Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

Εις μνημόσυνον Γιάννη Γ. Προδαφίκα (+ 2019).

Ο αείμνηστος Γιάννης Προδαφίκας
σε εφηβική ηλικία.

Ο αείμνηστος Γιάννης Γ. Προδαφίκας (1977 – 2019) ήταν ένας άριστος και αξιαγάπητος νέος του Γέρμα. Ο πρόωρος και αδόκητος θάνατός του προξένησε πολύ μεγάλο πόνο στην οικογένειά του και λύπησε βαθύτατα όλους τους αγαπημένους του συγγενείς, τους φίλους και τους γνωστούς του. Εις μνημόσυνό του παρουσιάζεται ακολούθως μία ενδιαφέρουσα μαθητική Έκθεσή του (: Σκέφτομαι και Γράφω), που είχε γράψει στις 3 Μαΐου 1988, σε ηλικία 11 ετών.
Πρώτη Μαΐου, ημέρα γαλήνης.
Ο ήλιος σιγά – σιγά ανεβαίνει στον ουρανό. Ξημέρωσε η 1η Μαΐου. Μπήκαμε στην καρδιά της Άνοιξης. Εμείς ξυπνήσαμε πρωί για να βγούμε έξω. Θα πηγαίναμε σε ένα μέρος της Χαλκιδικής που είναι κάτι ξαδέλφια μου.
Αυτήν την ημέρα όλοι οι εργαζόμενοι δεν θα δουλέψουν, αλλά θα βγούν στους δρόμους να φωνάξουν για τα δικαιώματά τους. Όμως, αφού είναι ημέρα γαλήνης, όλοι πρέπει να βγουν στην εξοχή και όχι να κάτσουν μες στην πόλη, γύρω από τις πολυκατοικίες. Πρέπει αυτήν την ημέρα να χαρούν τη φύση, να προσέξουν τη ζωή της φύσης και όχι να φωνάζουν μες στους δρόμους.
Ο Γιάννης Προδαφίκας σε παιδική ηλικία
με τη μητέρα του Σταματούλα και
τον μικρότερό του αδελφό  Λάμπρο.
 Τα παιδιά αυτήν την ημέρα δεν πρέπει να παίζουν μπάλα και άλλα παιχνίδια που προκαλούν νευρικότητα, αλλά να κάνουνε πολύχρωμα στεφάνια με λουλούδια. Να παρατηρήσουν τα πουλιά που κελαηδούν, να δουν τα έντομα πως τριγυρνούν εδώ κι εκεί, να ακούσουν το κελάρυσμα ενός ρυακιού που κυλάει σιγά – σιγά στη ρεματιά και άλλα πολλά.
Η εξοχή έχει πολλές ομορφιές στην καρδιά της Άνοιξης, Έτσι μπορείς να ηρεμήσεις και να ξεχάσεις κάθε κακό πράγμα που έχεις στο νου σου και ακόμα να αφήσεις τον εαυτό σου να ταξιδέψει παντού και να θαυμάσει ολόκληρη τη φύση.
Γιάννης Προδαφίκας. 3 Μαΐου 1988.


Ο Γέρμας Καστοριάς, το αγαπημένο χωριό
 του αείμνηστου Γιάννη Γ. Προδαφίκα.

Ο αείμνηστος Γιάννης Προδαφίκας
λίγο καιρό πριν το τέλος του.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Οι “αξιόπετρες” των παιδιών του Γέρμα της παλαιάς εποχής.

Δυο μικρές "αξιόπετρες" επάνω σε παλάμη.

Την παλαιά εποχή, κι έως το έτος 1965 περίπου, όλα σχεδόν τα μικρά αγόρια του Γέρμα Καστοριάς είχαν στην τσέπη τους από μία “αξιόπετρα”. Η πέτρα αυτή ήταν ένα μικρό τεμάχιο του ορυκτού ταλκίτη λίθου, που το έβρισκαν στην κοίτη του Μουρικίσιου ποταμού του χωριού τους, συνήθως μετά τις θερινές κατεβασιές του.
Οι αναφερόμενες “αξιόπετρες” ήταν περιζήτητες από τα μικρά παιδιά εκείνης της εποχής, διότι τις χρησιμοποιούσαν σαν κιμωλία, λόγω της μαλακής κι εύθραυστης υφή τους, και σχημάτιζαν μ' αυτές διάφορα γραμμικά σχέδια και ζωγράφιζαν ποικίλες μορφές επάνω σε πλάκες των λιθόστρωτων, σε τσιμεντένια δάπεδα και σε άλλες σκληρές και λείες επιφάνειες.
Σκίτσο ζωγραφισμένο με τη διπλανή του
"αξιόπετρα" επάνω σε μαθητική πλάκα.
 Οι ίδιες πετρούλες ήταν ιδιαίτερα πολύτιμες και για τους μαθητές του Δημοτικού σχολείου Γέρμα, διότι, όταν έχαναν το κοντύλι τους, έγραφαν με αυτές γράμματα και λέξεις επάνω στις σχολικές πλάκες που χρησιμοποιούσαν τότε αντί για τετράδιο.
Σήμερα οι άλλοτε πολύτιμες “αξιόπετρες” είναι παντελώς άγνωστες στους περισσότερους κατοίκους του Γέρμα. Τις θυμούνται μόνο οι ηλικιωμένοι κάτοικοι του χωριού, οι άνω των 65 ετών, όταν αναπολούν τη γλυκιά ζωή των παιδικών τους χρόνων.
Γιώργος Τ. Αλεξίου.
Δύο τεμάχια ταλκίτη λίθου ("αξιόπετρας").




Το χωριό "Ο Γέρμας" Καστοριάς.

Σπιτάκι σχεδιασμένο με "αξιόπετρα"
επάνω σε πλάκα λιθόστρωτου.

Τεμάχιο "αξιόπετρας" ως κιμωλία.

Σκίτσο καμωμένο με "αξιόπετρα"
επάνω σε τσιμεντένια επιφάνεια .

Η παραλία της Αξιόπετρας στην Αιτωλοακαρνανία.

Δάσκαλοι και μαθητές
του Δημοτικού Σχολείου Γέρμα (έτ. 1962).

Γραφή με "αξιόπετρα"
επάνω σε σχολική πλάκα.

Σάββατο 6 Απριλίου 2019

“Το τσινιάρικο άλογο”. Εύθυμη ιστορία από τον Γέρμα Καστοριάς.

Τσινιάρικο (: ατίθασο) άλογο.
Τοιχογραφία του 18ου αιώνα στην Καστοριά.

Κάποια ημέρα του έτους 1957 (;), ήρθαν απ' τη Φλώρινα στον Γέρμα μερικοί Γύφτοι τσαμπάζηδες (: ζωέμποροι), φέρνοντας μαζί τους και αρκετά φορτηγά ζώα (άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια), με σκοπό να τα πουλήσουν ή να τ' ανταλλάξουν με άλλα ζώα του χωριού.
Τον καιρό εκείνο ένας Γερμανιώτης αγρότης, ο Θανάσης (: ψευδώνυμο), είχε ένα άλογο που ήταν τσινιάρικο, ήταν δηλαδή πολύ άγριο κι ατίθασο, και κλωτσούσε και δάγκωνε όποιον το πλησίαζε. Για τον λόγο αυτόν ο ιδιοκτήτης του ζώου ήθελε να το πουλήσει ή “να το κάνει τράμπα” (: να το ανταλλάξει) με κάποιο άλλο υπάκουο υποζύγιο. Έτσι λοιπόν, όταν πληροφορήθηκε τον ερχομό των Γύφτων στον Γέρμα χάρηκε και οδήγησε το άλογό του σ΄αυτούς για να το αγοράσουν και να του πουλήσουν κάποιο άλλο καλύτερο.
 Οι παμπόνηροι Τσιγγάνοι μόλις είδαν το άλογο αντιλήφτηκαν αμέσως τα κουσούρια του, τα μεγαλοποίησαν και τα υπερτόνισαν στον Θανάση και κατόρθωσαν να αγοράσουν το ζώο σε πολύ μικρή τιμή. Ταυτόχρονα, υποσχέθηκαν στον απονήρευτο Γερμανιώτη να του φέρουν από τη Φλώρινα, ύστερα από μερικές ημέρες, ένα άλλο άλογο, που θα ήταν όμως πιο νέο, πιο γερό και πολύ ήσυχο.
Οι Τσιγγάνοι, αφού αγόρασαν το άλογο, το περιποιήθηκαν πολύ επί δύο - τρεις ημέρες. Το έπλυναν, το χτένισαν, το πετάλωσαν, κούρεψαν τη χαίτη και την ουρά του, τρόχισαν τα δόντια του, κρέμασαν “ασβό” στο μέτωπο και χαϊμαλιά στο λαιμό του, και γενικώς το έκαναν αγνώριστο. Στο τέλος, το μέθυσαν με μια μπουκάλα ρακί (!) και το οδήγησαν “ήμερο σαν το αρνί” στον πρώην ιδιοκτήτη του.
Ο Γέρμας Καστοριάς.
 Ο Θανάσης, όταν είδε το νέο άλογο που του έφεραν οι τσαμπάζηδες δεν το αναγνώρισε. Παρατήρησε, ότι έμοιαζε κάπως με το δικό του που είχε πουλήσει πριν από λίγες ημέρες, διαπίστωσε όμως ότι αυτό που έβλεπε τώρα μπροστά του ήταν δυνατό και ωραίο, κι ότι δεν δάγκωνε και δεν κλωτσούσε και γι' αυτό το αγόρασε πρόθυμα και σε διπλάσια τιμή απ΄ εκείνη που τους το είχε πουλήσει.
Το πρωί της άλλης ημέρας ο Θανάσης πήγε στο σταύλο του για να ιδεί και να χαρεί το νέο του ήμερο άλογο, διαπίστωσε όμως με έκπληξη, ότι αυτό γνώριζε όλα τα κατατόπια του σταύλου και ότι τώρα ήταν άγριο και δύστροπο σαν το προηγούμενο. Αμέσως υποψιάστηκε ότι κάτι ύποπτο είχε συμβεί. Πρόσεξε καλύτερα το ζώο και κατάλαβε ότι επρόκειτο για το ίδιο άλογο που αυτός είχε πουλήσει στους τσιγγάνους.
Γερμανιώτης καβαλάρης.
 Η διαπίστωση αυτή τον εκνεύρισε πάρα πολύ, ύστερα από λίγη ώρα όμως σκέφτηκε καλύτερα, διασκέδασε με το πάθημά του και μάλιστα το κοινοποίησε στους συγχωριανούς του, που το αναφέρουν με ευτράπελη διάθεση μέχρι σήμερα.
Γ.Τ.Α.


Ηλικιωμένοι Γερμανιώτες
στην πλατεία του χωριού τους.






Άλογο σε παλιά βρύση του Βογατσικού.

Ο αξέχαστος Μήτσος από την Εράτυρα
πεταλώνει γάιδαρο.

Η περιοχή και ο οικισμός του Γέρμα.
Άποψη από την τοποθεσία Περιστέρα.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Ο αυτοδίδακτος ζωγράφος Γιάννης Κοσ. Τσαχτσίρας.

Ο λαϊκός καλλιτέχνης Γιάννης Τσαχτσίρας.

Ο αυτοδίδακτος κι ερασιτέχνης ξυλογλύπτης και ζωγράφος – αγιογράφος Γιάννης Κοσ. Τσαχτσίρας γεννήθηκε στον Γέρμα Καστοριάς το έτος 1957. Κατά την παιδική και νεανική του ηλικία απασχολήθηκε στο χωριό του με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Αργότερα και μετά τη στρατιωτική του θητεία εγκαταστάθηκε στην πόλη Καστοριά κι εργάστηκε ως βοηθός οικοδόμου.
Ο αναφερόμενος γνωστός και λίαν αγαπητός στους Καστοριανούς Γιάννης ασχολείται κατά τον ελεύθερο χρόνο του με τη φιλοτέχνηση βυζαντινότροπων εικόνων. Συγκεκριμένα, σκαλίζει με δεξιοτεχνία επάνω σε χοντρές ξύλινες πλάκες μορφές αγίων μας και τις χρωματίζει αναλόγως. Αυτές οι ιδιότυπες εικόνες κεντρίζουν το σχετικό ενδιαφέρον όσων τις βλέπουν και προκαλούν το θαυμασμό αυτών για το ταλέντο του δημιουργού τους.
Μερικές απ' τις εν λόγω εικόνες είναι αναρτημένες σε ναούς της Καστοριάς, ενώ αρκετές άλλες βρίσκονται σε οικίες γνωστών και φίλων του Γιάννη.
Εικόνα του αγίου Μηνά,
έργο του Γιάννη Τσαχτσίρα.
 Κλείνοντας τη σύντομη αναφορά στον αγαπητό Γιάννη, τον ευχόμαστε όλοι οι συγχωριανοί του, να είναι πάντα υγιής και να τον χαρίζει ο Θεός δύναμη, ώστε να φιλοτεχνεί και στο μέλλον ανάλογες εικόνες.

Ο Γέρμας Καστοριάς, το χωριό του Γιάννη Τσαχτσίρα.



Ο Γιάννης Τσαχτσίρας
με δύο εικόνες στα χέρια του.


Εικόνα της αγίας Θεοδώρας,
έργο του Γιάννη Τσαχτσίρα.

Η πανέμορφη πόλη Καστοριά.

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Γερμανώτικο ευθυμογράφημα. "Αρχηγού λειπόντος …"

Δάσκαλοι και μαθητές του Δημ. Σχολείου Γέρμα.
Πρώτος δεξιά ο δάσκαλος Δήμος Τακαντζιάς.
Σχολ. έτος 1957-58.

Στον Γέρμα Καστοριάς, κατά τη δεκαετία του 1950, ο ετήσιος έρανος του Ερυθρού Σταυρού γινόταν απ’ τον δάσκαλο Δήμο Τακαντζιά, ως εξής: Το πρωί μιας ορισμένης Κυριακής και αμέσως μετά την απόλυση της εκκλησίας, ο αναφερόμενος δάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Γέρμα έπαιρνε μαζί του 5 - 6 μαθητές του κι επισκεπτόταν μ’ αυτούς όλα τα σπίτια του χωριού, δίνοντας στους νοικοκυραίους τ’ ανάλογα κουπόνια και παίρνοντας το αντίτιμό τους.
Κάποια Κυριακή, πήγε και σ΄ ένα σπίτι που βρισκόταν στον Κάτω Μαχαλά του Γέρμα. Εκείνη την ώρα ο νοικοκύρης του σπιτιού έλειπε στο βουνό και γι’ αυτό ο δάσκαλος πρόσφερε το κουπόνι του εράνου στη γυναίκα του. Αυτή όμως δεν το δέχτηκε, προφασιζόμενη την απουσία του συζύγου της. Ο δάσκαλος όμως επέμενε φορτικά να της παραδώσει το κουπόνι και τότε η ολιγογράμματη, αλλά και πανέξυπνη Γερμανιώτισσα, τον "αντιμετώπισε" με ένα αρχαίο γνωμικό, παραφρασμένο κατάλληλα για την περίσταση. Του είπε λοιπόν: "Άκουσε Δήμο τι θα σε ’πω", "Αρχηγού λειπόντος πάσα αρχή παυσάτω", δηλαδή, όταν λείπει ο αρχηγός, κανείς άλλος δεν πρέπει να τον αναπληρώνει και να πράττει κάποιο απ' τα καθήκοντά του”.
Το χωριό ο Γέρμας Καστοριάς.
Μόλις το άκουσε αυτό ο Δήμος ξαφνιάστηκε, έμεινε άφωνος, αποχώρησε απ’ το αναφερόμενο σπίτι άπραγος κι έκτοτε διηγόταν συχνά και με θαυμασμό το εν λόγω περιστατικό.

Σημείωση: το αναφερόμενο αρχαίο Γνωμικό είναι το εξής: "Αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω", δηλαδή, Όταν είναι παρών ο αρχηγός, κανείς άλλος δεν ασκεί τις εξουσίες του.
Γυναίκες του Γέρμα με παραδοσιακή ενδυμασία,
ολιγογράμματες αλλά και πανέξυπνες.






Δάσκαλοι και μαθητές του Δημ. Σχολείου Γέρμα
 σε σχολική εκδρομή.
Τρίτος από αριστερά ο δάσκαλος Δήμος Τακαντζιάς.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Γερμανιώτικο εύθυμο ιστόρημα: "Στη Λάγουρα παιδάκι μου".


Ο "Νικολιός” (: συμβατικό όνομα, ψευδώνυμο) γεννήθηκε στον Γέρμα Καστοριάς περί το έτος 1880 και απεβίωσε εκεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941 - 44). Είχε δύο αδέλφια, τα οποία τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν. Το σπίτι του βρισκόταν κοντά στο παλαιό Δημ. Σχολείο.
Ο "Νικολιός” ήταν ένας γραφικός Γερμανιώτης, εύσωμος, "πλιαχούρης" (= πλαδαρός), απονήρευτος, άκακος και περιορισμένης αντίληψης. Είχε μάτια μεγάλα, γαλανά και "πεταγμένα" απ’ τις κόγχες τους. Τα μαλλιά του ήταν πάντα ακούρευτα και αχτένιστα κι έπεφταν φράντζα στο μέτωπό του. Εργαζόταν απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ "με το μαλακό" (= αργά και με την ησυχία του) στα χωράφια των Γερμανιωτών που χρειάζονταν "ξένα χέρια" (= βοηθητικούς εργάτες). Αμοιβόταν με ελάχιστα χρήματα και με μπόλικο φαγητό, που ήταν συνήθως 2 - 3 πιάτα φασολάδας ή τραχανά με τυρί. Εργαζόταν επίσης περιοδικά και στο μεγάλο τσιφλίκι του Καραμπίνα, που βρισκόταν στο χωριό Λάγουρα Άργους Ορεστικού. Όταν επέστρεφε απ’ εκεί στον Γέρμα για λίγες ημέρες, τα μικρά παιδιά τον ρωτούσαν συνεχώς για να τον πειράξουν, "πού ήταν τόσον καιρό, Νικολιό;" κι αυτός απαντούσε στερεότυπα, "στη Λάγουρα, παιδάκι μου". Τα ίδια παιδιά τον ενοχλούσαν συχνά με αθώα πειράγματα και τότε ο "Νικολιός” τα απειλούσε με τη φράση "κάτσε καλά, θα πω (σ)τον πατέρα σ’ (ότι με ενοχλείς)".
Ο Γέρμας Καστοριάς.
Κάποια ημέρα, στη δεκαετία 1930, η γιαγιά Μαρία τον έστειλε στο βουνό "Τσέρος" να κόψει καυσόξυλα και να τα μεταφέρει με τον γέρικο γάιδαρό της στο σπίτι της. Πράγματι, ο "Νικολιός” πήγε στον Τσέρο, έκοψε πολλά ξύλα και τα φόρτωσε όλα στο γαϊδούρι τής γιαγιάς, αυτό όμως δεν άντεξε το βαρύ φορτίο και απεβίωσε επιτόπου. Τότε ο "Νικολιός” πήρε το σαμάρι στον ώμο του κι επέστρεψε με αυτό στο χωριό, φωνάζοντας σε όλη τη διαδρομή συνεχώς και δυνατά, "Μω μπάμπω Μαρία, ψόφησε το γομάρ’ και φέρνω το σαμάρ".
Κάποτε οι συγγενείς του "Νικολιού” αποφάσισαν να τον παντρέψουν. Βρήκαν λοιπόν μια υποψήφια νύφη στο Παλιό Κωσταράζι και τον έστειλαν εκεί μαζί με τον προξενητή του Γιάννη. Πριν την αναχώρησή τους απ’ τον Γέρμα, ο Γιάννης τον συμβούλεψε κατάλληλα και στο τέλος τον είπε: "Πρόσεξε Νικολιό, ότι είναι να γίνει, τώρα θα γίνει". Η τελευταία φράση "ότι είναι να γίνει, τώρα θα γίνει" φαίνεται ότι εντυπωσίασε πολύ τον "Νικολιό” και γι’ αυτό την επαναλάμβανε διαρκώς, καθ’ όλη τη μακρά διαδρομή απ’ τον Γέρμα μέχρι το Κωσταράζι.
Όταν οι δύο Γερμανιώτες έφθασαν έξω απ’ το χωριό της μέλλουσας νύφης, ο Γιάννης είπε στον υποψήφιο γαμπρό: "Άκουσε Νικολιό τι θα σε πω, τώρα που θα πάμε στο σπίτι της νύφης οι γονείς της θα στρώσουν πλούσιο τραπέζι να μας φιλέψουν, εμείς όμως δεν πρέπει να φάμε πολύ φαγητό, γιατί θα νομίσουν ότι είμαστε "νηστκοί" (= πένητες, ψωμοζήτουλες). Εγώ θα είμαι συνεχώς δίπλα σου και άμα ιδώ να τρως πολύ, θα χτυπήσω κρυφά κάτω απ’ το τραπέζι το πόδι σου κι εσύ θα σταματήσεις να τρως. Το κατάλαβες;" "Το κατάλαβα", είπε ο Νικολιός”.
Κι έτσι έγινε. Τους καλοδέχτηκαν, έβαλαν τα φαγητά στην τάβλα κι άρχισαν όλοι να τρώνε. Τη στιγμή εκείνη η γάτα του σπιτιού τρύπωσε κάτω απ’ το τραπέζι και ακούμπησε το πόδι του "Νικολιού”. Τότε αυτός νόμισε ότι τον χτύπησε συνθηματικά ο Γιάννης, πετάχτηκε αμέσως όρθιος και φώναξε δυνατά: "Γιατί βαραίνεις, ρε; Εγώ μόλις τώρα άρχισα να τρώω !".
Μ’ αυτά και μ’ αυτά πέρασαν τα χρόνια και κάποια ημέρα ο "Νικολιός” αρρώστησε βαριά και απεβίωσε στον Γέρμα, σε ηλικία 60 ετών περίπου. Οι συγχωριανοί του λυπήθηκαν πολύ για το θάνατό του, τον θυμούνται δε μέχρι σήμερα και αναφέρουν παροιμιακά και μ’ ευτράπελη διάθεση το όνομά του. Λένε π.χ. "Μην είσαι αστόχαστος σαν τον "Νικολιό”.
Ας είναι αναπαυμένη στην άλλη ζωή η πονεμένη, αθώα και άκακη ψυχή του αείμνηστου "Νικολιού”.




Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Λαογραφικά του Γέρμα Καστοριάς.


      Πάσχα 1957 (;).
      1) Αριθμητικό παιχνίδισμα Γερμανιωτόπουλων περασμένης εποχής.
Ένα --- πάρε τη λαένα (: το λαγήνι).
Δυό --- πιάσε το αγγειό (: το δοχείο).
Τρία --- τράβα στον Αντρία (: στον Ανδρέα).
Τέσσερα --- τα μαλλιά σου ξέσυρα (;).
Πέντε --- πάρε το κερί και φέγγε.
Έξι --- σύρε στον Αλέξη.
Εφτά --- να φας αβγά ρουφτά (: ρουφηχτά, μελάτα).
Οχτώ --- παίξε πηδηχτό.
Εννιά --- ανέβα στ' συκαμιά (: μουριά).
Δέκα --- πάρε μια καλή γυναίκα!

    2) Ευτράπελες εκφράσεις παλαιών Γερμανιωτών.

    α).   Αυτή η κοπέλα σκαπετάει (: καταπίνει) τα μάτια της (Το λένε για κορίτσι που έχει μεγάλα ματόκλαδα και τ΄ ανοιγοκλείνει με χάρη).

    β).   Αυτός γελάει κάτω απ' τα μουστάκια του (: κρυφοχαμογελάει).

    γ).   “Μικρέ, κάτσε καλά, θα σε κάμω να γελάς απ' τα μάτια” (θα σε χτυπήσω και θα κλαις με δάκρυα).
Καταγραφή Γ.Τ.Α.


Πάσχα έτ. 1957 (;).