Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Παραμύθι απ' τον Γέρμα Καστοριάς. "Οι τρεις συννυφάδες και ο Γκαβοκαλόγερος".


Οι τρεις συννυφάδες γνέθουν μαλλί στο σπίτι τους.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν και καπού’ταν (: κάπου ήταν) τρία αδέρφια, που ζούσαν με τις γυναίκες τους σε ένα σπίτι. Στο υπόγειο του σπιτιού τους είχαν ένα κελί, στο οποίο φιλοξενούσαν και περιποιούνταν έναν Γκαβοκαλόγερο (= τυφλός ή αμαρτωλός καλόγερος), «για να το βρει η ψυχή τους στην άλλη ζωή».
Κάποτε, τα τρία αδέρφια έφυγαν στην ξενιτιά για να καζαντίσουν και απόμειναν στο σπίτι οι γυναίκες τους και ο Γκαβοκαλόγερος. Οι τρεις συννυφάδες ολημερίς έγνεθαν μαλλί με το αδράχτι τους και ύφαιναν σκουτιά (= μάλλινα ενδύματα) στον αργαλειό τους.
Κάποια μέρα, το αδράχτι της πρώτης (της πιο μεγάλης) συννυφάδας έπεσε από μία τρύπα του πατώματος στο υπόγειο κελί όπου ζούσε ο Γκαβοκαλόγερος, και τότε αυτή το ζήτησε φωνάζοντας:
-          «Φέρε επάνω, Γκαβοκαλόγερε, το αδράχτι μου».
Ο Γκαβοκαλόγερος
Και ο Γκαβοκαλόγερος αποκρίθηκε:
-          «Αν είσαι καλή νοικοκυρά, κατέβα κάτω να το πάρεις».
Και αμέσως η πρώτη συννυφάδα κατέβηκε (…..) και το πήρε.
Την άλλη ημέρα έπεσε στο υπόγειο κελί του Γκαβοκαλόγερου το αδράχτι της δεύτερης συννυφάδας και τότε κι αυτή το ζήτησε λέγοντας:
-          «Φέρε επάνω, Γκαβοκαλόγερε, το αδράχτι μου».
Και ο Γκαβοκαλόγερος αποκρίθηκε:
-            «Αν είσαι καλή νοικοκυρά, κατέβα κάτω να το πάρεις».
Κι αμέσως και η δεύτερη συννυφάδα κατέβηκε (…..) και το πήρε.
Αυτό γινόταν αρκετά συχνά. Έπεφτε το αδράχτι των δύο μεγαλύτερων συννυφάδων στο υπόγειο κελί του Γκαβοκαλόγερου και κατέβαιναν αυτές (…..) και το έπαιρναν.
Κάποια μέρα έπεσε στο υπόγειο και το αδράχτι της τρίτης και μικρότερης συννυφάδας και τότε αυτή φώναξε:
-            «Φέρε επάνω, Γκαβοκαλόγερε, το αδράχτι μου».
Και ο Γκαβοκαλόγερος αποκρίθηκε:
-            «Αν είσαι καλή νοικοκυρά, κατέβα κάτω να το πάρεις».
Και τότε αυτή απάντησε:
-            «Άλλο αδράχτι αγοράζω, Γκαβοκαλόγερε, και στο κελί σου δεν κατεβαίνω!»
Το σπίτι της μικρότερης συννυφάδας στο δάσος.
Όταν οι δύο μεγαλύτερες συννυφάδες άκουσαν την αρμόζουσα απάντηση της μικρότερης στα πονηρά λόγια του Γκαβοκαλόγερου, ταράχτηκαν πολύ, διότι υπέθεσαν, ότι αυτή (η μικρότερη συννυφάδα) θα μιλούσε για τις συχνές και ύποπτες επισκέψεις τους στο υπόγειο κελί του Γκαβοκαλόγερου και θα το μάθαιναν οι άνδρες τους. Για να μη συμβεί αυτό, σκέφτηκαν να πουν στον κόσμο ότι η συννυφάδα τους τρελάθηκε και κατόπιν να την οδηγήσουν σε μία αποθήκη όπου φύλαγαν το κανναβούρι, και να την κλείσουν εκεί χωρίς τροφή για να πεθάνει από ασιτία. Και αυτό έπραξαν.
Μόλις ο ξενιτεμένος σύζυγος τής μικρότερης συννυφάδας πληροφορήθηκε την ασθένειά της επέστρεψε στο σπίτι του και κατόπιν πήγε, μαζί με τις γυναίκες των δύο αδελφών του, στην αποθήκη όπου την είχαν κλεισμένη. Εκεί η νεαρή σύζυγός του, επειδή πεινούσε πολύ, «καρτσάνιζε» (= μασούσε) με τα δόντια της κι έτρωγε σπόρους απ’ το αποθηκευμένο κανναβούρι. Όταν το είδαν αυτό οι δύο κακές συννυφάδες είπαν στον κουνιάδο τους:
-          «Βλέπεις; η γυναίκα σου είναι τρελή και καρτσανίζει ψείρες».
Ο Γέρμας Καστοριάς.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο νεαρός άντρας πείστηκε ότι η γυναίκα του ήταν άρρωστη και αποφάσισε να την εγκαταλείψει σε μια χαράδρα, για να τη φάνε τα άγρια θηρία. Την επόμενη ημέρα λοιπόν, ζήτησε απ’ τη γυναίκα του να ζυμώσει μία «κουλούρα» (= μεγάλο στρόγγυλο ψωμί) και να επισκεφτούν τη μάνα της που ζούσε στο διπλανό χωριό. Στο δρόμο που πηγαίνανε συνάντησαν μια βαθιά και απότομη χαράδρα. Τότε ο άντρας άφησε την κουλούρα να κατρακυλήσει στον πάτο της χαράδρας και είπε στη γυναίκα του να κατέβει να την πάρει. Μόλις αυτή κατέβηκε την παράτησε εκεί και γύρισε στο σπίτι του.
Η νεαρή γυναίκα, όταν έμεινε μόνη στο βάθος της χαράδρας φοβήθηκε πολύ και παρακαλούσε διαρκώς το Θεό να τη σώσει. Το βράδυ την περικύκλωναν τα άγρια θηρία του δάσους για να τη φάνε, αυτή όμως έριχνε σε κάθε θηρίο από ένα κομμάτι της κουλούρας και αυτά το έτρωγαν κι έφευγαν χωρίς να την πειράξουν.
Το άλλο πρωί άρχισε να βρέχει δυνατά, και τότε η γυναίκα για να προφυλαχτεί ακούμπησε το κεφάλι της στη ρίζα ενός δέντρου και είπε: Αχ, Θεέ μου, να είχα εδώ στην ερημιά ένα σπιτάκι για να μείνω. Και το σπιτάκι έγινε στη στιγμή, και μάλιστα με πόρτες, παράθυρα κι έπιπλα που είχαν φωνή και συνομιλούσαν με τη νεαρή νοικοκυρά.
Μετά από λίγο καιρό, ο σύζυγος τής εγκαταλειμμένης γυναίκας θέλησε να πληροφορηθεί την τύχη της και για να το μάθει ντύθηκε κυνηγός και πήγε αγνώριστος στη χαράδρα όπου την είχε παρατήσει. Εκεί βρήκε το σπίτι της και ζήτησε φιλοξενία. Η γυναίκα του τον φιλοξένησε και του διηγήθηκε την πονεμένη ιστορία της. Τότε ο νεαρός άντρας κατάλαβε τι είχε γίνει, της φανέρωσε ποιος ήταν κι επέστρεψαν μαζί κι αγαπημένοι στο σπίτι τους. Εκεί ο άντρας έπιασε αμέσως τις δύο κακές συννυφάδες, τις έδεσε πίσω από το άλογό του και τις έσυρε στους δρόμους του χωριού τους έως ότου σκοτώθηκαν.
Και ύστερα έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.





ΣΗΜΕΙΩΣΗ.  Καταγραφή αφήγησης και επιμέλεια κειμένου:  Γ.Τ.Α.

  Πληροφόρηση: Τα σκίτσα του κειμένου ελήφθησαν απ' το διαδίκτυο.

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Η Γερμανιώτισσα κ. Ευλαμπία Ε. Πρώιου εκλέχτηκε προσφάτως Πρόεδρος της ΝΟΔΕ Κοζάνης

  
Η κ. Ευλαμπία Πρώιου,
Πρόεδρος της ΝΟΔΕ Κοζάνης
     Την Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2013 έγιναν εσωκομματικές εκλογές στις Νομαρχιακές Διοικούσες Επιτροπές (ΝΟΔΕ) όλης της Ελλάδος, για την εκλογή των νέων Προέδρων και των νέων μελών τους. Στο Νομό Κοζάνης ήταν υποψήφια η πολύ άξια και δημοφιλής Γερμανιώτισσα κ. Ευλαμπία Ευαγγ. Πρώιου, η οποία κι εκλέχτηκε πανηγυρικά Πρόεδρος τής ΝΟΔΕ της. Οι συγχωριανοί της, μόλις πληροφορήθηκαν αυτήν τη νέα επιτυχία της αγαπητής τους κ. Ευλαμπίας, χάρηκαν πολύ και την ευχήθηκαν να είναι πάντα δυνατή και να πετύχει απόλυτα στα νέα της υψηλά κομματικά καθήκοντα, για το καλό του Νομού Κοζάνης και γενικότερα της Πατρίδας μας.
    Ακολούθως παρουσιάζεται ένα κείμενο, αναφερόμενο στην κ. Ευλαμπία Πρώιου, το οποίο δημοσιεύτηκε προσφάτως στη γνωστή πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδα «δημοκρατία»:
    «Η σιδηρά Ευλαμπία, η νέα πρόεδρος στη ΝΟΔΕ Koζάνnς της ΝΔ.
    Είναι 34 χρονών και όταν κάθε πρωί ανοίγει το παράθυρο στο σπίτι της στο χωριό Αλιάκμονας (Βρατίνι) Βοΐου Κοζάνης ακούει τα νερά του Αλιάκμονα. Ο λόγος για την Ευλαμπία Πρώιου, η οποία είναι η μοναδική γυναίκα από τη βόρεια Ελλάδα, που την Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2013 εκλέχτηκε πρόεδρος Νομαρχιακής Επιτροπής της ΝΔ. Μάλιστα, έδωσε μάχη κόντρα στον μέχρι πρότινος αντιπρόεδρο της ΝΟΔΕ Γιάννη Μπαλαμπανίδη, την οποία τελικά κέρδισε με 38 ψήφους έναντι 28.
     “Επέλεξα την αποκέντρωση ως στάση ζωής. Πολλές φορές είχα τη δυνατότητα να φύγω από εδώ και να μετακομίσω, αλλά δεν το έκανα”, λέει στην εφημερίδα «δημοκρατία».
    Η αποκέντρωση ήταν ένα από τα δύο μηνύματα των κυριακάτικων εκλογών, γιατί, όπως τονίζει, ο κόσμος με την ψήφο του έδειξε σαφή προτίμηση σε μια νέα γυναίκα που προέρχεται από την κοινωνία.
   
Ο Γέρμας Καστοριάς,
το χωριό καταγωγής της κ. Ευλαμπίας Πρώιου.
Εργαζόμενη μητέρα

    Η ίδια είναι σύζυγος, μητέρα δύο παιδιών και ελεύθερη επαγγελματίας, καθώς διοικεί μια μικρή αγροτική εκμετάλλευση στο χωριό Αλιάκμονας (Βρατίνι) Βοΐου, ενώ έχει ήδη κολλήσει ουκ ολίγα δημόσια ένσημα. Σε ηλικία 22 χρονών εκλέχτηκε δημοτική σύμβουλος στον πρώην Δήμο Νεάπολης  Βοΐου, ενώ στα 23 της ήταν μια από τις πιο νεαρές αντιδημάρχους σε όλη την Ελλάδα. Από το 2002 έως το 2010 διετέλεσε δημοτική σύμβουλος, ενώ το 2013 αποφάσισε να διεκδικήσει την εκλογή της στη θέση του προέδρου της ΝΟΔΕ Κοζάνης. “Για να προσφέρω έναν φρέσκο αέρα, έναν νέο άνεμο αισιοδοξίας, όπως λέει η ίδια, γιατί στις εσωκομματικές εκλογές παίζονται πολλά”.
    “Από τη φερεγγυότητα του πολιτικού μας συστήματος, την εδραίωση της αξιοπιστίας της ΝΔ, την αδιαμφισβήτητη κρίση αξιών, την επανίδρυση της παράταξής μας και της κοινωνίας μας. Με δυναμισμό, γιατί μόνον έτσι μπορεί κάποιος να είναι χρήσιμος, ουσιαστικός και πάνω απ' όλα δημιουργικός”».
    Ν. Οικονόμου
Το όμορφο χωριό Αλιάκμονας (Βρατίνι) Κοζάνης,
όπου κατοικεί η κ. Ευλαμπία Πρώιου.

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Ευγενική επιστολή προς τον κ. Πρόεδρο του Συλλόγου Γερμανιωτών Καστοριάς. Νοέμβριος 2013.

   Καστοριά, Νοέμβριος 2013.
   
Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας "Ο Γέρμας".
   Αγαπητέ μου, φίλτατε, πρώην συνάδελφε και Πρόεδρε του Συλλόγου Γερμανιωτών Καστοριάς κ. Νίκο Πρώιο.
    Αισθάνομαι χαρά, γαλήνη και συγκίνηση κάθε φορά που διαβάζω τη γλυκυτάτη εφημεριδούλα σας «Ο ΓΕΡΜΑΣ». Μικρή μεν στο δέμας, αλλά πλουσιοτάτη στο περιεχόμενο, μοναδική στο ήθος και στην αλτρουιστική και ευγνώμονα αναφορά της, εκάστοτε, στα ευγενή τέκνα του χωριού σας.
    Η Ιστορία και οι αρετές των Ελλήνων του γένους των Γερμανιωτών αναδεικνύονται με σεμνοπρεπή μεγαλοπρέπεια μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας σας. Το αυτόχθον και αειφόρον γένος των Γερμανιωτών ανθεί και φέρει πάντοτε και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες εύχυμους πνευματικούς καρπούς, εδώ, στον τόπο του και στην οικουμένη. Φέρει θαυμαστούς καρπούς δημιουργίας, ηρωισμού, φιλοπατρίας, βαθυτάτης ευσεβείας και προόδου, με μοναδικό δυναμισμό, ως αποτέλεσμα, φαίνεται, της ιδιαιτέρας βιολογικής και πνευματικής σας ευρωστίας. Αυτή η ευρωστία σας αποπνέει ευωδία, όμοια εκείνης που αναδύεται από την πλούσια αυτοφυή και αυτόχθονη χλωρίδα βοτάνων και ανθέων, που κυκλώνουν τον τραχύ τόπο σας και το ευλογημένο χωριό σας.
    Κάνετε άριστα που καταγράφετε και προβάλλετε τις ελληνοχριστιανικές σας παραδόσεις, τα τοπικά ήθη και έθιμα σας, ως και κάθε λαμπρή επιτυχία των απανταχού ευρισκόμενων Γερμανιωτών, σε κάθε επιχειρηματικό, πνευματικό και επιστημονικό πεδίο, που ως μια ιστορική συνέχεια εμπνέει, ως φαίνεται, και την νέα σας γενιά, τα τέκνα σας δηλαδή, που ακολουθώντας κι αυτά τους ίδιους δρόμους, αποδεικνύουν ότι και αυτά φέρουν το ίδιο εύρωστο και ευφυές γενετικό υλικό με εκείνο των γονέων και των προγόνων τους.

Ο Πρόεδρος του Συλλόγου Γερμανιωτών
κ. Νίκος Πρώιος ομιλών.

 
  Συγχαίρω επίσης και τον φίλο μου εκπαιδευτικό κ. Γεώργιο Αλεξίου, ο οποίος έχει επωμισθεί την επιμέλεια της εκδόσεως των φύλλων της εφημερίδος σας.
    Κύριε πρόεδρε και αξιαγάπητα μέλη του Δ.Σ. του Συλλόγου Γερμανιωτών Καστοριάς σας συγχαίρω για το έργο σας και την υποδειγματική κοινή σας προσπάθεια.
    Σας εύχομαι υγεία και δύναμη
    Με βαθύτατη εκτίμηση
    Dr. Μάκης Κουσουνής
    Γεωπόνος

Μέλη του Δ.Σ. του Συλλόγου Γερμανιωτών,
κατά τις αρχαιρεσίες αυτού. Ιανουάριος 2012..






 

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Λαϊκές παροιμίες και παροιμιώδεις λέξεις και φράσεις απ’ τον Γέρμα Καστοριάς. Καταγραφή του αείμνηστου Γυμνασιάρχη και συγγραφέα Χρίστου Γεωργίου (1889 - 1972.). 4η δημοσίευση.

   
Παναγία παιδιοκρατούσα, η Οδηγήτρια.
Η εφέστια εικόνα του Γέρμα, έτ. 1775.
Παρακάτω παρουσιάζονται 20 παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις, που είναι καταγραμμένες μαζί (και) με αρκετές άλλες στο σπουδαίο βιβλίο του αείμνηστου Γερμανιώτη Φιλολόγου Χρίστου Γεωργίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, έκδ. Ε.Μ.Σ, Θεσσαλονίκη 1962». Ο δάσκαλος Γιώργος Αλεξίου τις εντόπισε, τις αντέγραψε και τις παρουσιάζει εδώ. (σ.σ. έως τώρα έχουν δημοσιευτεί στο παρόν Ιστολόγιο συνολικά 55 λήμματα).


1)      «Που τις ιννιά τις χάρις κάνγκαμιά δεν έεις» (=από τις εννιά τις χάρες δεν έχεις καθόλου καμιά): παροιμία που λέγεται για ένα που δυστροπεί, δε συμφωνεί, είναι ιδιότροπος. (σελ. 292).

2)      «χουματές μυρίζ» (= έχει μυρωδιά χώματος) π.χ. («θα πιθάν, λέει - άλλου τι! Χουματές μυρίζ!» (=θα πεθάνει λέγει! άλλο τι! {εννοείται: έχει να πει!} χωματές μυρίζει! ειρων.). (σελ. 301).

3)      «Χρουστάει του Μχάλ’» (= χρωστάει τον Μιχάλη): δεν είναι στα καλά του, είναι μωρός. πρβλ. αρχ. «μωρίαν οφλισκάνει». (σελ. 306-7).

4)      Άμα υθεί του γάλα, δε μαζώνιτι» (= άμα χυθεί το γάλα δεν μαζεύεται): παροιμία που δηλοί, πως αν μαλώσει κάποιος με έναν, έπειτα δεν είναι δυνατόν οι σχέσεις τους να είναι καθαρές, δηλ. χωρίς κηλίδα. (σελ. 308).

Ιστορικό βιβλίο του αείμνηστου
Χρίστου Γεωργίου (+ 1972).
5)      «Έκουφτι(ν), έρραφτι(ν), ψαλίδ η γλώσσα τ » (= έκοβε έραβε, ψαλίδι η γλώσσα του): μιλούσε γρήγορα και καλά, όπως ένα ψαλίδι κόβει γρήγορα. (σελ. 309).

6)      «Ψόφσι(ν) του βόιδ, πέθανι(ν) ου Μχάλτς» (= ψόφησε το βόδι, πέθανε ο Μιχάλης). (σελ. 313).

7)      «Κάμι κανα καλό, να βρει η ψχής» (= κάμε κανένα καλό, να βρει καλό η ψυχή σου, για τη σωτηρία της ψυχής σου). (σελ. 314).

8)      «βαραίν ου ήλιους, κρούει ου σήμαντρους» (= ανατέλλει ο ήλιος, ηχεί ο σήμαντρος): το δεύτερο επακόλουθο του πρώτου (σελ. 326).

9)      «Σι λείπ η μάννα μι του λαγγιόλ΄» (= σε λείπει η μάννα (: μεγάλο κομμάτι υφάσματος μιας ενδυμασίας) με το λαγγιόλι (: μικρό τεμάχιο υφάσματος ενδυμασίας). Παροιμία. Είσαι δηλαδή όλως διόλου ανόητος. (σελ. 326).

10)   «Θέλ’ κι ου μούρτζιους καφέ» (= θέλει και ο άνιφτος, ο ακάθαρτος καφέ !) (σελ. 328).

11)   «Καλά ’ν τα φαρδουμάνικα, μα τάχν οι Δισπουτάδις» (=καλά είναι τα φαρδομάνικα μα τα έχουν, τα φορούν οι Δεσποτάδες). (σελ. 328).

12)   «Η πέτρα που γκυλνέτι μούσκρουν δεν βγαν» (Η πέτρα που κυλίεται δεν αποκτά βρύα, δεν βρυάζει. Λέγεται για έναν που δεν μπορεί να προοδεύσει, να προκόψει, όταν δεν δείχνει τον απαιτούμενο ζήλο για το επάγγελμά του και το παραμελεί. (σελ. 328).

Το χωριό "Ο Γέρμας" Καστοριάς.
13)   «Ξίψουμα και δίχους ρόγα»(= ξίψωμα και δίχως ρόγα): Χωρίς ψωμί και χωρίς μισθό, αμοιβή, που σημαίνει ότι – είναι αναγκασμένος να – δουλεύει κάποιος όλως διόλου δωρεάν. (σελ. 331).

14)   «Τάφιριν σουλφ κι βιρισέ» (= τα έφερε σουλφ και βερεσέ, που σημαίνει: 1) τα ξόδεψε όλα. 2) τα κανόνισε έτσι, που να φαίνεται ότι δεν χρωστάει άλλα). (σελ. 319)

15)   «Παίρν ου παπάς κιρόν» (= Παίρνει ο παπάς καιρόν) (= αρχίζει ο ιερέας την ιεροτελεστία). (σελ. 323).

16)   «Θέλ΄ να πάρ του νιρό πού τ μάνα τ » (= θέλει να πάρει το νερό από τη μάνα του, απ’ την πηγή του ποταμού). Παροιμία, η οποία λέγεται για έναν που εξετάζει καλά, που θέλει να μάθει την αιτία ενός γεγονότος (σελ. 415).

17)   «Κατά τουν κιρό κι του χουρό» (= κατά τον καιρό και τον χορό), δηλαδή πρέπει να προσαρμόζεται κανένας με τις περιστάσεις (σελ.416).

Η  χρονολογία 1761 στο θεμέλιο λίθο
 του ενοριακού ναού του Γέρμα.
18)   «Δεν παντρεύιτι (α)κόμα, έχ’ πλακόν» (=δεν παντρεύεται ακόμη έχει πλακόν (: φράχτης με ξύλα). που σημαίνει, δεν παντρεύεται ακόμη, διότι έχει αδελφή ανύπαντρη, δηλαδή, περιμένει να παντρέψει πρώτα την αδελφή του και ύστερα να παντρευτεί αυτός. (σελ. 421).

19)   «Πάρ του, (αλλιώς) δεν πιάνιτι» (= πάρε το, αλλιώς δεν πιάνεται, γιατί αν δεν το πάρεις, ο Θεός δεν θα εισακούσει τη δέησή σου). Δεσπότης έδωσε σε θεοφοβούμενο ιερέα ένα μετζήτι (: τουρκικό νόμισμα), για να μνημονεύει τους γονείς του. Επειδή ο ιερέας δεν το έπαιρνε, ο Δεσπότης του είπε, «Πάρ του, δεν πιάνιτι» (σελ. 424).

Ο Γερμανιώτης δάσκαλος Γιώργος Αλεξίου.
Σκίτσο εκ του φυσικού, έργο του ανεψιού του
αρχιτέκτονα Τριαντάφυλλου Κ. Αλεξίου.
Γαμήλιο τραγούδι. Το τραγουδούν και το παίζουν οι οργανοπαίχτες την ώρα που η νύφη αποχαιρετά τους γονείς και λοιπούς οικείους της, οπότε προκαλείται θλίψη και χύνονται πολλά δάκρυα:
«Πότι μάλλουσάμι κι θα χουριστούμι;
Κι αν μι μάλλουσέτι, τώρα χόρτασέτι.
Φάτι του ψουμί μου, φάτι του φαΐ μου…» (σελ. 304).

Τέλος δημοσίευσης  παροιμιών του Γέρμα.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Λαϊκές παροιμίες και παροιμιώδεις λέξεις και φράσεις απ’ τον Γέρμα Καστοριάς. Καταγραφή του αείμνηστου Γυμνασιάρχη και συγγραφέα Χρίστου Γεωργίου (1889 - 1972.). 3η δημοσίευση.

   
Η προτομή του μακεδονομάχου Καπετάν Γέρμα.
Παρακάτω παρουσιάζονται 15 παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις που είναι καταγραμμένες μαζί (και) με αρκετές άλλες στο σπουδαίο βιβλίο του αείμνηστου Γερμανιώτη Φιλόλογου Χρίστου Γεωργίου, που φέρει τον τίτλο «Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, έκδ. Ε.Μ.Σ, Θεσσαλονίκη 1962». Ο δάσκαλος Γιώργος Αλεξίου τις εντόπισε, τις αντέγραψε και τις παρουσιάζει εδώ. Προσεχώς θα παρουσιάσει και τις υπόλοιπες (σ.σ. έως τώρα έχουν δημοσιευτεί στο παρόν Ιστολόγιο 35 παροιμίες).


1)      «Η γειά μι κάμ κι χαίρουμι, η γειά κι καμαρώνου» (=η υγεία με κάμνει και χαίρομαι η υγεία – ενν. με κάμνει - και καμαρώνω): απόφθεγμα σε 15 σύλλαβο στίχο. (σελ. 41-42),

2)      «Κάθι άνθρουπους μι του χούι τ, μι του ιδίουμα τ » (=Κάθε άνθρωπος με το φυσικό του, με τη συνήθειά του). (σελ. 72).

3)      «Τι τουν μέλ’; καβάλα τόχ΄» (= τι τον μέλει; τακτοποίησε τις δουλειές του, οι δουλειές του πηγαίνουν πρίμα). (σελ. 74).

Το όμορφο χωριό "Ο Γέρμας" Καστοριάς.
4)      «Μι τ’ αρνιά κουρεύιται» (= με μικρούς συναναστρέφεται, ενώ είναι μεγάλος, ηλικιωμένος). (σελ. 103).

5)      «Παντρεύκα, κουρεύκα» (= παντρεύτηκα, κουρεύτηκα): τάχατε παντρεύτηκα κι εγώ, δηλαδή ητύχησα στον γάμο μου, ας πούμε πως παντρεύτηκα κι εγώ (σελ. 103).

6)      «Η νγκουκυρά κουσμίζ του σπίτ » (= η νοικοκυρά στολίζει, ομορφαίνει το σπίτι). (σελ. 104).

7)      «Σι ξένουν κώλου σαράντα δακανίκια, στουν θκο μ κάν καένα» (= στον ξένο τον κώλο – ας πέσουν - σαράντα ραβδισμοί με μπαστούνι, στον δικόν μου τον κώλο κανένας ραβδισμός): Παροιμία που λέγεται για έναν, που απαιτεί από τους άλλους πολλά, ενώ αυτός αποφεύγει τα βάρη και τις υποχρεώσεις (σελ. 109).

8)      « Όπ κουπριά κι ισύ μαντάρα» (= Όπου κοπριά κι εσύ μανιτάρι): Παροιμία που λέγεται για έναν που αναμειγνύεται μόνος του παντού). (σελ. 121).

Το διδακτήριο του Δημ. Σχολείου Γέρμα.
Το σχολείο σήμερα δεν λειτουργεί.
9)      «Θύμουσιν κι μαράζ γιαννιώτκου» (=θύμωσε και μαράζι γιαννιώτικο): Δηλαδή, του είπες λόγια πειραχτικά, άσχημα και θύμωσε, αλλά δεν με μέλει που θύμωσε, δεν το λαμβάνω αυτό υπ’ όψι. (σελ. 121).

10)   «Του μισιακό του γουμάρ του τρώει ου λύκους» (= το γαϊδούρι που το εξουσιάζουν δύο το τρώει ο λύκος): Παροιμία που φανερώνει, πως ένα πράμα κοινό παραμελείται και φθείρεται. (σελ. 127).

11)   «Του πήρα στα μπόσ’κα του χουσμέτ» (= την πήρα επιπόλαια τη δουλειά) (σελ. 136).

12)   «Δω μ Θέ μ, - ταράξ να σι δώσου» (= δώσε με Θεέ μου, - ταράξου, κουνήσου να σε δώσω. Γνωμ πρβλ. αρχ «συν Αθηνά και χείρα κίνει» (σελ. 244).

13)   «Κατά του πάπλουμα κι τα πουδάρια» (= κατά το πάπλωμα και τα ποδάρια): Παροιμία που δηλοί, πως πρέπει να κάμνει κανένας κάτι ανάλογο με τις οικονομικές του δυνάμεις. (σελ. 170).

14)   «Να μη παραδίντς καμιά φουρά» (=καμιά φορά να μη προφέρεις, να μη βάζεις στο στόμα σου το όνομα Διάβολος). (σελ. 171).

15)   «κι τ΄αδιρφού μ του τσκάλ΄ να βράζ, μα κι του θκο μ να μη σιγάει» (= και του αδελφού μου το τουκάλι να βράζει, αλλά και το δικό μου να μη παύει καθόλου, ενν. να βράζει): Παροιμία που δηλοί, πως πρέπει κανένας να κοιτάζει πρώτα τις δικές του τις δουλειές κι ύστερα του αδελφού, του συγγενή του (σελ. 208).

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Λαϊκές παροιμίες και παροιμιώδεις λέξεις και φράσεις απ’ τον Γέρμα Καστοριάς. Καταγραφή του αείμνηστου Γυμνασιάρχη και συγγραφέα Χρίστου Γεωργίου (1889 - 1972). 2η δημοσίευση

Ο αείμνηστος Χρίστος Γεωργίου (1896 - 1972).
   Παρακάτω παρουσιάζονται 10 παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις που είναι καταγραμμένες μαζί (και) με αρκετές άλλες στο σπουδαίο βιβλίο του αείμνηστου Γερμανιώτη Φιλόλογου Χρίστου Γεωργίου, που φέρει τον τίτλο «Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, έκδ. Ε.Μ.Σ, Θεσσαλονίκη 1962». Ο δάσκαλος Γιώργος Αλεξίου τις εντόπισε, τις αντέγραψε και τις παρουσιάζει εδώ. Προσεχώς θα παρουσιάσει και τις υπόλοιπες (σ.σ. έως τώρα έχουν δημοσιευτεί στο παρόν Ιστολόγιο 20).


 1)      «Φακή έφαϊς, φακή ομουλουγάς». ( Παροιμία που λέγεται για έναν, ο οποίος επιμένει και εξαίρει πράγματα κατώτερα, γιατί δεν γνωρίζει ανώτερα) (σελ. 170).
2)      «Φκιασιδώθκι(ν) κι ίγκιν σαν πουντίκ’ αλιβρουμένου» (= αλείφτηκε με ψιμύθιο και καλλυντικά κι έγινε σαν ποντίκι αλευρωμένο) (σελ. 276).

3)      «Όποια μάτχια φλιούντι, ικείνα κι αγαπχιούντι» (= όποια μάτια φιλιούνται εκείνα κι αγαπιούνται, που δηλοί, πως ένας συνηθίζει με τον καιρό ν’ αγαπά μια γυναίκα, που πρώτα δεν την ήθελε για σύζυγο, γιατί ίσως αγαπούσε άλλη). (σελ. 278).

4)      «Σαν πιθάν η θκή μ η μάννα, φούρνους να μη καπνίς» (= σαν πεθάνει η δική μου η μάννα, φούρνος να μη καπνίσει, δηλαδή, γαία μειχθήτω πυρί. Πρβλ. του Λουδοβίκου της Γαλλίας «après nous le deluge. λατ furnus). (σελ. 281).
Ο Γυμνασιάρχης Χρίστος Γεωργίου (στο μέσον της α΄ σειράς)
μαζί με καθηγητές και μαθητές του Γυμνασίου Καστοριάς.
(τέλη δεκαετίας 1940).

5)      «Πέθανι(ν) του πιδί μ, μι κόπκαν τα φτιρά!» (= πέθανε το παιδί μου, μου κόπηκαν τα φτερά μου!, έχασα τις ελπίδες μου) (σελ. 285).

6)      «Να κλας κι να μη φυράν» (= να κλάσει και να μη φυράνει. Παροιμία που λέγεται για έναν, ο οποίος θέλει μόνον να ωφελείται, τα θέλει όλα δικά του, ο οποίος π.χ. θέλει να διασκεδάσει χωρίς να ξοδέψει χρήματα, θέλει να ωφελείται χωρίς και να ξοδεύει και τίποτε) (σελ. 286).

7)      «Η τιμπιλιά δεν βγαν γιρόν κόσμου» (= με την οκνηρία δεν μπορεί κανένας να προοδεύσει) (σελ. 248).

8)      «Άμα δεν τζιαλτστέψεις, δεν τα βγαντς πέρα» (= αν δεν εργασθείς εντατικά, δεν μπορείς να εξοικονομήσεις τα προς το ζην). (Τσιαλτστεύω: δουλεύω εντατικά, δείχνω επιμέλεια στη δουλειά μου. Λέξη τουρκικής προέλευσης) (σελ. 260).

9)      «Έθαφταν του Δισπότ κι ου κόσμους αναβαλλίζνταν» (= έθαβαν τον Δεσπότη και το πλήθος των ανθρώπων εκινείτο εδώ κι εκεί. Λέγεται, όταν πολλοί άνθρωποι πηγαίνουν – έρχονται, στριφογυρίζουν) (σελ. 14).

10)   «(Ε)γέρασα, παππούλιασα, κουρίτσι δεν καπούλιασα» (σελ. 82).

Ο Γέρμας, το αγαπημένο χωριό του Χρίστου Γεωργίου.

 

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Λαϊκές παροιμίες και παροιμιώδεις λέξεις και φράσεις απ’ τον Γέρμα Καστοριάς. Καταγραφή του αείμνηστου Γυμνασιάρχη και συγγραφέα Χρίστου Γεωργίου (1889 - 1972.)

1)    «Ου ουκνός πααίν μακριά (= ο οκνηρός πηγαίνει μακριά)
κι ου σφιχτός ξουδεύβ πουλλά (= και ο φιλάργυρος ξοδεύει πολλά)
ή κι ου ακριβός πλιαρών πουλλά (= ή και ο τσιγκούνης πληρώνει πολλά)». (σελ. 161).

Ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης Χρίστος Γεωργίου.
2)    «Του ήμιρου τ’ αρνί  βζαν απού δυο μάνις» (= το ήμερο το αρνί βυζάνει από δύο μάνες). Παροιμία που δηλοί, πως ο ήμερος άνθρωπος δεν ενοχλείται από τους άλλους και περνά καλά στη ζωή του, χωρίς προστριβές. (σελ. 121).

3)    «Τς μάνας τ πιδί, τι καρτιράς; τι πιριμέντς;». (= της μάνας του παιδί τι περιμένεις;). Δηλαδή, ό,τι είναι η μάνα είναι και το παιδί, αυτό να σκέφτεσαι, αυτό να περιμένεις. (σελ. 121).

4)    «Για τ ισένα, κυρά νύφη, πέντι κάστρα μάλουνάμι» (= Για την ομορφιά σου κυρά νύφη, πέντε κάστρα μαλώναμε). (σελ. 120).

5)    «Σταυρός, σταυρώς κι κάτσι». (=Σταυρός – Σεπτέμβριος, σταυρώσου και κάθισε). Παροιμία που σημαίνει, πως άμα έρθει ο Σεπτέμβριος, οι γεωργικές εργασίες παύουν, δεν είναι τόσο εντατικές, και τότε μπορεί κανένας να σταυρώσει τα χέρια και τα πόδια του, να καθίσει, δηλαδή ν’ αναπαυθεί. (σελ. 226).

6)    «Σάματ έβαλα του στιφάν;» (=Μήπως έβαλα στεφάνι; μήπως τον, την στεφανώθηκα; ετέλεσα μ’ αυτόν, μ’ αυτήν γάμο;). Παροιμία που λέγεται, όταν αθετεί κανένας την υπόσχεσή του. (σελ. 230).

7)    «Η νύφ, απού στουλίζουνταν, ιδώ θα μείνει βράδυ» (= Η νύφη που στολιζόταν, εδώ θα μείνει το βράδυ». Λέγεται για έναν, που, ενώ ετοιμάζεται κάπου να υπάγει, από κάποιο κώλυμα δεν πηγαίνει. (σελ. 231).

8)    «Του χ΄μώνα κάθουμαν κι του καλουκαίρ στχιούμαν»(= Το χειμώνα καθόμουν και το καλοκαίρι γινόμουν υπάλληλος ιδιώτου. αρχ. Στοιχέω – ώ. (σελ. 236.

9)    «Καένας δεν είχιν δλια, ζύγιαζιν τα τσκάλια τ». (= Κάποιος δεν είχε δουλειά και ζύγιζε τα τσουκάλια του, τα αιδοία του). Παροιμία που λέγεται για έναν, που ασχολείται με περιττά πράγματα. (σελ. 265-6).

10) «Μι πχιον έχς συντρουφιά; τέτχιους είσι κι συ» (= Με ποιον έχεις σχέσεις; τέτοιος είσαι και συ) (σελ. 238).

Ο Γέρμας Καστοριάς.
 ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Οι παρουσιαζόμενες 10 παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις είναι καταγραμμένες μαζί (και) με αρκετές άλλες στο σπουδαίο βιβλίο του αείμνηστου Γερμανιώτη Φιλόλογου Χρίστου Γεωργίου, "Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, έκδ. Ε.Μ.Σ, Θεσσαλονίκη 1962". Ο δάσκαλος Γιώργος Αλεξίου τις εντόπισε, τις αντέγραψε και τις παρουσιάζει εδώ. Προσεχώς θα παρουσιάσει και τις υπόλοιπες.