Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

Θλιβερές διαπιστώσεις για τον Γέρμα επί τη λήξει του παρόντος έτους 2022.

 

Ο Γέρμας στις αρχές της δεκαετίας του 1950 είχε 1.150 κατοίκους, τώρα έχει λιγότερους από 340 !


    Πριν από 20 χρόνια περίπου κατασκευάστηκε ένα πανάκριβο αρδευτικό φράγμα στον Γέρμα Καστοριάς, κόστους 3.000.000 ευρώ, και πριν από 10 χρόνια περίπου έγινε και ο αναδασμός των κτημάτων τού χωριού. Από τότε και μέχρι σήμερα όμως ο Δήμος του Άργους Ορεστικού, στον οποίον, για κακή του τύχη, υπάγεται ο Γέρμας, δεν αγωνίστηκε, ως όφειλε, να κατασκευαστεί και το απαιτούμενο, αρδευτικό δίκτυο προϋπολογισμού 4.020.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να "έχει φύγει" πλέον μια γενιά αγροτών που θα εκμεταλλευόταν το νερό τού φράγματος. Εάν το εν λόγω φράγμα βρισκόταν στο Άργος Ορεστικό είναι υπερβέβαιον ότι θα είχαν γίνει προ πολλού όχι μόνον ένα, αλλά δύο συνοδευτικά του αρδευτικά δίκτυα.

Ως γνωστόν, ο Δήμος του Άργος Άργους Ορεστικού δαπάνησε μεγάλο ποσό χρημάτων, 529.000 ευρώ, για την ανακατασκευή τού πάρκου που βρίσκεται απέναντι από το παλαιό Γυμνάσιο. Διαθέτει 11.730.000 ευρώ – και καλά κάνει - για τη διευθέτηση τής κοίτης του ποταμού Αλιάκμονα περιοχής Άργους βεβαίως και όχι π.χ. περιοχής Βογατσικού ή Κωσταραζίου. Διέθεσε 13 εκατομμύρια ευρώ – και καλά έκανε - για την τοποθέτηση φωτοβολταϊκών στις στέγες δημοτικών κτιρίων του Άργους, κλπ. κλπ. κλπ.

Δυστυχώς, όπως διαφαίνεται, Δήμαρχος τού Άργους Ορεστικού θα είναι πάντοτε ένας Αργείτης και εάν είναι στενόμυαλος τοπικιστής θα ενδιαφέρεται και θα μεριμνά μόνο για την κωμόπολή του. Γι' αυτό προφανώς πριν από μερικά έτη είχαν αγωνιστεί οι τότε “κεφαλές” του Άργους να μετονομαστεί ο Δήμος Ορεστίδας σε Δήμο Άργους Ορεστικού. Και δυστυχώς το πέτυχαν, διότι δεν αντέδρασαν, όπως θα έπρεπε, οι κάτοικοι των χωριών του Δήμου.

Τώρα, στο τέλος της φετινής χρονιάς 2022 πρέπει κι επιβάλλεται, ο Δήμος του Άργους Ορεστικού να συντάξει και κοινοποιήσει μία κατάσταση με τα χρηματικά ποσά που δαπάνησε ο Δήμος κατά την τελευταία 12ετία για τα Δημοτικά έργα που έγιναν στο Άργος Ορεστικό και για τα δημοτικά έργα που έγιναν στο καθένα από τα άλλα χωριά του Δήμου. Ο γράφων Γιώργος Αλεξίου, δημότης του Δήμου Άργους Ορεστικού, προτίθεται να υποβάλλει προσεχώς ανάλογη γραπτή Αίτηση στον Δήμο και να ζητήσει την εν λόγω κατάσταση.

Γιώργος Τ. Αλεξίου.



Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Χαρακτηριστικές λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος Γέρμα Καστοριάς.

 


Καταγραφή Γιώργου Τ. Αλεξίου.

1) Αδιά, η = η βιασύνη, η προχειρότητα. π.χ. μη κάμς ντ' δλιά σ' μι αδιά, θα γίν' στραβή.

2) Αδουκιούμαι, - ιέσι, -ιέτι = θυμούμαι. π.χ. Ώ Γιώργου, ιχτές είδα του πιδί σ' κι αδουκίθκα ισένα, όκαχτ' είστι !

  1. Αδράχνω = καίομαι λίγο, επιφανειακά. π.χ. Έκατσα κουντά στου τζιάκ' για να πυρουθώ κι αδράχκι του πουδουνάρ' απ' του παντιλόν' μ' {: κάθησα κοντα στο τζάκι για να ζεσταθώ και κάηκε επιφανειακά η μία περισκελίδα τού παντελονιού μου) {προφανώς από το ρήμα δράττω = πιάνω}.

  2. Αϊ-Δήμος, ο = το Άγιο Βήμα των ναών. π.χ. Μέσα στουν Αϊ - Δήμου βρίσκουνταν σήμιρα κι λειτούργησαν, ου Δισπότς μας κι τρείς Παπάδις.

5) Ακάτσωτος = ο ζωηρός, αεικίνητος και ζαβολιάρης νέος. // η ακατσωτιά = Το αθέλητο παιδικό παράπτωμα, η παιδική ζημιά. π.χ. (ομιλεί ο δάσκαλος στον πατέρα μαθητή του:) Ου γιός σ' είνι ακάτσουτους μέσ΄ σ'ν τάξ΄ τ', κάμ' πουλιές ακατσιουτιές, όλου σκώνιτι απ' του θρανίου τ' κι πειράζ' τ'ς συμμαθήτριίς τ'. {: Ο γιός σου είναι πολύ ζωηρός μέσα στην τάξη του, κάνει πολλές αταξίες, συνεχώς σηκώνετε απ' το θρανίο του και πειράζει τις συμμαθήτριές του. (σε χωριά της Καστοριάς}.

6) Αλάδωτος και αμύρωτος = αυτός που δεν έλαβε από τον ιερέα κατά τη βάπτισή του άγιο έλαιο και άγιο μύρο, ο αφώτιστος και δύστροπος άνθρωπος. π.χ. Φύγι απού μπρουστά μ' αλάδουτι, αμύρουτι.

    7) Ανιμκιά, η (η ανεμικιά) = ο ανεμοστρόβιλος. π.χ. Λέει η γιαγιά στα εγγόνια της: Έμπατι μέσα στου σπίτ' γλήγουρα, γιατί έπιασι ανιμκιά, κι θα σας σκωσ' κι θα σας ανιβάσ' ουπάν στου λιφκάδ'!

    8) Ανηχόρταβος, ο. {Αναχόρταγος ;} = Ο ακόρεστος, ο πλεονέκτης, ο ανικανοποίητος, ο αχάριστος. π.χ. Αυτός ου άνθρωπους είνι ανηχόρταβος, δεν χουρταίν' μι τίπουτα, τα θέλ' όλα θκα τ'.

9) Αποπιάνω = Ζητώ εξηγήσεις από κάποιον που με κακολόγησε αδίκως εν απουσία μου και διαμαρτύρομαι για αυτήν του την ανέντιμη πράξη. π.χ. Ου Γιώργους είπι στουν ξάδιρφου τ', ότι είμι ζουλουμκιάρς {: αρέσκομαι να προξενώ ζημίες στους ανθρώπους), το έμαθα κι πήγα κι τουν απόπιασα.

10) Άρα - Μάρα. = Ό,τι έγινε, έγινε, ας πάει στο καλό". π.χ. Έπισες πιδί μ' κι βάρισις πουλύ; Άρα - Μάρα ! Μη κλιές.

11) Άρμενος, ο. (ου άρμινους) = το χαμομήλι. Αρμενίζομαι = παθαίνω επιλόχια κατάθλιψη. Το ξαρμένισμα = χορήγηση αφεψήματος χαμομηλιού για ίαση λεχώνας που πάσχει από επιλόχια κατάθλιψη. π.χ. Αρμινίσκι η θυγατέρα μ' που είνι λιχώνα κι θα πάου να ντ δώσου άρμινουν.

    12) Αστίζω (ή ασταίνω;) = εξάπτομαι συναισθηματικά, ερεθίζομαι σεξουαλικά, αφηνιάζω. π.χ. Αυτή η χήρα γυναίκα άστσι (άστισε) από του κάτσμου (κάτσιμο) και γυρεύ' να ξαναπαντρευτεί ! Αστζμένος (αστισμένος) = ο διεγερμένος, ο δυνατός και ατίθασος. π.χ. πώς αναψοκοκκίντσις έτς σαν αστζμένος;

    13) Αχαριάζομαι = αναγουλιάζω. π.χ. Άμα θυμθώ του (τάδε) άνουστου  φαΐ αχαριάζουμι, μ' έρχιτι να ξιράσου.

14) Βαραίνω την καμπάνα. = (μεταφορικώς) κοινοποιώ ένα μυστικό. π.χ. Μη λιέτι τίπουτα σ' αυτήν ντ γυναίκα, θα βαρέσ' 'ν γκαμπάνα" (θα το κοινοποιήσει παντού).

15) Βούτσου, η (βούτσω) = η χοντρή και βρώμικη γουρούνα, η σκρόφα, και μεταφορικώς η εύσωμη και βρωμιάρα γυναίκα. /// Βουτσιέμαι = κυλιέμαι στα λασπόνερα. π.χ. Η βούτσου μας όλ'ν τ' μέρα βουτσιέτι στου αυλάκ' μι τς λάσπις.

16) Βρουχός, ο = το καλοπλυμένο ρούχο, το κάτασπρο, το πεντακάθαρο. (χρησιμοποιείται αποκλειστικά για ασπρόρρουχα) π.χ. Ιχτές πήγα στου πουτάμ' κι έπλυνα τα ρούχα μ', τα βάρισα πουλύ ώρα μι τουν κόπανου, βρουχός γίνγκαν. Τα γαργαρόπλυνα τα ρούχα μ' κ' ίνγκαν βρουχός.

17) Γαίμα = αίμα. γήλιους (ήλιος). γήμιρους (ήμερος). γείνουρου (όνειρο). γυφαίνου (υφαίνω) κ.ά. (Αρκετές λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν προφέρονται με ένα -γ- μπροστά τους).

18) Γκότζβας, ο = ο κότσυφας. Π.χ. Ιχτές ήρθαν όξου απ' του σπίτ' μ', σμ πιρουγλιά μ' πέντ΄- έξ γκουτζβέ.

19) Γκουφάρι, το = ο γοφός. π.χ. Σιούκουσα μια πουλύ βαριά πέτρα κι μι πόνισι του γκουφάρ'.

20) Γκνούσας, ο: (κυριολεκτικώς) = ο έχων υπνηλία. /// Μεταφορικώς = ο νωθρός, ο αργοκίνητος. π.χ. Βάδιζι γλήγουρα, μη πιρπατάς σαν τουν γκνούσα.

21) Γκρινιάζει: Λέγεται για σωματική πληγή και σημαίνει τον υπερβολικό ερεθισμό της και την γάγγραινα. π.χ. μη πειράειζς του βάρεμα στου πουδαρ' σ', γιατί θα γκρινιάξ - θα γκρινιάξ κι θα στου κόψουν.

22) Γκυλνώ = κυλώ. Γκυλνιούμι = κυλιέμαι. Γκυλτζμένους = κυλισμένος. Γκυλιστήρ = κυλιστήρι (ράβδος παιδικού παιχνιδιού με ρόδα στην άκρη της). Γκύλιαντρους = καρούλι με κλωστή ραψίματος.

23) Διαβάτης (ου διαβάτς) = Πόνος περαστικός. Διαβαίνω = αναρρώνω, γίνομαι ξανά υγιής.

24) Διαολαριά, η ( από το διάολος) = η νεαρή γυναίκα, η κοπέλα που αρέσκεται να πειράζει τους άλλους και να αστειεύεται μαζί τους. π.χ. Σήμιρα του μισμέρ' ήρθαν τρεις διαουλαριές τς γειτουνιάς στου σπίτ' μ' κι μ' έφαγαν όλα τα δαμάσκνα.

25) Δραχμάμης, ο. = Ο υπερβολικά φιλοχρήματος, ο τσιγκούναρος. π.χ. Αυτός είνι τρανός δραχμάμς, άμα ιδεί λιφτά τριλιαίνιτι. Ούτι στουν άγγιλου τ' δε δίν' νιρό

26) Δυναστεύω = καταπονώ κάτι, το κουράζω. π.χ. Πιρπάτσα πουλί ιχτές, δυνάστιψα του πουδάρ μ' κι τώρα μι πουνάει.

27) Δώμ' του ψάρ΄ κι να τουν παρά, κι όχ' να τουν παρά και δώμ' του ψαρ' = δώσ' μου το ψάρι και να τον παρά,... π.χ. Τώρα τς γιουρτές που θα πας να ψνίσεις να θμάσι: Δώμ' του ψάρ΄ κ.λ.π.

28) Εμ αρνάτα, εμ μαλλάτα, εμ αρνί θηλκό. Το έλεγαν για κάποιον που ζητούσε μεγάλη προίκα για τον γιό του: Δηλαδή, ζητάει πρόβατα, που να έχουν, και αρνιά, και μαλλί, κι επί πλέον τα αρνιά τους να είναι θηλυκά!

29) Ετοιμάζω (τμάζου) και "του τμάσμου" {: το ετοιμάσιμο, το ετοίμασμα}. (Κατά το χτίζω - χτίσιμο). = η τελική και καθοριστική πρόσθεση σε νερόβραστη φασολάδα τσιγαρισμένου σε λάδι και πιπέρι, κρεμμυδιού, ντομάτας, δυόσμου, σέλινου, καρότου κ.ά. π.χ. Αμόρ' μάνα, τα φασούλια στου τσκάλ' έβρασαν, να τα τμάσου;

30) Ζιαμπουλιάζω = ζουλίζω ένα φρούτο, ένα αντικείμενο που έχει μαλακή υφή. π.χ. Τα θκα σ' τα λόια σύκα κι ζιαμπουλιάζουνται, τα θκα μ' καρύδια κι ρουπουτούν {: τα δικά σου τα λόγια είναι σαν τα σύκα που ζουλίζονται αθόρυβα, ενώ τα δικά μου είναι σαν τα καρύδια που σπάζουν και κάνουν θόρυβο} (λαϊκή παροιμία).

31) "Ζιάρη στην καρδιά” = αναμμένα κάρβουνα στην καρδιά {: πολύ μεγάλη συναισθηματική πίεση, ψυχικός πόνος). πχ. Γιατί φουνάιζς τόσου; δε σ' έβαλα κι ζιαρ' σν γκαρδιά ! {Τυπική έκφραση)

32) Ζιούλα, η = το υπερώριμο φρούτο, συνήθως αχλάδι. π.χ. Ιχτές πήγα στου χουράφ' μ', ανέφκα' σντ γκουρτσιά μ' κι έφτασα {= έμασα} πεντ' - εξ ζιούλις.

33) Ζιούπος, ο = ο πολύ κοντός άνθρωπος, ο βραχύσωμος. π.χ. Αμπρουστά πιρπατούσι ένας αψηουλός άντρας κι απού πίσου τ' τουν ακλουθούσι ένας ζιούπους, που δεν φαίνονταν απού ντ' γης.

34) Ζμάτζμα. Ζούλγμα. Ζούπμα. π.χ. Τα ρούχα μας θέλουν ζμάτζμα (ζεμάτισμα) στου κακάβ, τα μήλα μας θέλουν ζούλγμα (ζούλιγμα) για να φτάσουν (ωριμάσουν), και η πίτα θέλ' ζούπμα (τρύπημα) για να ψηθεί καλά.

35) Ζουλουμκιάρης, ο = Αυτός που αρέσκεται να προξενεί ζημίες, να βλάπτει τους ανθρώπους.

36) Ζουλνώ = ζουλώ, ζουλίζω, πιέζω με το χέρι μου κάτι εύπλαστο και μαλακό όπως η σάρκα. π.χ. Όταν ζουλνώ του πουδάρ' μ' πρήζιτι κι μι πουνάει.

37) Θέλνου (= θέλω). Θέλνν (θέλουν) (με δύο -ν-). Λύλνου (= λύνω). Λύλνν (= λύνουν). Δέλνου (= δένω).δέλνν (= δέλνουν). κ.ά.

38) Ιπικιώρ και ιπιτιώρ = πρωτύτερα, προηγουμένως.    // π.χ. Είδα ιπικιώρ τουν Γιάνν' κι ήταν αξούρστους ! Πώς πήγι έτσ' σ'ν εκκλησιά;

39) Ισκιόβουλο, το = ο σκυθρωπός, αγέλαστος και απλησίαστος άνθρωπος. π.χ. Στουν γάμου ήταν και η – τάδε - (γυναίκα), κάθουνταν μόναχ' σ'ν άκρα σαν ισκιόβουλου. {: Στον γάμο ήταν και η – τάδε -, καθόταν μόνη στην άκρη σαν ισκιόβουλο}.

40) Καθαρίζω = (μεταφοορικώς) ευνουχίζω μικρό ζώο, συνήθως γουρούνι και σκύλο. π.χ. ταχιά θα καθαρίσουμι του γουρούν' μας.

41) Κακουλαλώακολαλώ) = κατηγορώ κάποιον αδίκως εν απουσία του. π.χ. Τώρα μόλις πιγκώθκα, κάποιος μι κακουλάλτσι. (= Τώρα μόλις κατάπια στραβά τη μπουκιά μου, κάποιος θα με κατηγόρησε άδικα).

42) Κανιάζω = κλαίω γοερά επί πολλή ώρα. π.χ. του μκρο του πιδί ξύπνησι κι κάνιασι να κλιαίει.

43) Κατράναβους, ο = δυστυχισμένος, ταπαιπωρημένος (μεταφορικώς μαύρος σαν το κατράμι).

44) Καχίρ, το = σοβαρή ασθένεια, ο καρκίνος. π.χ. Να μη στιναχουριέσι πουλύ, γιατί θα βγάλτς κανά καχίρ.

45) Καψοπαίδι, το = το "καμένο", το δυστυχισμένο, το ταλαιπωρημένο παιδί. π.χ. Τί να κάμ' κι αυτό του καψουπαίδ΄ ! πέθαναν οι γουνείς τ' κι απόμκι μόναχου στουν κόσμου. {: Τι να κάνει κι αυτό το δυστυχισμένο παιδί ! πέθαναν οι γονείς του και έμεινε μόνο του στον κόσμο}.

46) "Κοιμάται η καρδιά μου" = Υπνοβατώ. // π.χ. Ιχτές του βράδ' "κοιμάταν η καρδιά μ'". Σκώθκα απ' του κριβάτ' κι βήκα όξου απ' του σπίτ' μ' κι παραλαλούσα. Ευτυχώς δεν μι μίλτσι καένας. Αν μι μιλούσι θα πέθινα.

47) Κοίτας, το, και "η κοίτας" = η κατάκλιση ασθενούς ή γέροντα. π.χ. πέθανι, δεν άντιξι, τουν έφαγι του κοίτας. "Να σι φάει η κοίτας" (: κατάρα).

48) Κώσα, η = η πλεξούδα στα μαλλιά των γυναικών. π.χ. Η θκιμ η θυγατέρα φκιάν δυό τρανές κώσις στα μαλλιά τς, 'μ πρέπουν καλύτιρα

49) Κουλάι = εύκολα, γρήγορα. π.χ. Δεν πιρνάει κουλάι αυτός οι χμώνας.

50) Κουρεμός, ο = Πάλι καλά. Έστω κι έτσι. π.χ. Πήγα να μαζέψω καρύδια και μάζεψα μόνο 2 κιλά, κουρεμός. (: πήγα να μάσου κάχτις κι έμασα μόνη δυο κιλά, κουριμός). Ο τάδε παντρεύτηκε (: παντρέυκι) στα 50 χρόνια του, κουρεμός.

51) Κρανίζω = δειλιάζω, φοβούμαι και υποχωρώ. π.χ. Είδα ιχτές στου δρόμου μ' μια τρανή αρκούδα κι τα κράντσα, γύρσα γλήγουρα πίσου στου σπίτ' μ'.

52) Λιάκατα, τα = τα εντόσθια ( ως σύνολο) των ζώων και σπανίως των ανθρώπων. // Αηδιαστικός, απαξιωτικός, περιφρονητικός ο χαρακτηρισμός τους. π.χ. Ιχτές του προυί πάτσα μι του αυτουκίνητου μ' μια γκαχιλώνα κι βήκαν απού ν' γκλιάτς τα λιάκατα. // Η λέξη δεν απαντάται στον ενικό αριθμό.

53) Λευτάρι, το = ο λεβέντης έφηβος και η λεβέντισσα έφηβη. π.χ. Ιχτές είδα τουν μκρόν τουν γιό σ' κι τουν καμάρουσα, λευτάρ' ίγκιν !

54) Λιθοπάτημα, το = η φλύκταινα στο πέλμα του ποδιού. π.χ. Πιρπάτσις ξπόλτους στου δρόμου κι έβγαλις λιθουπάτμα σν πατούνας, να βάλτς στουμπζμένου πιντάνιβρου για να διάβς.

55) Λύσα, η ( λύση;) = Η κοιλότητα του ποδιού που βρίσκεται στην κορυφή της γάμπας, πίσω ακριβώς από το γόνατο. (π.χ. Του φουστάν' σ' (= το φουστάνι σου) είνι πουλύ κουντό κι φαίνουντι οι λύσις σ').

56) Μάξους = επίτηδες. π.χ. Η Μαρία μάξους έβαλι αυτό του όμορφου φουστάν', για να του ιδεί η Λιένη κι να ζηλέψ'.

57) Μασκαράς, ο. = ο ξεδιάντροπος, ο ξεφτιλισμένος, ο ανήθικος άνθρωπος. Π.χ. “Καλύτιρα να πιθάνου τιμημένους, παρά να ζω μασκαριμένους". (λαϊκή παροιμία).

58) Μέτα = ξανά, πάλι. (π.χ. ω Γιώργου, τράβα στου σπίτ' σ' να φας κι έλα μέτα ιδώ για να μι βοηθήεις στουν μπαχτσιέ). (Όπως στο "μετακάνω" = ξανακάνω και στο "μεταπίνω" = ξαναπίνω, κ.λ.π.).

59) Μονάδες μέτρησης των τριών διαστάσεων : 1 τρίχα. / 1 ράμα. / 1 αγκίδα. / 1 νύχ’. / 1 δάχτυλου. / 1 φουρκή. / 1 απαλάμ’. / 1 πατούνα. / 1 κιφάλ’. / 1 πήχ’. / 1 αγκώνας. / 1 χέρ’. / 1 γόνα. / 1 πουδάρ. / 1 δρασκλιά. / 1 μπόι. / 1 ξυάλη. (1 = ένας , μία , ένα).

60) Μούρμουρο, το = το άπειρο σύνολο εντόμων και λοιπών ζωυφίων της γης. π.χ. Μαζώχκι πουλύς κόσμους ν΄ ακούσ' 'ν ουμιλία τ' προυθυπουργού, τς γης του μούρμουρου. {ίσως είναι ενικός αριθμός της λέξη "τα μουρμούτσια ", που σημαίνει ένα μεγάλο σύνολο εντόμων και ζωυφίων}.

61) Μουσμούτι, το (μουσμούτ') = το μικρό ποντικάκι και κάθε άλλο ζωάκι που χώνει παντού τη μουσούδα του για να βρει τροφή. Μεταφορικώς: ο μικρόσωμος, ισχνός και κακεντρεχής άνθρωπος που ασχολείται με ξένες υποθέσεις, ο διαβολέας. π.χ. Ου Νίκους είνι τρανό μουσμούτ', μι κατηγόρσι άδικα στουν ξάδιρφου μ' κι μας έβαλι να μαλώσουμι.

62) Μπουχνίζω (όχι μπουχτίζω) = σκεπάζω τελείως την κατσαρόλα μόλις βράσει το φαγητό για να "μπουχνίσει", να μην φύγει ο ατμός του. ( Ίσως από το αχνίζω;).

63) Μωρόξινος, ο = ο γλυκόξινος, - η, - ο .(ου Μουρόξνους, η μουρόξν, του μουρόξνου). π.χ. Έχου μια μπλιά που κάμ μουρόξνα μήλα {: Έχω μία μηλιά που κάνει μωρόξινα {= γλυκόξινα} μήλα}.

64) "Να σι φλαγ' ου θιός απού παλιόν ζουτλάρ κι κινούργιουν νοικουκύρ". = Να σε φυλάγει ο Θεός από παλιό ζήτουλα και καινούργιον νοικοκύρη. (Παροιμία).

65) Νοικοκυράτα, τα (τα νγκουκυράτα) = τα σκεύη της νοικοκυράς ως σύνολο, τα κουζινικά. π.χ. Πήγα ιχτές στου παναήρ' κι αγόρασα πουλλά νγκουκυράτα: έναν τέντζιαρ', ένα τηγάν', πέντε χλιάργια, πέντι βελούσκις.

66) Νταουλτζιάς, ο = θανατηφόρα απροσδιόριστη ασθένεια, {προέρχεται μάλλον από τη λέξη νταούλι (μεγάλο τύμπανο), επειδή η κοιλιά του άταφου νεκρού φουσκώνει σαν το νταούλι}. π.χ. Μη κάθισι ιδρουμένους στουν αέρα, γιατί θα σι βαρέσ' νταουλτζιάς, θα σμάσεις τουν σβέρκου σ'.

67) Ξαρμένισμα, το = Η θεραπεία με άρμενον (χαμομήλι) μιας λεχώνας που πάσχει από επιλόχια κατάθλιψη. π.χ. Αρμινίσκι η αμψιά μ' που είνι λιχώνα κι πήγα κι ν΄ ξαρμέντσα για να γίν' καλά. = Αρμενίστηκε (αρώστησε από επιλόχιο κατάθλιψη) η ανεψιά μου που είναι λεχώνα και πήγα και την πίεσα να μυρίσει και να να πιεί χαμομήλι για να θεραπευτεί.

68) Ξενομώ = 1) Φεύγω αναγκαστικά μακριά από κάπου. 2) αποδιώχνω κάποιον από κοντά μου. π.χ. Ξινόμσα σν Αμιρική για να ζήσου καλύτερα. Ρίχνου πέτρες για να ξινουμήσου τα πλιά απού του χωράφ' μου.

69) Ξεοσμώ, (Ξιζμώ) = ξεοσμίζω, χάνω την οσμή μου, εξατμίζονται. π.χ. Στούπουσι του μπουκάλ' μι του ξύδ' γιατί θα ξιζμίσ'" (: στούπωσε το μπουκάλι του ξυδιού γιατί θα ξεοσμίσει).

70) Ξεπαριασμένος = ξεπαραδιασμένος, ανυπόληπτος, ξεφτιλισμένος, αναξιοπρεπής. π.χ. Δεν θα παντρέψου ιγώ τ' θκι μ' τ' θυγατέρα μ' αυτόν τουν ξιπαριασμένουν.

71) Ξεσφίγγης, ο (ξισφίγγς) = ο πολύ αδύνατος και αδύναμος άνθρωπος, που βαδίζει τεμπέλικα και με ατονία. π.χ. κοίταξι τουν ξισφίγγ', απού 'ν τιμπιλιά τ' δεν μπουρεί να σμας του παντιλόν' τ' κι να σύρ' τα πουδάρια τ'.

72) Ξιζουλνώ = πληγώνω επιφανειακά το δέρμα μου. π.χ. Έπισα, βάρισα κι ξιζιουλίσκα λίγου στου χέρ' μ'.

73) Όκαχτος = ολόιδιος. π.χ. Ισύ είσι όκαχτους μι τουν μπάρμπα σ'.

74) Ολυμπία, η, {αποκαλείται Λυούμπω (Λιούμπου) και η Ολυμπιάδα αποκαλείται Λυμπιάδα}.

75) Ότ' είπα κι ότ΄ δεν είπα, νιρό κι άλας να γένουν. {: Το λένε οι γυναίκες που έχουν πει “άπριπα λόια" και μετανιώνουν γι΄αυτό}. π.χ. Δεν έπριπι να τουν πω αυτόν τουν λόγου, στάχτ' στου στόμα μ'.

76) Ουκνεύου = βαριέμαι, τεμπελιάζω. π.χ. Δεν κοιμήθηκα ιψές του βραδ' κι τώρα οκνεύου να σκουθώ απ' του κριβάτ'.

77) Παθημένος, ο (ου παθμένους) και "ου παθήσιους" (ο παθήσιος) = ο άνθρωπος που πάσχει από κάποιο σοβαρό και χρόνιο νόσημα. π.χ. Αυτός ου άντρας δεν μπουρεί να δλεψ στα χουράφια, ιπειδή είνι παθμένους. Αυτή η γυναίκα δεν γυφαίν' στουν αργαλειό, ιπειδή είναι παθήσια.

78) Παρμακλίκια, τα = τα παντζούρια, τα διάκενα σε πόρτες και παράθυρα. π.χ. Θέλου να φκιάσου δυο παραθύρια μι παρμακλήκια.

79) Πίπκα, τα = ξαπλωμένος μπρούμυτα, πρηνηδόν. π.χ. Ιγώ κοιμούμι τα πίπκα, ιπειδή μι πουνάει η ραχ'.

80) Πιπκώνω = καταπίνω την τροφή βιαστικά και αμάσητη. π.χ. Όταν ξυπνήσου αργά, πιπκώνω ψουμουτύρ κι πχιαλώ στου χουράφ'.

81) Ποτούρι, το = είδος μάλλινου παντελονιού, που ήταν φαρδύ στο επάνω μέρος και στενό στο κάτω. Το φορούσαν πριν από το έτος 1940 οι άνδρες γεωργοί στον Γέρμα Καστοριάς. Οι κτηνοτρόφοι φορούσαν φουστανέλες. π.χ. Ου γιός μ' πήρι προίκα τρία πουτούρια, τα δυο είνι μαύρα κι του ένα άσπρου. (: Ίσως από την αρχαιοελληνική λέξη "ποτήριον", που σήμαινε "και το εξ ερίων ένδυμα, επεί ποτέ έριον ην").

82) Πισνικοθέρμη, η = η οκνηρία, η τεμπελιά (ειρωνικώς). {από το πισνίκι = ψωμί, και από τη θέρμη = πυρετός}. π.χ. - Γιατί Γιουργάκ' δεν ήρθις ιχτές στου σχουλείου; - Ήμαν άρρουστους, Κύριι. - Τί είχις; πισνικουθέρμ';

83) “Πλύσιμο”, το = μεταφορικώς η έναρξη της έμμηνης ρύσης των κοριτσιών, η ενηλικίωσή τους. π.χ. Η ανιψιά μ' τράνιψι πουλύ, “πλύθκι” πέρσ'. ( Η ανεψιά μου μεγάλωσε πολύ, “πλύθηκε” πέρυσι). {Χωριά της Καστοριάς}.

84) Πυτιά, η (πτυά) = το περιεχόμενο του στομαχιού, η τροφή που βρίσκεται στο στομάχι. π.χ. μη κρέμισι πιδί μ' απ' του δέντρου μι του κιφάλ' σιακάτ', γιατί θα γυρισ' ανάπουδα η πτιά σ'.

85) Πυρώνω= βάζω κάτι κοντά σε φωτιά για να ζεσταθεί. π.χ. Κρύουσα κι για ταύτου έκατσα κοντά στ' φουτιά, για να πυρουθώ.

86) "Ραγίζω την καρδιά" = στενοχωρώ κάποιον πάρα πολύ. π.χ. "Ου μακαρίτς ου άντρας μ' πουτέ δεν μι ράγσι 'ν γκαρδιά". ("σι ράγσι όμους τα πλιβρά (πλευρά)", απαντούσε ψιθυριστά η κακεντρεχής γειτόνισσά της).

87) Σαρκώνω = τρώω καλή τροφή για να αυξηθεί το κρέας τού σώματός μου, για να αποκτήσω δύναμη. π.χ. Θα φάου φαΐ με κριάς για να με σαρκώσ'. Να φας τυρί για να σι σαρκώσ'.

88) Σειησμάρα= ψυχική ταραχή, συναισθηματική αναστάτωση. π.χ. Μι είπι κάτ'  λόϊα η Λυμπιάδα κι μι σείησι, απού σειησμάρα να μη γλυτώσ'.

89) Σκαλιουρνώ και σκαλιουρίζω = 1) δίνω τις πρώτες ευχές σε νεόνυμφους.

90) Σκαλιώρα, η (εις καλή ώρα;) = η πρώτη επίσκεψη Γερμανιωτών σε οικία νεοαρραβωνιασμένων και νεόνυμφων για να τους συγχαρούν (τους νεοαρραβωνιασμένους και τους νεόνυμφους) και να τους ευχηθούν αναλόγως. π.χ. Απόψι θα πάνου στου σπίτ' τς ανιψιάς μ' π' αρραβουνιάσκι, για να τ' σκαλιουρίσου.

91) Σκανντλήθρα, η (σκαντηλήθρα) = Η σπίθα ξύλων που καίγονται στο τζάκι. π.χ. Μη συμπάς ( ανακατεύεις, σκαλίζεις) τα ξύλα που καίουντι στου τζιάκ, γιατί πιτάζουντι σκαντλήθρις.

92) Σκούπιρο, το = το μικρό σκουπίδι, αυτό που έχει μικρόν όγκο.

93) Σοφολογώ = επινοώ, εφευρίσκω. π.χ. Πώς του σουφουλόησις αυτό του κέντημα; Πώς του σουφουλόησις αυτό του ιργαλείου!

94) Σπάζω = τρυπάω κάτι με λεπτό αιχμηρό αντικείμενο. π.χ. "αν μι σπάσεις μι βελόνα, θα σι σπάσω μι Σακοράφα" {: άν με σπάσεις με βελόνα, θα σε σπάσω με Σακοράφα}. Για την έννοια της λέξης "σπάζω" χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά η λέξη "τσακίζω".

95) Σπαράζω = σκουντώ ελαφρώς κάποιον, τον αγγίζω με το χέρι μου, τον κουνώ λίγο και τον σπρώχνω ελάχιστα = Μη σπαράζεις του γιντσιάρκου (το νεογέννητο) του πιδί που κοιμάτι, γιατί θα ξυπνήσ'

96) Στουπώνω = βουλώνω, κλείνω με τάπα ή με καπάκι ένα δοχείο, ένα μπουκάλι κ.λ.π.

97) Συρμί, το = επιδημία συνάγχης, ελαφρά γρίπη. Π,χ. Ιπέρσ' που μ' έπιασι του συρμί έκαμα ένα μήνα να διάβου (: να γίνω υγιής).

98) Του σκλι θελ' να εχ' τ' αφεντικό τ' πουλλά πιδιά για να παίζ' (το σκυλί) μι τ' αυτά (με τα παιδιά), ινώ η γάτα δεν θέλ' να εχ' τ' αφεντικό τς πιδιά για να παίζ' (το αφεντικό της) μι τ' αυτήν. {: Το σκυλί θέλει να έχει ο ιδιοκτήτης του πολλά παιδιά για να παίζει μαζί τους, ενώ η γάτα δεν θέλει να έχει ο ιδιοκτήτης της παιδιά για να παίζει μ' αυτήν}. Λαϊκή παροιμιακή φράση.

99) Τριχούλ', το = μικρός τροχός, ρόδα, και μεταφορικώς ο κοντόχοντρος άνθρωπος (!). π.χ. Ιφέτους τάισα πουλύ του γουρούν' μ', τριχούλ' του έκαμα. Πώς χόντρινι ετς ου Γιάνντς, τριχούλ' γίνγκιν.

100) "Τρουίρου-ίρου" = τριγύρω-γύρω, ολόγυρα. π.χ. η αλούπα ιψές πχιαλούσι όλ' 'ν νύχτα τρουίρου-ίρου στου κουμάσ', για να βρει να φάι καμι' αρνίθα. {= η αλεπού χθές βράδυ έτρεχε όλη τη νύχτα γύρω - γύρω στο κοτέτσι, για να βρει να φάει καμία κότα.}

101) Τσιαταμπόντς, ο (τσιαταμπόνης).= Ο οργανοπαίκτης λαϊκής κομπανίας χάλκινων μουσικών οργάνων. π.χ. Ιψές γλιντούσα μέχρι του προυί. Οι τσιαταμπόνδις βάριναν τα άργανα κι εγώ χόριυα.

102) Τσιατούρι, το = πήλινο δοχείο νυκτός για υπέργηρο άνθρωπο ή για κατάκοιτο ασθενή. π.χ. είνι πουλύ άρρουστους, τουν βάνουν του τσιατούρ'. /// Ο τσιατούρας = αυτός που πάσχει από ακράτεια ούρων.

103) Τς κλιάς (της κοιλιάς) = η ξαπλωμένη θέση του σώματος με την κοιλιά προς τα κάτω, η στάση μπρούμυτα. π.χ. Ιχτές πέρασάμι πουλύ καλά στου βνο, ήμασταν ολ' μέρα ξαπλουμέν' τς κλιάς. / Ξικαρδίσκαμι απ' τα γέλια, έπισάμι τς κλιάς.

104) Τσιουτνιάζω (τσιουτινιάζω) = αναρριγώ, ανατριχιάζω από κρύο ή από πυρετό. π.χ. Έπισι πουλύ χιόν' κι τσιουτνιάζου απ' του κρύου. // Θα πέσου να κοιμθώ, γιατί έχου θιρμασιά κι δεν αντέχου του τσιουτίνιασμα.

105) Τσιτσιδόνα, η = Η καρδερίνα. π.χ. Μια τσιτσιδόνα έφκιασι φουλιά σ' μπλιά μας (στη μηλιά μας) κι έχ' μέσα 4 - 5 όμουρφα τσιτσιδουνούλια.

106) Φράγκικη πιπεριά = η καυτερή πιπεριά. π.χ. Έριξα στα φασούλια όταν έβραζαν μια φράγκ'κ' πιπιριά κι όταν τα έφαγα μ' έκαψαν πουλύ, βήκαν τα μάτια μ' απ' όξου.

107) Φράγκος= ο υπερβολικά ευέξαπτος, ο πολύ οργισμένος και σκληρός άνθρωπος. π.χ. Όταν ου μπάρμπας μ' έμαθι ότι τουν έκλιψαν του άλουγου τ', θύμουσι πουλί, φράγκους ίνγκιν.

1087) Χαροκοπιά, η = η ανεξήγητη υπερβολική ευθυμία, η αναίτια ψυχική ευφορία. [Χρησιμοποιείται με σκεπτικιστική διάθεση] . π.χ. Τί χαροκουπιά είνι αυτή που μας βρήκι σήμιρα! σι καλό να μας βγει.

109) Χειρότχια = γάντια // πουδήματα = υποδήματα, παπούτσια // κουλόβιου, το = πουλόβερ. π.χ. Ιχτές πήγα στου Παζάρ' κι ψούντσα ένα ζιβγάρ' χειρότια, ένα ζιβγάρ' πουδήματα κι ένα πράσνου κουλόβιου. // Πουδένου = φοράω τα παπούτσια μου. π.χ. Στέκα λίγου να πουδέσου τα παπούτσια μ' = περίμενε λίγο για να φορέσω τα παπούτσια μου. // Πουδιμένος = ο φορών παπούτσια. // Ξιπόδιτος = ο ξυπόλυτος.

110) Χουρχουλάζω = κοχλάζω. π.χ . "τα φασούλια χουρχουλάζουν πουλύ ώρα, βγάλ' τουν τέντζιαρ' απού τ' φουτιά"

111) Ψιχοπιάνομαι = ενδυναμώνομαι σωματικά, τονώνομαι. π.χ. Κόπκα απού τ' νηστεία, κι θέλου να φάου λίγου χαλβά για να ψιχουπιαστώ. 

112) Ω΄ : Κλητική προσφώνηση: Τα αρσενικά και τα ουδέτερα ονόματα με το άρθρο -ω-, ενώ τα θηλυκά με το -μω- και με το αμόρ'. π.χ. Ω' Γιώργο, έλα εδώ. /// Ω' παιδί, φόρεσε τα παπούτσια σου/// Μώ Ελένη, πήγαινε εκεί./// Aμόρ' Χρυσούλα, διάβασε το βιβλίο σου. [Το αμόρ' ίσως από το αμόρε].

Σημείωση: Όλες σχεδόν οι προπαπαρατιθέμενες λέξεις και φράσεις δημοσιεύτηκαν στην 

Ομάδα
FB “Ντοπιολαλιές” (Δ/νση:

https://www.facebook.com/groups/340867693341953/) και σχολιάστηκαν από αρκετούς αναγνώστες τους.



Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022

Εύθυμο ιστόρημα παλαιών Γερμανιωτών: “Ο ανόητος παπάς”.


     Ζούσε κάποτε σε κάποιο χωριό ένας ηλικιωμένος παπάς με τη γυναίκα του. Κάποια ημέρα η γυναίκα αυτή αρρώστησε βαριά και πέθανε. Ο παπάς θρήνησε για λίγο καιρό το θάνατό της, γρήγορα όμως ξεπέρασε το πένθος του, πεθύμισε να ξαναπαντρευτεί και ανακοίνωσε αυτήν την παράλογη και αντικανονική επιθυμία του στο χωριό του. Οι συγχωριανοί του, όταν άκουσαν αυτά τα απαράδεκτα λόγια τού παπά τους αντέδρασαν αρνητικά, ξέσπασαν σε δυνατά γέλια και τον είπαν:

- Παπά, κοίταξε τα γεράματά σου και άσε τις παντρειές!

Αυτός όμως ήταν ανένδοτος και αγνόησε τη συμβουλή τους. Επισκέφτηκε διαδοχικά όλες τις μοναχικές γυναίκες του χωριού, ανύπαντρες και χήρες, νεαρές και ηλικιωμένες και ζήτησε να τον παντρευτεί κάποια απ' αυτές. Όμως, καμιά γυναίκα δεν αποδέχτηκε την αστεία πρότασή του. Μόνο ένα νεαρό κορίτσι “τσιόρμανος” (: ατίθασο, επιπόλαιο και αστειολόγο) σκέφτηκε διαφορετικά. Αποφάσισε να τον πειράξει για να διασκεδάσει μαζί του και τον είπε:

- Αφεντάκη (: Πάτερ), δέχομαι να σε παντρευτώ, θέλω όμως προηγουμένως να κουρέψεις τα μακριά μαλλιά σου και να ξυρίσεις τη μακριά γενειάδα σου.

- Εντάξει είπε, χωρίς να το καλοσκεφθεί, ο ανόητος παπάς.

- Θέλω, επίσης, είπε η κοπέλα, να έρθω αύριο στο σπίτι σου κι εκεί εγώ η ίδια να σε κουρέψω και να σε ξυρίσω.

- Εντάξει, ξαναείπε ο απερίσκεπτος παπάς.

Πήγε λοιπόν την άλλη μέρα το επιπόλαιο κορίτσι στο σπίτι τού παπά, κούρεψε το μισό κεφάλι του, ξύρισε τη μισή γενειάδα του και κατόπιν τον παράτησε έτσι μασκαρεμένον και βγήκε έξω τρέχοντας και γελώντας.

Μόλις ο παπάς αντιλήφθηκε το ντροπιαστικό πάθημά του και είδε το αστείο πρόσωπό του στον καθρέπτη, ήρθε στα σύγκαλά του, κατάλαβε το μέγεθος της ανοησίας του, έβαλε μυαλό, κλείστηκε δυο μήνες στο σπίτι του και βγήκε απ' εκεί στο μεσοχώρι, όταν πλέον είχαν ξαναμεγαλώσει τα μαλλιά και τα γένια του.

Κι από τότε έζησαν ο παπάς και οι συγχωριανοί του καλά κι εμείς καλύτερα.

Γ. Τ. Α.





Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Η πολύμοχθη ζωή και η πολεμική δράση του Χρίστου Δισλή (Γέρμας Καστοριάς 1920 – 2012). {Βιβλιοπαρουσίαση}.

 

Πριν από καιρό, ο αείμνηστος πλέον Χρίστος Δισλής, αγρότης και κάτοικος εν ζωή τού Γέρμα Καστοριάς, συνέγραψε και κυκλοφόρησε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, που φέρει ως τίτλο την εξής αναγραφή: “Χρίστος Δισλής εν Γέρμα, 30–1-2008”. Ο αναφερόμενος Χρίστος, αν και ήταν ολιγογράμματος, μπόρεσε και κατέγραψε μ' επιτυχία στο παρουσιαζόμενο βιβλίο του την επίπονη ζωή τού ιδίου και αρκετών συγγενών και συγχωριανών του στον Γέρμα, κατά το δεύτερο μισό του ταραγμένου 20ου αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, κατέγραψε με αντικειμενικότητα και με πολλές λεπτομέρειες τα εξής: α) διάφορα περιστατικά από τη σκληρή παιδική και νεανική ζωή του, β) αρκετά αξιόλογα ιστορικά συμβάντα από την περίοδο της Κατοχής, ετών 1941 – 1944, και γ) τις πολεμικές μάχες υπέρ της ελευθερίας και της δημοκρατίας, στις οποίες έλαβε μέρος ως Λοχίας τού Εθνικού μας Στρατού, κατά τον φοβερό Ανταρτοπόλεμο (έτη 1946 – 49).

Κατ΄ αντικειμενική κρίση, το εν λόγω βιβλίο του αείμνηστου Χρίστου Δισλή είναι σημαντικό και πολύ ενδιαφέρον για τους συγχωριανούς του, καθώς και για τους ασχολούμενους με την τοπική μας ιστορία, οι οποίοι το επιζητούν, το προμηθεύονται και το διαβάζουν.

    Ακολούθως παρατίθεται ένα απόσπασμα απ' το κείμενο τού παρουσιαζόμενου βιβλίου, που αναφέρεται στην περίφημη “Μάχη των Γρεβενών” (25 Ιουλίου 1947), η οποία ήταν νικηφόρος για τον ένδοξο Στρατό μας και καθοριστική για την υπέρ ημών αίσια έκβαση του Ανταρτοπολέμου:

...Ο λαός των Ιωαννίνων μας ξεπροβόδισε με χαρές και κλάματα. Στις 22 Ιουνίου την ίδια μέρα, από τις έξι το βράδυ μέσω Κατάρας - Καλαμπάκας ήμασταν στην Γέφυρα Μουργκάνη. Στρίψαμε δεξιά και φτάσαμε στο Αγιόφιλο στις τρεις το πρωί. Με δύναμη μεγάλη, τέσσερις πυροβολαρχίες, 16 πυροβόλα. Εκείνη την ώρα η πόλη των Γρεβενών ήταν κυκλωμένη από παντού. Ο ουρανός έλαμπε. Χτυπούσαν από την μεριά της Κοζάνης. Από τα βουνά των Μαυρανένων. Στο χωριό Μελίσσι, κοντά στον ποταμό Βενέτικο ανατίναξαν οι αντάρτες την γέφυρα. Μέσα στην πόλη των Γρεβενών ήταν ένα Τάγμα, στις παρυφές, 100 χωροφύλακες και 200 Μάυδες. Σ' ένα άλλο φυλάκιο, στην άλλη άκρη των Γρβενών, ο περιβόητος πολεμιστής έφεδρος λοχαγός Θεοχάρης Πρόδρομος, ήταν διοικητής με 120 χωροφύλακες εφέδρους. Η πίστη και η ανδρεία του μακαρίτη Προδρόμου ήταν μεγάλη. Όλη την νύχτα ήταν κυκλωμένος και τον φώναζαν να παραδοθεί. Τους φώναζε θα πεθάνουμε μέχρι ενός.

    Εν τω μεταξύ, εμείς φτάσαμε στο Μελίσσι. Στήσαμε τα πυροβόλα και μείς το πεζικό με λίγα τάνκς και άρματα, είμασταν έτοιμοι για επίθεση. Από μέσα φωνάζανε βοήθεια από όλα τα σημεία, ιππεύσαμε ολοταχώς. Στις τέσσερις η ώρα δόθηκε διαταγή να γίνει γενική επίθεση. Από την μεριά της Κοζάνης, από τους Μαυραναίους κροτάλιζαν τα πυροβόλα και έλαμπε ο ουρανός από τις φωτοβολίδες. Καιγότανε το σύμπαν. Δεν περιγράφεται το μακελειό. Είχε χαράξει. Άκουγες ουρλιαχτά από παιδιά και γυναίκες, από τον άμαχο πληθυσμό. Είχε χάσει η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα. Ήταν 15.000 κόσμος καταφυγόντες.

Στις 9 η ώρα ήρθανε τα αεροπλάνα. Τότε έγινε το κακό. Ο στρατός, μόλις ήρθαν τα αεροπλάνα, διατάχθηκε να βγει από τα χαρακώματα πού ήταν γύρω στα Γρεβενά. Και αρχίσαμε να κυνηγάμε τους συμμορίτες όπως ο λύκος την προβατίνα. Τα αεροπλάνα κατέβαιναν χαμηλά και τους πετσόκοβαν με τα πυροβόλα. Η μάχη διήρκησε 5 ώρες, μετά άρχισαν να παραδίδονται. Όλος ο λαός των Γρεβενών έκλαιγε από την χαρά του. Η δικιά μου Ταξιαρχία, είχε αργήσει λίγο, γιατί όπως προανέφερα μας είχαν ανατινάξει τη γέφυρα στον Βενέτικο.

Επί τέλους, ύστερα από ένα σκληρό, αιματηρό αγώνα μπήκαμε στην πόλη. Πρώτα όμως έπρεπε να μάσουμε τους νεκρούς και τους αιχμαλώτους. Σε κάποια φάση έμαθα πού είναι ο Θεοχάρης και τον βρήκα. Το τι έγινε όταν ανταμώσαμε δεν περιγράφεται. Αγκαλιές, κλάματα, δεν γράφονται. Όταν είναι ένας τέτοιος συμπολεμιστής και χωριανός και φίλος.

Ήταν μία μάχη σώμα με σώμα. Μέσα στα σοκάκια, μέσα στους δρόμους. Δεν θά 'πρεπε με τίποτα να εδραιώσουν μία πόλη, γιατί ο ΟΗΕ θα τους έδινε βοήθεια...”.

Κλείνοντας την παρούσα βιβλιοπαρουσίαση υπογραμμίζουμε, ότι ο Γερμανιώτης Χρίστος Δισλής συμμετείχε και πολέμησε με γενναιότητα κατά τον επάρατο ανταρτοπόλεμο, συνέβαλε αναλογικώς στη σωτηρία τής πατρίδας μας από τον ερυθρό ολοκληρωτισμό και αναδείχτηκε άξιο τέκνο τής Ελλάδος.

Ας είναι αιώνια η μνήμη του.

                                                                                                                    Γιώργος Τ. Αλεξίου

Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

Λαϊκό ιστόρημα απ' τον Γέρμα Καστοριάς: “Οι χελιδόνες και τα λευκασμένα πανιά” !


     Την παλαιά εποχή, πριν το έτος 1950, οι φιλόπονες νοικοκυρές του Γέρμα ύφαιναν στον αργαλειό τους κατά τη διάρκεια του Χειμώνα, λευκά πανιά άριστης ποιότητας και μ΄αυτά έφτιαχναν τα ασπρόρουχά τους, που ήταν κυρίως γυναικεία “πουκάμισα” (: μακριές πουκαμίσες) και ανδρικά “φανελοβράκια” (: ποδήρη εσώρουχα). Τα εν λόγω πανιά τα λεύκαιναν κατά τον μήνα Μάρτιο, όταν επέστρεφαν οι χελιδόνες από την Αφρική. Τότε οι γυναίκες έλεγαν στις θυγατέρες τους τα εξής:

Ήρθαν οι χελιδόνες και μας προστάζουν να πάμε στο ποτάμι να λευκάνουμε τα πανιά μας. Ακούστε τι μας λένε:

Τσίκαρ – τσίκαρ,

τσίκαρ – τσίκαρ,

πήηήγα – ήηήρθα, (στην Αφρική)

μώρ' άπλυτη, μώρ' βρώμικη,

τα πανιά σου αλεύκαντα

στον πλακό ριγμένα.

Τσίκαρ – τσίκαρ,

τσίκαρ – τσίκαρ”.


Αμέσως μετά, οι γυναίκες του κάθε σπιτιού κατέβαιναν στο ποτάμι του χωριού κουβαλώντας μαζί τους ένα κακάβι (χάλκινο καζάνι) και τα άσπρα πανιά που επρόκειτο να λευκάνουν. Εκεί έφτιαχναν τον λεγόμενο “βούλκο” (= βούρκος) ως εξής. Γέμιζαν το κακάβι με νερό, έριχναν μέσα του μια μικρή ποσότητα διαλεγμένης βουνιάς (= σβουνιάς) βοδιού, τη διέλυναν πολύ καλά κι έτσι γινόταν ο “βούλκος”. Ακολούθως βύθιζαν όλα τα απρόρουχα μέσα στον βούλκο (!), τα ανακάτευαν καλά, και κατόπιν τα γαργαρόπλεναν στο διπλανό ποτάμι. Αυτή η διαδικασία γινόταν 3 – 4 φορές. Ακολούθως τα άπλωναν στον πλακό (: ξύλινος φράχτης) τού κήπου τους για να στεγνώσουν, τα έβλεπε ο ήλιος και γίνονταν όλα κάτασπρα.


Σημείωση:
Η βύθιση των ασπρόρουχων μέσα σε (σ)βουνιά για να λευκανθούν είναι οπωσδήποτε παράξενη και δυσεξήγητη. Φαίνεται, ότι η αναφερόμενη σβουνιά θα έχει κάποιο χημικό στοιχείο που λευκαίνει τα ασπρόρουχα. Γ.Τ.Α.