά ήταν Μαυροχάρος»(!)…

Ο Μαυροχάρος









Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Οι αγέλες βοδιών στον Γέρμα του παλιού καιρού

Τρία βόδια αλωνίζουν σιτηρά.
Κείμενο Γιώργου Τ. Αλεξίου
Την παλαιά εποχή κι έως τη δεκαετία του 1960, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του Γέρμα Καστοριάς ήταν αγρότες και κατείχαν κι εκτρέφανε πολλά και διάφορα παραγωγικά ζώα. Στα ζώα αυτά περιλαμβάνονταν και αρκετά «γελάδια», δηλαδή βόδια, αγελάδες και μοσχάρια. Τα βόδια τα είχαν για το όργωμα των χωραφιών και το αλώνισμα των σιτηρών τους, ενώ τις αγελάδες για την παραγωγή λίγου γάλατος και την απόκτηση μοσχαριών.
Οι προαναφερόμενοι αγρότες του Γέρμα έβγαζαν τα γελάδια τους, από την Άνοιξη κι έως το Φθινόπωρο, στα βουνά του χωριού για να βοσκήσουν, ενώ κατά το χειμώνα τα κρατούσαν μέσα στους στάβλους και τα τάιζαν άχυρο, αποξηραμένο χόρτο λιβαδιού και λίγο καλαμπόκι.
Η αγελάδα της Γερμανιώτισσας
κ. Καλλιρρόης Λιώτσιου.
Ο κάθε νοικοκύρης έβγαζε τα γελάδια του στα βουνά με δύο τρόπους. Είτε τα ανέβαζε ο ίδιος εκεί και τα βοσκούσε  με τη βοήθεια των παιδιών του, ή τα έσμιγε με τα γελάδια των λοιπών συγχωριανών του και κατόπιν τα παράδιδε στους γελαδάρηδες, που τα οδηγούσαν όλα μαζί στους ορεινούς βοσκότοπους της περιοχής. Στη δεύτερη περίπτωση γίνονταν τα εξής: Οι κάτοικοι συγκέντρωναν πρωί-πρωί όλα τα βόδια του χωριού, περίπου 80 – 100 κεφάλια, σε έναν ανοιχτό χώρο εντός του οικισμού Γέρμα ή πλησίον του και σχημάτιζαν τη λεγόμενη «χωριανκή αέλ’» (= αγέλη των βοδιών του χωριού). Εκεί τα παραλάμβαναν οι δύο γελαδάρηδες του Γέρμα και τα οδηγούσαν για ολοήμερη βοσκή στα βουνά, Μουρίκι, Τσιούκα, Τσέρο κ. ά. Τελευταίοι γελαδάρηδες στη «χωριανκή αέλ’» ήταν, απ’ το 1920 κι έως το 1940 περίπου, ο Γερμανιώτης Θωμάς Κουτσοδήμος (Σιώμος Τζιώκας) και ο Κωσταραζινός Διογένης Μανίκας.
 Μετά τον Ανταρτοπόλεμο, κατά τις δεκαετίες 1950 - 1960, εξέλιπαν οι γελαδάρηδες και γι αυτό τις 2 - 3 ολιγάριθμες πλέον αγέλες βοδιών του χωριού τις οδηγούσαν στη βοσκή καθημερινώς και με τη σειρά οι ιδιοκτήτες των ζώων. Τότε, όπως και κατά τα παλιότερα χρόνια, οι νεαροί άνδρες του Γέρμα παρότρυναν και ωθούσαν τα βόδια της αγέλης να παλεύουν μεταξύ τους, με σκοπό να διασκεδάσουν οι ίδιοι, αλλά και ν' αναδειχθεί ο ισχυρότερος ταύρος του χωριού.
Το πετάλωμα των βοδιών.
Κάθε Ιούνιο ερχόταν στον Γέρμα ένας αλλομερίτης αλμπάνης και πετάλωνε τα βόδια τού χωριού που επρόκειτο να αλωνίσουν τα σιτηρά των κατοίκων του. Η διαδικασία τού πεταλώματος ήταν ενδιαφέρουσα και γινόταν ως εξής: Ο πεταλωτής τοποθετούσε στο έδαφος, κατά μήκος του βοδιού και ανάμεσα στα δυο μπροστινά και στα δυο πίσω πόδια του, ένα χοντρό και δυνατό δοκάρι, 4 - 5 μ. περίπου. Αμέσως μετά έδενε γερά με μια χοντρή τριχιά τα πόδια (τους αστραγάλους) του βοδιού επάνω στο εν λόγω δοκάρι. Τέλος, με τη βοήθεια δύο- τριών αντρών έσπρωχνε και ανάγκαζε το βόδι να πλαγιάσει και ύστερα το πετάλωνε πολύ εύκολα.
Ο αείμνηστος Χρίστος Δισλής
με τα τρία βόδια του στον αλωνισμό.
Οι ονομασίες των βοδιών του Γέρμα.
Οι παλαιοί Γερμανιώτες χαρακτήριζαν και ονομάτιζαν τα γελάδια τους (: τα βοοειδή) με διάφορες ονομασίες, που ήταν ανάλογες με το φύλο, την ηλικία, τη όψη και τη δύναμή τους. Μερικές απ’ αυτές τις ονομασίες παρουσιάζονται ακολούθως.
Το βόδι = Ονομαζόταν έτσι ο ταύρος, αλλά και η αγελάδα.
Ο μπουγάς = Ο νεαρός και πολύ δυνατός ταύρος, ο επιβήτορας.
Το δαμάλι = Το αρσενικό βόδι ηλικίας 2 -3 ετών.
Η δαμάλα = Η νεαρή αγελάδα 2-3 ετών.
Το μοσχάρι = Ο μόσχος, αλλά και η μοσχίδα.
Ο καράς = Ο μαύρος και δυνατός ταύρος.
Η καράσσω= Η μαύρη αγελάδα.
Ο καρασούλης = το μικρόσωμο μαύρο βοϊδάκι.
Ο καρκαρέζος = το μικρό, μαύρο και κοκκαλιάρικο βόιδι.
Ο μελίσσης = Ο ανοιχτόχρωμος - κιτρινότριχος ταύρος.
Η μελισσιά = Η ανοιχτόχρωμη αγελάδα.
Ο Μπάλιος = Το μαύρο βόδι με ανοιχτόχρωμο τρίχωμα στο μέτωπο.
Η μπάλια = η μαύρη αγελάδα με λευκό τρίχωμα στο κεφάλι.
Η μώτσιω = η οκνηρή αγελάδα.
Ο αείμνηστος Διογένης Μανίκας
( +1962;).
Σχετικές παροιμιώδεις φράσεις
1)         Μόνο ένα μπάλιο βόιδι έχει το χωριό; (Θέλει να πει, ότι στον κόσμο υπάρχουν πολλά ομοειδή πράγματα, αντικείμενα κ.λ.π.)
2)         Μάνα, γιατί με «περγιαλάει» (= περιγελάει) το βόιδι; (πρωτοελέχθη από κάποιο μικρό παιδί, όταν είδε μια αγελάδα να μηρυκάται. Λέγεται για κάποιον, που θίγεται και διαμαρτύρεται χωρίς να υπάρχει σοβαρή αιτία).
3)         Πηγαίνει σαν το βόιδι στο παχνί. (Δηλαδή, πορεύεται στη ζωή χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται τί συμβαίνει γύρω του).
4)         Τα μαλλιά του είναι σαν να τα έγλυψε η αγελάδα (δηλαδή, γυαλιστερά και στρωμένα). (Την παλαιά εποχή, οι μπεκιάρηδες του χωριού πήγαιναν στο στάβλο τους και υποχρέωναν την αγελάδα να γλείψει με τη γλώσσα της την κόμη τους, για να γίνει λαμπερή και στρωμένη).
5) Ψόφησε το βόιδι, χάλασε το ζευγάρι. (λέγεται όταν ο θάνατος κάποιου ανθρώπου γίνει  αιτία αποξένωσης συγγενών και διάλυσης φιλίας)

Το αλέτρι (ποίημα).
Ζευγαρωμένα, ταιριαστά τα βόδια στο ζυγό,
μες στα βαθιά τα μάτια τους τη συλλογή τους κρύβουν.
Και στο χωράφι τ’ άσκαφτο σέρνουν με βήμα αργό,
σέρνουν το αλέτρι πίσω τους και κάπου κάπου σκύβουν.
…………………………………………………
Το υνί χαράζει ακούραστα τ’ αυλάκι το βαθύ,
ξεσκάβοντας τινάζοντας την πέτρα, το κοτρώνι.
Κι ο ζευγολάτης άφωνος τ’ αλέτρι ακολουθεί
και με βουκέντρα σουβλερή τα βόδια του κεντρώνει.
…………………………………………………
Ευλογημένο τρείς φορές τ’ αλέτρι το βαρύ.
Ευλογημένα τρείς φορές τα βόδια, ο ζευγολάτης!
Κι ευλογημένη τρείς φορές η γη που, καρπερή,
με δίχως βαρυγκόμηση μάς δίνει τα καλά της!

(Ιωάννης Πολέμης)

Όργωμα χωραφιού με ζευγάρι βοδιών.
(η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο).

Ο Γέρμας, το κτηνοτροφικό χωριό της Καστοριάς.

Εικόνα σε παλαιό Αναγνωστικό Δημ. Σχολείου.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Εύθυμο ιστόρημα παλαιών Γερμανιωτών: Η γριά και ο λύκος.

Λύκος. Ξυλόγλυπτη παράσταση
στην Καστοριά (17ος αι.).
Την παλαιά εποχή ζούσε σε κάποιο χωριό της Καστοριάς μια γριά γυναίκα, που είχε τρία παιδιά. Η γριά ήταν πολύ δύστροπη και γκρινιάρα, «μάλωνε και με τα ρούχα της», και γι’ αυτό τα παιδιά της τη μετέφεραν κάποια μέρα στο δάσος και την άφησαν εκεί μόνη, για να τη φάνε οι λύκοι. Πράγματι, το βράδυ τη βρήκε ένας λύκος και άρχισε να τη δαγκώνει. Η γριά νόμισε ότι τη δάγκωνε, - κατά την κρυφή επιθυμία της -, κάποιος άντρας (!) και γι’ αυτό τον είπε:
«Μη ζιάγκα – ζιάγκα...
Φίλα και τσίμπα» (!).

"Μη ζιάγκα - ζιάγκα, φίλα
και τσίμπα" είπε η γριά.
(Σκίτσο Γ.Τ.Α.)

"Άφησαν τη γριά στο δάσος για να τη φάνε οι λύκοι".

Χα, χα, χα...

Ο Γέρμας Καστοριάς,
το χωριό με την πλούσια λαογραφία.