Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Η κουμπάρα που έγινε νύφη. Λαϊκό ιστόρημα παλαιών κατοίκων του Γέρμα Καστοριάς.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν και κάπου ήταν ένας νεαρός άντρας, ο οποίος αγαπούσε μια καλή και σεμνή κοπέλα και σκόπευε να τη νυμφευτεί. Η κοπέλα αυτή ήταν υπερβολικά ολιγόλογη και γι’ αυτό οι συγχωριανοί της την αποκαλούσαν “Βωβή”.
Στα χρόνια εκείνα τα παλιά, οι γυναίκες θεωρούνταν κατώτερες απ’ τους άντρες, ήταν υποταγμένες σ’ αυτούς και απαγορευόταν αυστηρά να ομιλούν παρουσία τους. Για τον λόγο αυτόν, όλα τα νεαρά κορίτσια μάθαιναν και συνήθιζαν απ’ τη νηπιακή τους ηλικία να στέκονται συνεσταλμένα και σιωπηλά μπροστά στους άντρες. Βάσει αυτής της πρωτόγονης κοινωνικής αντίληψης, νοοτροπίας και συμπεριφοράς, οι ολιγομίλητες κοπέλες ήταν τότε επαινετές και περιζήτητες για γάμο, ενώ οι ομιλητικές και φλύαρες ήταν κατακριτέες κι έμεναν στα αζήτητα.
Ο Γέρμας Καστοριάς
Κάποια ημέρα, ο υπόψη νεαρός άντρας γνώρισε μια ξένη κοπέλα που την έλεγαν Χρυσούλα. Η κοπέλα αυτή φαινόταν ντροπαλή και ολιγόλογη και γι’ αυτό ο νεαρός τη συμπάθησε πολύ και αποφάσισε απερίσκεπτα να διακόψει τη σχέση του τη “Βωβή” και να νυμφευτεί τη νέα γνώριμή του. Κατόπιν ανακοίνωσε αυτή τη άπονη απόφασή του στη “Βωβή” και περίμενε την αντίδρασή της. Εκείνη, όπως ήταν φυσικό, διαμαρτυρήθηκε, πόνεσε, έκλαψε, αλλά τελικά αποδέχτηκε την επιθυμία του, απαιτώντας όμως να γίνει αυτή η ίδια κουμπάρα στον γάμο του. Η ακατανόητη απαίτησή της έγινε αποδεκτή απ’ το νεαρό άντρα κι έτσι, όταν γινόταν ο γάμος του με την Χρυσούλα, κουμπάρα ήταν η Βωβή, που στεκόταν δίπλα τους περίλυπη και κρατώντας στο χέρι της μία αναμμένη λαμπάδα.
Σε κάποια στιγμή της ιεροπραξίας η λαμπάδα λύγισε, έλιωσε κι άρχισε να καίει τα δάχτυλα της κουμπάρας, η οποία όμως δεν αντιδρούσε, αλλά στεκόταν όπως ήταν το πρέπον, δηλαδή εντελώς ακίνητη και αμίλητη. Η νύφη, όταν κοίταξε κάτω από τη σκέπη της και είδε να καίγονται να δάχτυλα τής κουμπάρας, έλυσε την αναγνωρισμένη και καθιερωμένη ως ορθή και κόσμια σιωπή της και είπε δυνατά: «Βωβή, καίγονται τα νύχια σου».
Μόλις ο γαμπρός άκουσε τη νύφη να μιλάει κατά την ώρα της στέψης, γεγονός που εθεωρείτο απαράδεκτο, ντράπηκε πολύ, θύμωσε υπερβολικά και φώναξε αμέσως: «Βγάλε, Παπά, τα στέφανα απ’ τη νύφη και βάλε τα στην κουμπάρα».
Κι έτσι έγινε και από τότε έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Αυτό το ιστόρημα το διηγούνταν παλαιότερα οι γερόντισσες του Γέρμα στις νεαρές κοπέλες που επρόκειτο να παντρευτούν, όταν τις συμβούλευαν να είναι κατά την ημέρα του γάμου τους ανέκφραστες, αγέλαστες και αμίλητες.


Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις απ’ τον Γέρμα Καστοριάς

Παραδοσιακό κέντημα Γερμανιώτισσας κόρης
(περί το έτος 1925)
1)        Μαύρος είναι και ο καφές, αλλά τον πίνουν οι βασιλιάδες.
2)        Ο γαμπρός γιος δεν γίνεται, ούτε η νύφη θυγατέρα.
3)        Η γκαστρωμένη (: έγκυος γυναίκα) που καμαρώνει την κοιλιά της θα γεννήσει κορίτσι.
4)        Όλοι έχουν κώλο, αλλά (περι)γελούν τον άνθρωπο που τον δείχνει.
5)        Αμ, δεν έστριψαν τα στάρια (δηλαδή, δεν καρποφόρησαν τα σιτηρά σου και γι’ αυτό δεν έχεις χρήματα (ειρωνεία)).
6)        Αν δεις στ’ όνειρό σου παιδί, παιδαμάρα θα έχεις (: θα ταλαιπωρηθείς).
7)        Μετά τα σαράντα σου χρόνια μη φτιάχνεις τίποτα (δεν θα προλάβεις να τ’ απολαύσεις).
8)        Τα παιδιά τρώνε κούμπουλα (: ξινά κορόμηλα), και τα (ανύπαρκτα) δόντια της γριάς τσιουτνιάζουν (: μουδιάζουν).
9)        Φίδι μας έφαγε και δείξιμο δεν έχουμε.
10)     Τότε που θα παντρέψω εγώ τη θυγατέρα μου όλα τα σκυλιά θα κοιμούνται (το λέει η μάνα που έχει άγαμη κόρη, σ’ αυτούς που τη μέμφονται για τούτο).
Ο πανέμορφος Γέρμας.
Άποψη απ' την τοποθεσία  " Σουρβιές Τρυπένου".
11)     Οι ξένοι πόνοι μάς έφαγαν, οι δικοί μας μάς γεράζουν.
12)     - Παππού χιονίζει. - Ας χιονίζει, παιδί μου, να φανεί ο νοικοκύρης (δηλ. ποιος έχει κάνει το κουμάντο του για το χειμώνα).
13)     Μία αμαρτία έχει ο κλέφτης, και χίλιες αυτός που κάνει υποθέσεις για το όνομά του.
14)     Όταν ανακατεύεις φαγητό που βράζει, να το σταυρώνεις με το κουτάλι σου.
15)     Κοίταξε τον πατέρα και πάρε τη θυγατέρα.
16)     Η δουλειά δεν σε τρώει, το βάσανο σε τρώει.
17)     Έδωκα το καπέλο μου και πήρα το μαντήλι της (το λέει ο άνδρας που έχει αυταρχική γυναίκα).
18)     Ποιος ξέρει που θα γυαλίσουν τα (νυφικά) τέλια σου; στον Καλατάκο ή στο Κουρί; (δηλαδή, είσαι δύστροπο κορίτσι και γι’ αυτό θα (σε πάνε να) παντρευτείς σε ξένο χωριό, στο Κωσταράζι ή στο Σισάνι).
19)     Τέτοιο στόμα που έχεις, εκεί που θα πας (: που θα παντρευτείς) με εννιά λογιές θα το ράψεις (το λένε σε ανύπαντρη κόρη που αντιμιλάει).
Στην "Παναγιά Κερασόβου",  περί το έτ. 1955.
20)     Η δεύτερη παντρειά είναι σακούλα μου και σακούλα σου (δηλ. οι σύζυγοι δεν έχουν κοινό ταμείο, ο καθένας ενισχύει τα παιδιά απ’ τον πρώτο του γάμο).
21)     Ότι και να κάνεις, την κάπα σου δεν την αλλάζεις (δηλ. δεν μπορείς να σβήσεις το άσχημο οικογενειακό σου παρελθόν).
22)     Απ’ τη στάχτη φαίνεται αν είναι καλό το κορίτσι (δηλ. είναι καλό, αν ξυπνάει πολύ πρωί να πετάξει τη στάχτη και βγαίνει τότε απ’ το σπίτι του περιποιημένο και χτενισμένο ).
23)     Αυτήν που έχεις (τη θυγατέρα), θα την έχεις για κρύο νερό και ζεστό ψωμί (δηλ. την κόρη σου δεν θα μπορέσεις να την παντρέψεις).
24)     Εσένα, να μη σε πουν στραβοκατούρησες (δηλ. είσαι πολύ εύθικτος).
25)     Δώσ’ μου το ψάρι, νά το γρόσι (δηλ. πρώτα να παίρνεις το προϊόν που αγόρασες και μετά να δίδεις το αντίτιμό του στον πωλητή).

Ξεκούραση Γερμανιωτών κατά τη συγκέντρωση πέτρας!
(βελτίωση βοσκότοπου) στην  περιοχή Μελίσσι,
περί το έτ. 1960.



Γερμανιώτικο ταχτάρισμα (: παιχνδιάρισμα νηπίου απ’ τη μητέρα του)
Να ’ταν και ταχιά γιορτές
και την άλλη Πασχαλιές,
να χορεύω τον (…Γιωργάκη)
χωπ, χωπ, χωπ…


(Καταγραφή Γ.Τ.Α.)

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Παραδοσιακά τραγούδια παλαιών Γερμανιωτών

1)    Γενάρη μήνα θέριζα.
Τον Γενάρη μ’ έστελνε στους κάμπους να θερίσω,
θέριζα - ξεθέριζα όλο βοριά κι αέρα,
γυρίζω και στο σπίτι μου κι εγώ σαν νοικοκύρης,
βρίσκω τη γυναίκα μου με πέντε – έξι φίλους,
πίτα, κότα έφτιαχνε, αβγά τηγανισμένα.
-       Δεν σε είπα κερατά, γάιδαρε και μασκαρά,
όταν είμαι με τους φίλους, κάτσε έξω με τους σκύλους
κι όταν είμαι μοναχή, έλα κούνα το παιδί;

2)    Ρινιώ - Κατερινιώ.
-       Θα σε σκοτώσω Ρίνα, Ρινιώ - Κατερινιώ,
που ήρθα και σε βρήκα με τον Σακιριανό.
-       Μη με σκοτώνεις άντρα μου, έχω τρία παιδιά,
τα δύο στις αγκάλες και τ’ άλλο στην κοιλιά…
Κι όταν περάσανε από τη γειτονιά,
την είδαν οι γειτόνισσες, τραβούσαν τα μαλλιά.
-       Ωχ, ωχ, ωχ πάει η Ρίνα, πάει η Κατερινιώ.

(Καταγραφή Γ.Τ.Α.)