Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Η Ισπανική γρίπη στον Γέρμα Καστοριάς κατά το έτος 1918.


Κύριε, ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου.

Η λεγόμενη Ισπανική γρίπη ήταν μια φοβερή πανδημία που ξέσπασε κατά το έτος 1918. Υπολογίζεται, ότι απ΄αυτήν τη γρίπη πέθαναν τότε σε όλον τον κόσμο περισσότερα από 20 εκατομμύρια άνθρωποι. Στον Γέρμα Καστοριάς η γρίπη έφθασε το Φθινόπωρο του αναφερόμενου έτους. Η περίοδος έξαρσής της κράτησε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αείμνηστου Κώστα Φ. Κατσάνου, 13 ημέρες, κατά τις οποίες απεβίωσαν 86 άνθρωποι. Καθημερινώς πέθαιναν συνήθως 7 - 8 άτομα, κυρίως παιδικής και γεροντικής ηλικίας. Ο χώρος του Νεκροταφείου, που βρισκόταν τότε στο κέντρο του χωριού και δίπλα στον ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου, δεν επαρκούσε για την ταφή των πολλών νεκρών και γι αυτό οι κάτοικοι τους έθαβαν έξω απ' τον οικισμό, στον λόφο του Αγίου Αθανασίου. Τους νεκρούς τούς συνόδευε μόνον ο ιερέας Γεώργιος Τζήμος (ο Παπατζήμος), που έβαζε στα γένεια του ασβεστοπολτό, για να μην κολλήσει και ο ίδιος τον ιό, και βεβαίως (τους συνόδευαν) οι στενοί συγγενείς τους.
Η μεταφορά των θανόντων στο υποτυπώδες νεκροταφείο γινόταν με απλές σανίδες και με πρόχειρες σκάλες. Για τον λόγο αυτόν η σορός ενός νεκρού, του Νταμίτσ..., κατά τη μεταφορά της στο νεκροταφείο γλίστρησε απ' τη σκάλα όπου ήταν τοποθετημένη κι έπεσε στον παρακείμενο τού δρόμου βαθύ λάκκο της Μπιστεριάς, απ' όπου την έβγαλαν με δυσκολία και πολλές προφυλάξεις.
Όταν έληξε η γρίπη, όλοι οι κάτοικοι του Γέρμα ήταν βαρυπενθούντες. Δεν υπήρχε σπίτι χωρίς νεκρό. Πολλοί γονείς είχαν χάσει τα τέκνα τους, αρκετοί σύζυγοι είχαν απομείνει μόνοι στη ζωή, και πολλά τέκνα είχαν ορφανέψει.
Λίγο καιρό αργότερα, ο Σύλλογος Γερμανιωτών Καναδά και ΗΠΑ έστειλε αρκετά χρήματα για να γίνει (κι έγινε) η περίφραξη του Νεκροταφείου στην πλαγιά του προαναφερόμενου λόφου του Αγίου Αθανασίου, όπου βρίσκεται έκτοτε.
Ακριβώς κάτω απ' το Νεκροταφείο, ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας Φίλιππος Κατσάνος πρότεινε να δημιουργηθεί, και δημιουργήθηκε, ο παλιός Σχολικός Κήπος, του οποίο η πύλη σώζεται μέχρι σήμερα.
Ας είναι αιωνία η μνήμη των 86 κατοίκων του Γέρμα, που πέθαναν το έτος 1918 από την Ισπανική γρίπη.
Γ.Τ.Α.

Σημείωση. Ο αείμνηστος Κωστας Κατσάνος, που αναφέρεται στο παρόν κείμενο, ήταν στρατιώτης κατά την περίοδο της γρίπης και βρισκόταν στον Γέρμα με άδεια. Εκεί αρρώστησε βαριά, δεν μπόρεσε να επιστρέψει εγκαίρως στη Μονάδα του και κηρύχτηκε λιποτάκτης, πιστοποίησε όμως ότι είχε νοσήσει απ' τη γρίπη και απαλλάχτηκε της ποινής.








Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2020

Γερμανιώτικο ευθυμογράφημα: Τ΄ αρνίθια {τα κοτόπουλα}.


Κατά τη δεκαετία του 1950 υπήρχαν στον Γέρμα πολλοί νεαροί εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας. Όλοι αυτοί μαζεύονταν τότε σε ομάδες 5 – 6 ατόμων, τριγύριζαν κάθε βράδυ στους στενούς και σκοτεινούς δρόμους του χωριού, και για να διασκεδάσουν πείραζαν τους χωρικούς κι έκαμαν στα κρυφά διάφορες μικροζημίες στα σπίτια τους. Συνήθως, έκλεβαν απ' τα μπαλκόνια τα λουκάνικα που είχαν κρεμάσει εκεί οι νοικοκυρές για να ξεραθούν, έμπαιναν στα κελάρια και ξεκρεμούσαν κι έτρωγαν τα σουτζούκια, εισέρχονταν στα κατώγια κι έβγαζαν κι έπιναν απ' τα βαρέλια κρασί κ.ά. Κατά τις Κυριακές και τις γιορτές, που δεν εργάζονταν στα χωράφια και δεν βοσκούσαν τα πρόβατά τους, άραζαν στο ένα από τα τέσσερα καφενεία του χωριού και χαρτόπαιζαν όλη μέρα για ένα λουκούμι κι ένα τσίπουρο.
Το απόγευμα κάποιας Κυριακής, την ώρα που βρίσκονταν σ΄ αυτό το καφενείο αρκετοί νεαροί, ο καφετζής ανάφερε, ότι τα κοτόπουλά του είχαν μεγαλώσει αρκετά και σκόπευε να τα καταναλώσει. 'Όταν το άκουσε αυτό ένας ζαβολιάρης νεαρός, σκέφτηκε και πρότεινε στους άλλους να μπούνε το βράδυ στο κοτέτσι τού καφετζή, να κλέψουν τα κοτόπουλά του, να τα σφάξουν και να ζητήσουν από τον ίδιο να τους τα μαγειρέψει. Και όντως αυτό έπραξαν. Μπήκαν στο κοτέτσι, πήραν 3 - 4 κοτόπουλα, τα έσφαξαν και τα πήγαν στον καφετζή για μαγείρεμα. Αυτός αμέριμνος και ανυποψίαστος τα τηγάνισε κι έστρωσε στους νεαρούς πλούσιο τραπέζι με σαλάτες και ρετσίνες. Οι νεαροί, αφού έφαγαν τα κοτόπουλα, επαίνεσαν τον καφετζή για το πετυχημένο ψήσιμο και για τη νοστιμιά των εδεσμάτων, τον ευχαρίστησαν για την άψογη περιποίηση και κατόπιν αναχώρησαν μισομεθυσμένοι για τα σπίτια τους!
Το επόμενο πρωί ο καφετζής πήγε να ταΐσει τα κοτόπουλα και δεν τα βρήκε. Αμέσως κατάλαβε ποιανού ήταν τα κοτόπουλα τής προηγούμενης βραδιάς και εννόησε γιατί γελούσαν τόσο πολύ οι νεαροί όταν τους τα σερβίριζε...!
Οι “κλεφτοκοτάδες” νεαροί τόλμησαν και ξαναπήγαν στο καφενείο αυτό μετά από ένα μήνα περίπου.


Σημείωση. “Αρνίθια” λέγονται στον Γέρμα Καστοριάς γενικώς τα πουλερικά, “αρνίθες” ονομάζονται οι κότες, “πετνάρια” λέγονται οι πετεινοί, και “πούλκες” λέγονται οι πουλάδες. (Το γλωσσικό ιδίωμα του Γέρμα ανήκει στα βόρεια ελληνικά ιδιώματα).




Σάββατο, 7 Μαρτίου 2020

Γερμανιώτικο ευθυμογράφημα. “Τα φυλλωρίδια”.

"Κρέμασε μία Στρατιωτική χλαίνη σ' ένα δέντρο".

Κατά τη 10ετία του 1950 οι ιδιοκτήτες αμπελιών στον Γέρμα Καστοριάς δεινοπαθούσαν από τους νυχτερινούς κλέφτες των σταφυλιών τους. Στα χρόνια εκείνα, οι “μπεκιάρηδες” του χωριού συγκροτούσαν ομάδες 4-5 ατόμων, που επέδραμαν τις βραδινές ώρες στα διάφορα αμπέλια τής περιοχής κι έτρωγαν τα σταφύλια τους. Για να αντιμετωπίσουν αυτήν την απαράδεκτη κατάσταση οι αμπελουργοί του Γέρμα αναγκάζονταν να κοιμηθούν αρκετές βραδιές στα κτήματά τους και να χρησιμοποιήσουν διάφορα τεχνάσματα, όπως αυτό που αναφέρεται ακολούθως.
Άποψη του Γέρμα Καστοριάς.
Μια ημέρα, ένας αγρότης του χωριού που υπηρετούσε στα ΤΕΑ (Εθνοφυλακή), πήρε μία στρατιωτική χλαίνη που είχε στο σπίτι του και την κρέμασε σε ένα δέντρο του αμπελιού του, για να τη βλέπουν οι επίδοξοι σταφυλοκλέφτες και να φοβούνται να μπουν στο κτήμα του. Λογάριαζε όμως χωρίς τον ξενοδόχο, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ένας συγχωριανός του “πλακατζής” (: πειραχτήρι, φαρσέρ)”, που πέρασε την άλλη ημέρα απ' εκεί. Ο συγχωριανός αυτός είδε την κρεμασμένη χλαίνη, κατάλαβε τη σημασία της, την κατέβασε στα κρυφά απ' το δέντρο και με ένα ψαλίδι που είχε επάνω του την έκαμε ολόκληρη “φυλλωρίδια”, την έκοψε δηλαδή από πάνω έως κάτω σε στενές λωρίδες ! Κατόπιν την ξανακρέμασε στο ίδιο δέντρο, έφαγε πολλά σταφύλια κι έφυγε απαρατήρητος απ' το ξένο αμπέλι.
Παλαιό αμπέλι στον Γέρμα.
Το επόμενο πρωί ο αμπελουργός πήγε αμέριμνος στο κτήμα του κι αμέσως, με μεγάλη του έκπληξη και οργή, είδε να ανεμίζουν στο πρωινό αεράκι τα “φυλλωρίδια” της κουρελιασμένης χλαίνης του ...
Αυτό το ευτράπελο γεγονός έγινε αμέσως γνωστό στην πλατεία τού χωριού, και από τότε το αναφέρουν μέχρι σήμερα οι Γερμανιώτες ως ένα παλαιό εύθυμο συμβάν.

Σημείωση. Φυλλωρίδια ονομάζονται στο γλωσσικό ιδίωμα του Γέρμα οι στενές λωρίδες υφάσματος (< Φύλλα + λωρίδες),

Στρατιωτική χλαίνη Εθνοφύλακα.




Δύο άντρες μεταφέρουν ένα τεράστιο τσαμπί σταφυλιού.
Ξυλόγλυπτη παράσταση σε ναό του Γέρμα, έτ. 1775.



"Έκοψε τη χλαίνη σε φυλλωρίδια".
Πλανανόφυλλα στην πλατεία του Γέρμα.

Ο Γέρμας κατά το ηλιοβασίλεμα.
Άποψη απ' το βουνό Πάσχος.





Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2020

Η άδικη εκτέλεση - δολοφονία της Γερμανιώτισσας Ασπασίας Γιαννάκα απ’ τους ερυθρούς αντάρτες κατά τον Ανταρτοπόλεμο.


Κάποια ημέρα της περιόδου του Ανταρτοπολέμου (έτη 1946-49), οι επικεφαλής της Τοπικής Οργάνωσης του Κ.Κ.Ε Γέρμα πήραν απόφαση να συλλάβουν αναίτια και να εκτελέσουν (: δολοφονήσουν) μερικούς εθνικόφρονες Γερμανιώτες «για να φοβηθούν οι υπόλοιποι φασίστες» του χωριού. Επέλεξαν λοιπόν προς τούτο και συνέλαβαν τον Κωνσταντίνο Γ. Έξαρχο (Ντούλη), επειδή υπήρξε πρόεδρος της Κοινότητας Γέρμα επί Εθνικής Κυβερνήσεως Ιωάννου Μεταξά, καθώς και τον σύγαμπρό του Ιωάννη Γιαννάκα, μαζί με τη σύζυγό του Ασπασία Προδαφίκα - Γιαννάκα. Αυτούς τους τρεις συλληφθέντες Γερμανιώτες τους παρέλαβαν αμέσως 5-6 αντάρτες Κ/Σ και τους οδήγησαν δεμένους προς το Αρχηγείο τους, που βρισκόταν στο κοντινό βουνό Σινιάτσικο, για να δικαστούν και να εκτελεστούν ως “αντιδραστικοί” και “εχθροί του λαού” (sic).

Όταν οι αντάρτες με τους τρεις αιχμαλώτους έφθασαν στο χωριό Σισάνι, έπεσε η νύχτα και γι’ αυτό αποφάσισαν να μπουν όλοι σε μια αχυρώνα και να κοιμηθούν εκεί. Στην πόρτα της αχυρώνας τοποθέτησαν έναν αντάρτη σκοπό για να τους φυλάγει.
Ο Γέρμας Καστοριάς.
Περί τα μεσάνυχτα, κι ενώ όλοι, αντάρτες κι αιχμάλωτοι, κοιμούνταν βαριά, ξύπνησε ο Ντούλης Έξαρχος και διαπίστωσε ότι κοιμόταν και ο σκοπός αντάρτης. Αμέσως σκούντησε ελαφρά τον Γιάννη Γιαννάκα, καθώς και την αείμνηστη Ασπασία, και τους έκανε νόημα να βγουν έξω αθόρυβα και να δραπετεύσουν. Ο Γιαννάκας τον ακολούθησε, ενώ η Ασπασία δεν κατάλαβε τι έπρεπε να πράξει, ή δεν τόλμησε να σηκωθεί και δυστυχώς παρέμεινε εκεί.
Μετά από λίγη ώρα, και αφού ο Ντούλης και ο Γιαννάκας είχαν προλάβει ν’ απομακρυνθούν απ’ την περιοχή και να εξαφανιστούν μέσα στο περιβάλλον δάσος, ξύπνησε ο σκοπός, διαπίστωσε ότι έλειπαν οι δύο άντρες αιχμάλωτοι και άρχισε να φωνάζει. Αμέσως τότε ο Ομαδάρχης των ανταρτών έβγαλε το πιστόλι του κι εκτέλεσε επιτόπου την αείμνηστη Ασπασία Γιαννάκα, ετών 40, και τον αντάρτη σκοπό.
Ας είναι αιωνία η μνήμη της αδικοσκοτωμένης Ασπασίας Γιαννάκα και ο Θεός να αναπαύσει την άκακη ψυχή της.
(Καταγραφή Γ.Τ.Α.)




Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020

Οι εκτελέσεις (φόνοι) πέντε κατοίκων του Γέρμα Καστοριάς για ένα ζευγάρι παντόφλες (!), κατά την περίοδο της Κατοχής (έτ. 1941 – 44).


Πέντε νεκροί για ένα ζευγάρι γούνινες παντόφλες !
Διήγηση Αχιλλέα Ν. Πρώιου.
Καταγραφή εκ μνήμης Γ.Τ.Α.
Μια ημέρα, κατά την περίοδο της Ιταλογερμανικής Κατοχής (έτη 1941 - 44), επέδραμε ξαφνικά στον Γέρμα ένα ένοπλο απόσπασμα, αποτελούμενο από έναν Γερμανό Υπαξιωματικό και 2 - 3 ομοεθνείς του στρατιώτες, από 4 - 5 Ιταλούς στρατιώτες και από 10 - 15 Κομιτατζήδες που κατάγονταν από γειτονικά χωριά. Σκοπός της επιδρομής του αποσπάσματος ήταν η κατάσχεση και παραλαβή ζώντων προβάτων και βοδιών, καθώς και τροφίμων, για τη σίτιση του κατοχικού στρατού Καστοριάς. Οι Γερμανοί στρατιώτες παρέμειναν στην πλατεία του χωριού, ενώ οι Ιταλοί και οι Κομιτατζήδες διασκορπίστηκαν εντός κι εκτός του οικισμού, κι ερευνούσαν με τη σειρά όλα τα σπίτια και τους στάβλους, για τα βρούνε και να κατάσχουν τα επιζητούμενα ζώα και τρόφιμα.
Ένας απ’ τους Κομιτατζήδες έφθασε κάποια στιγμή και στο σπίτι της αείμνηστης Αναστασίας Δημητρ. Παπαδημητρίου (Μπίτινας), είδε εκεί ένα ζευγάρι γούνινες παντόφλες, τις άρπαξε κι έφυγε. Τις παντόφλες αυτές τις είχε στείλει προπολεμικώς απ’ την Αμερική στη Μπίτινα ο ξενιτεμένος γιος της Λάζος, κι αυτή τις κρατούσε ως ενθύμιό του και τις υπεραγαπούσε.
Η Μπίτινα, όταν είδε τον Κομιτατζή να κλέβει τις αγαπημένες της παντόφλες οργίστηκε πολύ, τον ακολούθησε στο δρόμο του και τον παρακαλούσε να τις αφήσει, αυτός όμως δεν τις άφηνε και απαντούσε «φύγε, θα σε σκοτώσω».
Όταν ο Κομιτατζής έφθασε στην πλατεία του χωριού, η Μπίτινα που ήταν πίσω του τον απείλησε λέγοντας πως θα αναφέρει στον Γερμανό Αξιωματικό ότι έκλεψε τις παντόφλες της. Ο Κομιτατζής τότε μάλλον φοβήθηκε και τις επέστρεψε, ύστερα όμως από λίγη ώρα ξαναπήγε στο σπίτι τής Μπίτινας και τη σκότωσε με το όπλο του.
Αμέσως μετά το φόνο της Μπίτινας, ο Κομιτατζής βγήκε απ’ το σπίτι της κι έτρεξε να φύγει. Και τότε συνέβη το απευκταίο. Αντιλήφτηκε να τον παρακολουθούν από παρακείμενη οικία, όπου ήταν κρυμμένοι, τέσσερις Γερμανιώτες, η Σοφία Δ. Μπούρντα, ο παράλυτος γιος της Βασίλειος Σκραπαριώτης, η Μαλαματή Γκατζένη και ο Νικόλαος Κολιούμπας. Οι δύο πρώτοι απ’ αυτούς, η Σοφία Βούρδα και ο γιος της Βασίλειος Σκραπαριώτης κατάγονταν από την Κορησό, ήταν δηλαδή συγχωριανοί ή κοντοχωριανοί  του και φυσικά τον αναγνώρισαν και δυστυχώς τον μίλησαν. Τότε αυτός πανικοβλήθηκε κι επειδή φοβήθηκε ότι οι αναφερόμενοι πέντε θα μαρτυρούσαν αργότερα το έγκλημά του, τους εκτέλεσε κι αυτούς επιτόπου και χωρίς οίκτο.
Ας είναι αιωνία η μνήμη της Αναστασίας Παπαδημητρίου, της Σοφίας Μπούρντα, του Βασίλη Σκραπαριώτη. της Μαλαματής Γκατζένη και του Νικολάου Κολιούμπα, που έχασαν την πολύτιμη ζωή τους για ένα ευτελές ζευγάρι παντόφλες.



Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2019

Η βρύση – ποτίστρα “Αλωνέτος” στον Γέρμα Καστοριάς.

Γράφει ο Γιώργος Τ. Αλεξίου.

Η βρύση - ποτίστρα "Αλωνέτος" στον Γέρμα, που
 βρίσκεται υπό την προστασία της Αγίας Τριάδος.
Άποψη μετά την πρόσφατη ανακαίνισή της.
Στο νότιο άκρο του χωριού (του οικισμού) Γέρμα Καστοριάς βρίσκεται ένας ανοιχτός κι επικλινής χώρος 800 τ.μ. περίπου, που ονομάζεται “Αλωνέτος” (= μικρό αλώνι ;). Στο κέντρο του χώρου αυτού υπάρχει η ομώνυμή του παλαιά και μεγάλη βρύση - ποτίστρα ζώων, στην οποία συγκλίνουν τρεις βασικοί αγροτικοί δρόμοι του χωριού.
Η εν λόγω βρύση – ποτίστρα έχει δύο κρουνούς (παλαιότερα είχε τρεις) και μία επιμήκη λεκάνη. Το νερό της προέρχεται από μία αστείρευτη πηγή, που βρίσκεται στον παρακείμενο λάκκο και σε απόσταση 150 μ. περίπου απ' αυτήν (τη βρύση).
Δίπλα ακριβώς στη βρύση του Αλωνέτου υπάρχει ένα εκκλησάκι που είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα. Στο εκκλησάκι αυτό μετέβαιναν παλαιότερα και μεταβαίνουν και τώρα οι ευσεβείς Γερμανιώτισσες, για να ανάψουν τα καντήλια του και να προσευχηθούν στον Τριαδικό Θεό μας.

Το χωριό Ο Γέρμας. Εντός του κύκλου
διακρίνεται "ο Αλωνέτος"
Η βρύση του Αλωνέτου αποτελούσε ανέκαθεν σημείο αναφοράς όλων των αγροτών κατοίκων του Γέρμα, ανδρών και γυναικών. Απ' τις “σιούρκες” του (: κρουνούς) έπαιρναν νερό με τις στάμνες τους, μέχρι το έτος 1955, οι κοπέλες του Γέρμα και στη λεκάνη του πότιζαν τα πολυάριθμα βόδια τους, τα άλογα και τα γαϊδουράκια, οι γεωργοί και κτηνοτρόφοι του χωριού.
Σήμερα, λίγοι Γερμανιώτες περνούν απ΄ τον Αλωνέτο, συνήθως ευκαιριακά και εποχούμενοι και γι' αυτό δεν προσέχουν τη βρύση του. Μόνον οι ηλικιωμένοι κάτοικοι του χωριού, οι άνω των 55 ετών, κάθε φορά που διέρχονται απ' εκεί κοντοστέκονται μπροστά στη βρύση - ποτίστρα του, την παρατηρούν με νοσταλγία, θυμούνται τις παλαιές “δόξες” της, φέρνουν στη σκέψη τους ειδυλλιακές “βουκολικές” εικόνες και αναπολούν τις περασμένες αλλ' αξέχαστες εποχές.

Στη βρύση, στην κρυόβρυση”. Δημοτικό ποίημα.
Πήγα στη βρύση κι έκατσα μ' ένα λαμπρό φεγγάρι,
δεν είδα την αγάπη μου νερό να ρθεί να πάρει.
Και χθες την είδα στο χορό που χόρευε μπροστά μου
και μια φορά απ' τις πολλές που διάβαινε μπροστά μου,
ανοίγει τα χειλάκια της και σιγανά μου λέει:
απόψε στην κρυόβρυση θα 'ρθώ ν’ ανταμωθούμε.

Η βρύση Αλωνέτος, όπως ήταν
 πριν την πρόσφατη επισκευή της.




Άλλη άποψη της βρύσης "Αλωνέτος".

Η λεκάνη ποτίσματος των ζώων.
Οι δύο "σιούρκες" (: κρουνοί) της βρύσης-ποτίστρας.



Η βρύση και το διπλανό της εκκλησάκι
 της Αγίας Τριάδος κατά την ανατολή του ήλιου.


Το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος που
  προστατεύει τη βρύση και τους επισκέπτες της.




Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

“Πως έμαθα να διαβάζω και να γράφω”. Μαθητική έκθεση του αείμνηστου Γερμανιώτη Γιάννη Γ. Προδαφίκα (1977 – 2019).

Εισαγωγικό Σημείωμα.
Ο αείμνηστος Γιάννης Γ. Προδαφίκας (1977 – 2019) ήταν ένας φέρελπις Γερμανιώτης νέος, λίαν αγαπητός στους συγγενείς, τους φίλους και τους γνωστούς του. Γεννήθηκε στη Φλώρινα κι έζησε εκεί κατά την παιδική κι εφηβική του ηλικία. Αργότερα μετακόμισε με την πατρική του οικογένεια στη Θεσσαλονίκη. Ευρισκόμενος στη συμπρωτεύουσα ασθένησε σοβαρά και γι' αυτό επέστρεψε με τους γονείς του κι εγκαταστάθηκε στο αγαπημένο του χωριό, τον Γέρμα Καστοριάς, όπου ύστερα από μερικά χρόνια απεβίωσε κι ετάφη. Εις ανάμνησή του δημοσιεύεται ακολούθως μία αξιοπρόσεκτη μαθητική έκθεσή του (: Σκέφτομαι και Γράφω), που είχε γράψει στις 24 Σεπτεμβρίου 1987, σε ηλικία 10 ετών. (Γ. Α.).

Θέμα: Πως έμαθα να διαβάζω και να γράφω.
Ο αείμνηστος Γιάννης Προδαφίκας.
Το περιβάλλον που μεγάλωσα ήταν γεμάτο βιβλία, γι' αυτό από πολύ μικρός άρχισα να μαθαίνω λίγο – λίγο να διαβάζω. Σ΄ αυτό με βοηθούσαν πολύ οι γονείς μου που ήταν εκπαιδευτικοί και δεν άργησα να μάθω ανάγνωση. Για μένα ήταν σαν παιχνίδι. Στην αρχή προσπαθούσα να αναγνωρίσω τα γράμματα στις φωτεινές επιγραφές, τα μεγάλα γράμματα στις εφημερίδες και στα περιοδικά και όταν να κατάφερνα ένιωθα μεγάλη ικανοποίηση. Αργότερα άρχισα να αναγνωρίζω και λέξεις.
Η επόμενή μου προσπάθεια ήταν να μάθω να γράφω. Πολλές φορές έβλεπα τους γονείς μου που έγραφαν συνέχεια και ήθελα να μπορώ κι εγώ να κάνω το ίδιο. Συχνά έπαιρνα τα μολύβια τους και μουτζούρωνα παντού, ακόμα και στα βιβλία που χρησιμοποιούσαν. Γι' αυτό η μητέρα μου είχε φέρει έναν μικρό πίνακα κι ένα κουτί κιμωλίες χρωματιστές κι εκεί προσπαθούσα να γράψω.
Το πρώτο που έμαθα να γράφω ήταν το όνομά μου κι αργότερα άλλες εύκολες λέξεις όπως μαμά, μπαμπάς, γάλα. Τους τα έδειχνα και με χαρά με έλεγαν ότι έκανα πρόοδο μεγάλη κι εγώ πίστευα ότι είχα γίνει σπουδαίος, αφού μπορούσα ό,τι έλεγα να το γράψω. Γι' αυτό, όταν πήγα στο σχολείο δεν δυσκολεύτηκα πολύ.
Γιάννης Προδαφίκας.

Ο Γιάννης Προδαφίκας
 σε νηπιακή ηλικία.


Ο Γέρμας Καστοριάς. Το αγαπημένο χωριό
του αξέχαστου Γιάννη Προδαφίκα.






Ο Γιάννης Προδαφίκας.