Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Ειδικές Ονομασίες Προβάτων στον Γέρμα Καστοριάς

 Καταγραφή Χρίστου Γεωργίου (+1972)

Πρόβατα στον Γέρμα
1)             Κάλισσιος, -λέσσιω, -σσιο = άσπρο πρόβατο με μαύρες μικρές λωρίδες στο πρόσωπο και στα πόδια.
2)             Βαρβάτο = πρόβατο όχι ευνουχισμένο.
3)             Μουνούχι = πρόβατο ευνουχισμένο.
4)             Ζυγούρι = πρόβατο ενός έτους.
5)             Πρωτάρα = προβατίνα που γέννησε πρώτη φορά.
6)             Στρίφα = προβατίνα που γέννησε δεύτερη φορά.
7)             Λάϊο, - λάϊα = μαύρο πρόβατο.
8)             Μπιλλίτσιο = άσπρο πρόβατο.
9)             Ρούντο = πρόβατο που έχει κοντό και σγουρό μαλλί.
10)          Τσαγγάδα = προβατίνα που γέννησε νεκρό αρνί.
11)          Τσαγγάδι = πρόβατο που δεν έχει γάλα και δεν αρμέγεται.
12)          Μανάρι = αρνί που ακολουθεί παντού τον τσομπάνο.
13)          Βιτούλι = κατσίκι ενός χρόνου.
14)          Βυζαχτάρι = αρνί που βυζαίνει.
15)          Γκισέμ = ο δυνατός τράγος που οδηγάει το κοπάδι.
16)           Κορνούτο = πρόβατο με κέρατα.
17)           Σιούτο = πρόβατο χωρίς κέρατα.
18)     Τσιούλο = το πρόβατο που έχει μικρά ή κομμένα αυτιά.
19)     Λιάρο = το ζώο που τα μάτια του δεν έχουν το ίδιο χρώμα.
Ο άγιος Μόδεστος, προστάτης των κτηνοτρόφων.
Εικόνα στον Γέρμα, έτ. 1775.
Ευχή αγίου Μοδέστου (4ος αι.) για τα ζώα.
Tου Kυρίου δεηθώμεν.
Ο του φωτός δημιουργός, Κύριε ο Θεός ημών
καταξίωσον με της βασιλείας Σου, επιτυχείν ότι Σε Δέσποτα και μόνο επεπόθησεν
η ψυχή μου και δια το όνομα Σου, θανάτου και βασάνων ηλόγησα μη ούν ανάξιον
κρίνης με φιλάνθρωπε των Σων αγαθών αλλά επάκουσον μου τον δούλο Σου, και
προσδεξαι μου ταύτην την προσευχήν και όστις το εμόν επικαλέσηται όνομα και την
μνήμην εμού του ταπεινού εκτελέση βοηθός αυτών γενού Κύριε, και μη
εγκαταλείπεις αυτόν αλλά έμπλησον αυτόν παντός αγαθού και δώρησαι αυτώ πλούσια
τα ελέη Σου και όστις αναγνώση το της αθλήσεως μου μαρτύριον, ευλόγησον αυτόν
Κύριε και πάσαν την περιουσία αυτού. Απέλασον δε και αποδίωξον δια του ονόματος
του δούλου Σου Μοδέστου από πάντων αυτού των κτηνών παντοίαν βλάβην και νόσον.
Ναι Δέσποτα έπιδε εξ αγίου κατοικητηρίου Σου επι την εμήν προσευχήν και
ευλόγησον και πλήθυνον τα κτήνη αυτού ως ευλόγησας και επλήθυνας τα ποίμνια
Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ και πάντων Σου των θεραπόντων ότι ευλόγητός εί εις του
αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Κοπάδι προβάτων στην τοποθεσία Ράχη Κορησού.
Ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης Χρίστος Γεωργίου.

Ο Γέρμας, το κτηνοτροφικό χωριό της Καστοριάς.



Ο κτηνοτρόφος Γιώργος Χρ. Δόβας στη Γιάζια
με τον φίλο του Τριαντάφυλλο Αλεξίου (έτ. 2004).


Η παλαιά ποτίστρα Αλωνέτος στον Γέρμα.


Τα γίδια του Γερμανιώτη κ. Μάρκου Κ. Σκρέκα.


Τοιχογραφία του αγίου Μοδέστου
σε ναό του Γέρμα (17ος αιών;)

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Γερμανιώτικα: Εκφράσεις, ταχτάρισμα, αίνιγμα παλαιών Γερμανιωτών.

Α) Γερμανιώτικες εκφράσεις
1.         Ντιπ καλά = πάρα πολύ καλά.
2.         Ένα κι ένας = γρήγορα.
3.         Καν-κα πόταβος = πολύ άσχημος.
4.         Κατράν κι μπουϊά = μη χειρότερα.
5.         Κατράναβος = δυστυχής, ταλαίπωρος.
6. Κατραντζσμένος= ταλαίπωρος, δυστυχισμένος, φουκαράς.
7.         Μαυρηκούνας (:μαύρη η κούνια σου) = δυστυχισμένε.
8.         Μπούρας = ο λεβέντης.
9.         Μπούρσα = η λεβεντογυναίκα.
10.         Η μούρσια = η πληγή, και το αιδοίο (!).
11.      Μουρσίζομαι = πληγώνομαι σωματικά, αλλά και ψυχικά (!), καταλύω τη νηστεία.
12.      Που που ους που; = Από που έως που;

Β) Ταχτάρισμα γυναικών του Γέρμα
("Ταχταρίζω: κουνώ πάνω – κάτω βρέφος που κρατώ στα χέρια μου για να το καθησυχάσω ή να το διασκεδάσω").
Στον Γέρμα Καστοριάς, οι γυναίκες που έχουν βρέφος και θέλουν να επισκεφθούν μαζί μ’ αυτό κάποιο συγγενικό ή φιλικό τους σπίτι, το παίρνουν απ’ τη σαρμάντσα του (: λίκνο), το κρατούν στην αγκαλιά και το “χορεύουν” λέγοντας τραγουδιστά το εξής ταχτάρισμα:
Θα πάμε, θα πάμε,
σάματ’ (= μάλλον) δεν θα πάμε (δις),
σαν καλά είμαστε κι εδώ
να περνούμε τον καιρό (δις).

Γ) Αίνιγμα παλαιών Γερμανιωτών
Ένας ζιούπος (= πολύ κοντός) ψήνει την κοιλιά του και ξεκαρδίζεται στα γέλια.
          Τι είναι;
Απάντηση: Τσουκάλι γεμάτο με φασόλια που βράζουν στο τζάκι και κοχλάζουν.

{Καταγραφή Γ.Τ.Α.}











Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Συγκομιδή βουνίσιου τσαγιού στον Γέρμα Καστοριάς. 30 Μαΐου 2016.

Τσάι του βουνού περιοχής Γέρμα.
Στον Γέρμα Καστοριάς την παλαιά εποχή, κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο, πολλοί κάτοικοί του έβγαιναν στις εξοχές του χωριού και μάζευαν με τη σειρά τα εξής βότανα: α) μυτηρίνα (= είδος μυρωδάτης ρίγανης), β) βουζλιάνθ’ (= άνθος βουζουλιάς, κουφοξυλιάς), γ) άρμενον (=χαμομήλι), δ) τσ(ι)άι του βουνού και δ) φλαμούρ’ (= άνθος φλαμουριάς). Τη μυτηρίνα την έριχναν στα φαγητά τους για άρτυμα, ενώ τα υπόλοιπα βότανα τα χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή αντίστοιχων αφεψημάτων.
Στη σημερινή εποχή λίγοι Γερμανιώτες βοτανίζουν, συνήθως οι άνω των 60 ετών που έχουν ανάλογα παιδικά βιώματα. Οι υπόλοιποι τ’ αγοράζουν από τη λαϊκή αγορά της Καστοριάς και απ’ τα παντοπωλεία. Δύο απ’ αυτούς που συγκόμισαν εφέτος βότανα (30 Μαΐου 2016), ανέβηκαν στο ασβεστολιθικό βουνό Πάσχος, και συγκεκριμένα στην περιοχή του εξοχικού ναού “Αναστάσεως του Κυρίου”, μάζεψαν το απαραίτητο τσάι, άκουσαν το μαγευτικό κελάηδημα, των πουλιών, θαύμασαν το επιτόπιο δάσος και είδαν και φωτογράφισαν τα πανέμορφα αγριολούλουδα της βουνοπλαγιάς. Μερικές απ’ τις φωτογραφίες που τράβηξαν συνοδεύουν το παρόν κείμενο.

Διάλογος δύο γυναικών του Γέρμα των παλαιών χρόνων.
-            Αμόρ’ Γιαννουβιά (= γυναίκα του Γιάννη), έμασις ιφέτους τσιάι;
-            Όχ(ι), μωρ΄ κυράκου (= σεβαστή κυρία), μέχρι τώρα δεν άδειασα. Ταχιά του προυί θα πάου να μάσου μι τ’ Χρήστινα (= γυναίκα του Χρήστου). Θα μάσουμι κι άρμινουν.
-            Ταχιά θα πάου κι ιγώ να μάσου βουζλιάνθ’ κι μυτηρίνα μι ’ν Κούσιου (= Γλυκερία). Ου θκός μ’ (= ο σύζυγός μου) θ’ ανιβεί μιθαύριου στου λάκκου τ’ς Καλόγριας να μασ’ φλαμούρ’…

Ο ναός της Αναστάσεως στον βιότοπο του τσαγιού
(σύνθεση Γ.Τ.Α.).

Άποψη του Γέρμα απ' την περιοχή του τσαγιού
(φωτό με κόντρα τον ήλιο).




Ο Γέρμας με τον ήλιο "καρσί".




Βουνοπλαγιά όπου φύεται το τσάι.

Ανθισμένη λαβδανιά.



Βιότοπος του τσαγιού.

Το δάσος τσέρων της περιοχής.

Αμάραντος "χαμερπής".


Εξωτικός γαλάζιος κρίνος.

Ντελικάτος λευκός κρίνος.

Εκπληκτικό άνθος λαβδανιάς.


Πανοραμική άποψη περιοχής του Γέρμα.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Λαϊκό παραμύθι απ’ τον Γέρμα Καστοριάς: «Μπούντα τρως, Μπούντα φωνάζεις;».

Ο σκύλος (σαν τον) "Μπούντα"
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα φτωχικό σπίτι κάποιου μικρού χωριού ένας γέρος μαζί με τη γριά γυναίκα του και με το σκύλο τους που τον έλεγαν "Μπούντα"(!). Ο γέρος ήταν "φαγούρας", γκρινιάρης και δύστροπος άνθρωπος, και γι’ αυτό μάλωνε αναίτια κι απόπαιρνε συνεχώς την καλοκάγαθη γυναίκα του.
Κάποια μέρα η γριά δεν άντεξε τη γκρίνια και την άσχημη συμπεριφορά του συζύγου της, τον παράτησε κι έφυγε στα βουνά. Όταν έφτασε εκεί περιπλανήθηκε αρκετές ώρες μέσα στο δάσος, μέχρι που συνάντησε ένα αγροτόσπιτο που είχε δίπλα του ένα μαντρί. Στ’ αγροτόσπιτο αυτό κατοικούσαν δύο ανύπαντρα αδέλφια που ήταν βοσκοί και που απουσίαζαν εκείνη την ώρα με τα κοπάδια τους στα βοσκοτόπια της περιοχής.
 Γερμανιώτης βοσκός με το κοπάδι του.
Η γριά μπήκε μέσα σ’ αυτό το σπίτι, το βρήκε έρημο και ασυγύριστο, το σκούπισε, το νοικοκύρεψε και κατόπιν μαγείρεψε κι έστρωσε το τραπέζι. Αμέσως μετά βγήκε και κρύφτηκε στο κοντινό δάσος.
Το βράδυ που γύρισαν τα δυο αδέλφια με τα αιγοπρόβατά τους απ’ τη βοσκή βρήκαν το σπίτι τους πεντακάθαρο και το τραπέζι τους στρωμένο κι αμέσως κατάλαβαν ότι κάποια γυναίκα το είχε συγυρίσει. Τη γυναίκα αυτή την αναζήτησαν, αλλά δεν την βρήκαν και τότε είπαν μεταξύ τους: "Πρέπει να βρούμε τη γυναίκα που συγύρισε το σπίτι μας και αν είναι νεαρή θα την παντρευτεί ο ένας από εμάς, εάν όμως είναι γριά θα την κρατήσουμε εδώ και θα την έχουμε σαν μάνα μας".
Το αγροτόσπιτο του Κ. Τσιαχτσίρα στον Γέρμα.
Το επόμενο πρωί οι δυο βοσκοί έφυγαν πάλι απ’ το σπίτι τους και πήγαν με τα πρόβατά τους στα βοσκοτόπια του βουνού. Το βράδυ που γύρισαν βρήκαν ξανά το κονάκι τους σκουπισμένο και το φαγητό τους έτοιμο, δεν βρήκαν όμως τη νοικοκυρά που είχε σκουπίσει και μαγειρέψει και γι’ αυτό ξαναείπαν τα ίδια λόγια: "Πρέπει να βρούμε τη γυναίκα που συγύρισε το σπίτι μας και αν είναι νεαρή θα την παντρευτεί ο ένας από εμάς, εάν όμως είναι γριά θα την κρατήσουμε εδώ και θα την έχουμε σαν μάνα μας".
Αυτό έγινε αρκετές φορές, μέχρι που τα δυο αδέλφια παραφύλαξαν μέσα στο σπίτι, είδαν κι έπιασαν τη γυναίκα που το σκούπιζε κι επειδή ήταν γεροντικής ηλικίας την κράτησαν κοντά τους και την είχαν σαν μάνα τους.
Ο Γέρμας, το χωριό με την πλούσια λαογραφία.
Πέρασε αρκετός καιρός και ο γέρος πεθύμησε την παρουσία και τις πολύτιμες υπηρεσίες της γυναίκας του στο σπίτι και γι’ αυτό την αναζήτησε στο βουνό, τη βρήκε και την παρακάλεσε να γυρίσει κοντά του και να φάει το κρέας που είχε μαγειρέψει. Και αυτό έγινε. Επέστρεψαν μαζί στο σπίτι τους κι έφαγαν το μαγειρεμένο κρέας, που ήταν όμως πολύ σκληρό και πολύ άνοστο.
Αμέσως μετά το φαγητό η γριά γυναίκα μάζεψε τ’ αποφάγια, βγήκε στην αυλή του σπιτιού για να τα ρίξει στον αγαπημένο της σκύλο, και φώναξε:   "Μπούντα, να, Μπούντα… που είσαι Μπούντα; έλα να φας τα κόκκαλα".
Ο σκύλος όμως δεν εμφανίστηκε, ενώ ο γέρος μουρμούρισε τη φράση: "Μπούντα τρως, Μπούντα φωνάζεις;".
Τα πρόβατα του Γερμανιώτη Γιώργου Δόβα.
Η γριά άκουσε τα λόγια του άντρα της, αλλά δεν κατάλαβε τη σημασία τους και γι’ αυτό ξαναφώναξε το σκύλο να φάει τα κόκκαλα, εκείνος όμως πάλι δεν φάνηκε.
Τότε μίλησε ξανά ο γκρινιάρης γέρος και είπε πάλι, "Μπούντα τρως, Μπούντα φωνάζεις;".
Όταν η γριά άκουσε για δεύτερη φορά τα ίδια αινιγματικά λόγια του συζύγου της εννόησε τι είχε συμβεί, κατάλαβε δηλαδή ότι αυτός ο αθεόφοβος είχε σφάξει και μαγειρέψει τον αγαπημένο της σκύλο "Μπούντα", και αμέσως τότε η ταλαιπωρημένη γερόντισσα κατέφυγε στο βουνό, κοντά στους δυο βοσκούς κι έζησε εκεί αυτή καλά κι εμείς εδώ καλύτερα. (Γ.Τ.Α.).

Του σκύλου η ουρά
(ποίημα Ζαχαρία Παπαντωνίου)

Έχω ακούσει χίλια λόγια
Χαρωπά, λυπητερά,
μα ποτέ καμιά φορά
δε μιλήσανε τα λόγια
σαν του σκύλου την ουρά.
Ανταμώθηκαν άνθρωποι
Κι έχουν κλάψει από χαρά
Μα κανείς καμιά φορά
«Καλωσόρισες» δεν είπε
Σαν του σκύλου την ουρά.
Και σε φίλους και σε ξένους
Έχω δώσει τη χαρά.
Με ξεχάσαν μια φορά…
Μα πιστός μου μένει ο σκύλος
Και σαλεύει την ουρά.

Πίνακας ζωγραφικής του Γερμανιώτη
λαϊκού ζωγράφου Τρύφωνα Δούκα.


Το αγροτόσπιτο (μπουτζιουκλίκ')
του Κωστάκη Κυρατζή στον Γέρμα.

Γερόντισσες του Γέρμα