Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Γερμανιώτικα ιστορήματα.

Γυναίκες που έχασαν τον "ίσκιο" τους.
1)         Έχασα τον ίσκιο μου.
Την παλαιά εποχή, πριν το έτος 1950, η κοινωνία του Γέρμα Καστοριάς, όπως βεβαίως και όλης της ελληνικής υπαίθρου, ήταν πατριαρχική και τα ανάλογα ήθη πολύ αυστηρά. Η γυναίκα ήταν απόλυτα υποταγμένη στον σύζυγό της και είχε ελάχιστα σχετικά δικαιώματα. Όταν τύχαινε τότε να πεθάνει κάποιος νεαρός άνδρας, η σύζυγός του μαυροφορούσε σε (για) όλη της τη ζωή και έβγαινε σπανίως από το σπίτι της. Εάν τη συναντούσε τυχαίως στο δρόμο κάποια ηλικιωμένη συγχωριανή της, γινόταν μεταξύ τους ένας διάλογος, όπως ο παρακάτω:
-  Αμόρ’ Γιαννοβιά (= αγαπητή γυναίκα του Γιάννη), τι κάμεις; Έχω καιρό να σε ιδώ.
-  Αχ ! Κυράκω μ’ (= αχ! σεβαστή μου κυρία), τι να κάμω; Έχασα τον “ίσκιο” μου (= έχασα τη “σκιά” μου, πέθανε ο σύζυγός μου) και δεν βγαίνω απ' το σπίτι μου.
-  Αχ! “σκουντή” μ’ (= αχ! δυστυχισμένη μου), όταν πεθάνει ο άντρας, “πεθαίνει” και η γυναίκα του, ο άντρας στο χώμα, και η γυναίκα του (είναι πεθαμένη) στον κόσμο (= στην κοινωνία).
Σ.σ. Ο κάθε άνθρωπος έχει τον ίσκιο του, δεν νοείται άνθρωπος χωρίς ίσκιο. Όταν δεν υπάρχει ο ίσκιος ενός ανθρώπου δεν υπάρχει και ο ίδιος ο άνθρωπος.

Ο Γέρμας Καστοριάς.
2)         Το παιδί δεν έχει “πετεινό”.
Παλαιότερα στον Γέρμα Καστοριάς, όταν κάποιο μικρό παιδί ήταν ντροπαλό, συνεσταλμένο και μελαγχολικό, ο πατέρας του έλεγε με καημό στη σύζυγό του:
Γυναίκα, το παιδί μας δεν έχει “πέτ(ει)νο”, δηλαδή δεν είναι ζωηρό, χαρούμενο και τολμηρό.


Παρωδία παραδοσιακού γάμου στον Γέρμα
( Γερμανιώτικα λογκατσάρια - καρναβάλια)

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

Λαϊκό ιστόρημα παλαιών Γερμανιωτών: “Οι δυο γειτόνισσες και τα παιδιά τους”.

Παλαιά Καστοριανή με τον γιο της.
Γλυπτό σύμπλεγμα στην Καστοριά.
Ζούσαν κάποτε σε ένα χωριό δύο νεαρές γειτόνισσες. Η μία ήταν πλούσια και είχε ένα κοριτσάκι, ενώ η άλλη ήταν πτωχή και είχε ένα αγοράκι. Τις Κυριακές, που όλες οι γυναίκες του χωριού έβγαιναν σεργιάνι, η πλούσια γυναίκα παίνευε σ’ αυτές και καμάρωνε την κορούλα της, επειδή ήταν καλοθρεμμένη και φορούσε ακριβά ρούχα. Ταυτόχρονα, περιγελούσε, κορόιδευε και κατέκρινε το γιο της πτωχής γειτόνισσάς της, επειδή ήταν αδυνατισμένος και φτωχικά ντυμένος.
Αυτό έγινε αρκετές φορές, μέχρι που η μητέρα του πτωχού παιδιού αγανάκτησε και είπε στην πλούσια γειτόνισσά της τα εξής λόγια, που τα επαναλαμβάνουν μέχρι σήμερα οι Γερμανιώτισσες:

Έχεις κόρη, έχεις πίκρα,
θα (γ)υφαίνεις μέρα – νύχτα.
……………………………
Έχω γιο, έχω χαρά
και θα γίνω πεθερά (!).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Η καταγραφή έγινε απ’ τον Γ.Τ.Α. στις 10 Ιανουαρίου 2018.

Ο Γέρμας, το χωριό με την πλούσια λαογραφία.




Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Απολιθωμένα οστά ζώων εκατομμυρίων ετών στη σπηλιά “Περιστέρα” του Γέρμα.

Το απολιθωμένο οστό από την "Περιστέρα".
Το χωριό “Ο Γέρμας” Καστοριάς είναι κτισμένο μέσα σε μια όμορφη κοιλάδα που περιβάλλεται από ψηλά βουνά. Τα μισά απ’ τα εν λόγω βουνά, τα ευρισκόμενα στα δυτικά του χωριού, αποτελούνται από ασβεστολιθικά πετρώματα κι έχουν επάνω τους πολλές σπηλιές. Μία απ’ αυτές τις σπηλιές είναι η λεγόμενη “Περιστέρα”.
Η Περιστέρα αποτελεί ένα μνημείο της φύσης, το οποίο δυστυχώς έχει καταστραφεί κατά τη δεκαετία του 1980 από εργάτες του διπλανού της λατομείου εξόρυξης μαρμάρου. Μέχρι τότε οι κτηνοτρόφοι κάτοικοι του Γέρμα την αγαπούσαν και την πρόσεχαν πάρα πολύ, μερικοί δε εξ αυτών στάλιζαν εντός της τα πρόβατά τους κατά τους θερινούς μήνες.
Σήμερα μεταβαίνουν εκεί μόνο αυτοί που μαζεύουν βουνίσιο τσάι, καθώς και ορισμένοι “αθεράπευτα” φυσιολάτρες. Μερικοί εξ αυτών έψαξαν στους λιθοσωρούς του δαπέδου της σπηλιάς κι εντόπισαν απολιθωμένα οστά ανθρώπων (;) και ζώων που έχουν ηλικία εκατομμυρίων ετών. Φωτογραφίες από ένα τέτοιο απολιθωμένο οστό, που εντόπισε και συνέλεξε πριν αρκετό καιρό ο Γερμανιώτης Τ. Λ. παρουσιάζονται εδώ, μαζί με φωτογραφίες της “Περιστέρας”.

Σημερινή άποψη της μισοκατεστραμμένης σπηλιάς.

Το αναφερόμενο οστό.

Άποψη της "Περιστέρας"

Το λατομείο μαρμάρου δίπλα στη σπηλιά.

Ο Γέρμας, όπως φαίνεται
από την περιοχή της Περιστέρας.



Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Η παραδοσιακή Πρωτοχρονιά στον Γέρμα Καστοριάς.

Κείμενο Ζήση Ε. Χασιώτη.

Ο μήνας Ιανουάριος από χριστιανικής σκοπιάς είναι κατεξοχήν γιορταστικός, αφού περιλαμβάνει πολλές και μεγάλες γιορτές. Αρχίζουμε από την πρώτη Ιανουαρίου που γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά και ταυτόχρονα γιορτάζουμε τη μνήμη του Αγίου Βασιλείου και την περιτομή του Χριστού.
Είναι αλήθεια πως η Πρωτοχρονιά για τον τόπο μας σημαίνει την ελπίδα για την ανανέωση της ζωής. Σιγά-σιγά ο παλιός ο χρόνος φτάνει στη δύση του. Ένας σκεβρωμένος γέροντας φεύγει, για να αφήσει στη θέση του έναν όμορφο νέο. Στα χωριά μας κρατούμε ακόμα πολλά από τα πρωτοχρονιάτικα έθιμα…
Το πιο βασικό σύμβολο της πρωτοχρονιάς για τον Γέρμα Καστοριάς είναι η βασιλόπιτα. Η ιστορία της βασιλόπιτας είναι πολύ παλιά, όσο και η ανθρωπότητα. Από τότε δηλαδή που ο άνθρωπος άρχισε ν’ αλέθει με τους νερόμυλους το σιτάρι και να το κάνει αλεύρι, από τότε άρχισε να αφιερώνει στα πνεύματα μικρά ψωμάκια για να τα εξευμενίσει…
Στον Γέρμα και στα γειτονικά του χωριά του Βοΐου το πρωί της παραμονής οι νοικοκυρές πλάθουν τα φύλλα της βασιλόπιτας, τα ψήνουν για λίγο στη γάστρα ή στη μασίνα και στη συνέχεια τα τοποθετούν στο μεγάλο ταψί (σ’νί). Την ώρα που τοποθετούν τα φύλλα το ένα πάνω στο άλλο, αφού ρίξουν το ανάλογο λίπος και λίγο σταρίσιο τραχανά, βάζουν ανάμεσα και σε ορισμένα σημεία της πίτας μερικά συμβολικά σημάδια, δηλαδή ένα ξυλάκι (δένδρινο) που αντιπροσωπεύει το σπίτι, ένα άχυρο που αντιπροσωπεύει το ζευγάρι (βόδια), ένα ξύλινο στεφάνι που αντιπροσωπεύει τη στρούγκα με τα πρόβατα και τέλος ένα νόμισμα.
Την ημέρα της πρωτοχρονιάς και μετά την απόλυση της Εκκλησίας, όλοι οι χωρικοί βγαίνουν έξω και ανταλλάζουν χειραψίες κι ευχές για μια "Καλή Χρονιά".
Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος στα πρωτοχρονιάτικα έθιμα εστιάζεται κυρίως στο ποιος θα βρει το φλουρί (νόμισμα), δηλαδή ποιος θα είναι ο τυχερός του χρόνου, όσον αφορά τα οικονομικά. Το μεσημέρι λοιπόν σε κάθε σπίτι κόβεται η βασιλόπιτα σε τριγωνικά κομμάτια: ένα για τον Άγιο Βασίλειο, ένα για το σπίτι, ένα για τα χωράφια, ένα για τα ζώα και από ένα στο κάθε μέλος της οικογένειας. Στη συνέχεια ο καθένας ψάχνει να βρει το νόμισμα και όποιος το βρει, αυτός είναι ο τυχερός της χρονιάς.
Το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι στα χωριά μας έπαιρνε παλιότερα έναν ιδιαίτερο παραδοσιακό χαρακτήρα. Κυριαρχούσαν από άποψη φαγητών: το χοιρινό με νωπό λάχανο (λαχανάτο) ή με λάχανο τουρσί (αρμάτο) ή με πράσα και με δαμάσκηνα στεγνά (ξάφια) - (πρασάτο) και η ποικιλία αυτή των φαγητών συνοδευόταν από χοιρινή τηγανιά, λουκάνικα και κόκκινο (μπρούσικο) κρασί βαρελίσιο.
Άλλη πρωτοχρονιάτικη συνήθεια είναι το καρναβάλι. Μεταμφιέζονται όλοι οι νέοι του χωριού και γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και χορεύοντας τα Αϊ-Βασιλιάτικα κάλαντα όπως:
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψηλή μου δενδρολιβανιά
κι αρχή, κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά, εκκλησιά μι τ’ άγιου θρόνους.
Αρχή που βγήκιν ου Χριστός
άγιους κι πνευματικός
στη γη, στη γη να περπατήσει
και να μας - και να μας καλοκαρδίσει...
Επίσης τα παιδιά τραγουδούν και παρόμοια τραγούδια με ’κείνα των Χριστουγέννων και άδουν το ανάλογο τραγούδι σε κάθε σπίτι που επισκέπτονται.
Το απόγευμα τα λουγκατσιάρια (= οι καρναβαλιστές) μαζί και όλοι οι χωριανοί συγκεντρώνονται στην πλατεία κι εκεί στρώνεται τρικούβερτο γλέντι μεγάλο μέχρι αργά το βράδυ.
Καλή Χρονιά σε όλους.

Αναδημοσίευση απ’ το βιβλίο του Ζήση Ε. Χασιώτη, Οι δώδεκα μήνες στην ελληνική μας λαογραφία, εκδ. Βοϊακής Εστίας, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 23-30. Προσαρμογή Γ.Α.




Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Γερμανιώτικο ευθυμογράφημα: Τα παπούτσια ανάποδα (!).

Κουνάβι (κναβ)
Την παλαιά εποχή, πριν το έτος 1940, τα “κουζίνια” (= γουνοφόρα δέρματα) των κουναβιών ήταν περιζήτητα και πολύ ακριβά. Ένεκα τούτου, αρκετοί Γερμανιώτες εκείνης της εποχής ανέβαιναν στα ασβεστολιθικά βουνά του χωριού, όπου υπήρχαν πολλές σπηλιές και βραχώδεις οπές κι έστηναν εκεί κατάλληλες “σκανταλιές - καπάνες” (= παγίδες), για να συλλάβουν και φονεύσουν τα κουνάβια που κρύβονταν εντός τους.
Αυτό έκαναν κάποιο χειμωνιάτικο πρωινό και δυο Γερμανιώτες, που ήταν γείτονες, φίλοι και δεινοί κυνηγοί, οι αείμνηστοι, Μίλιος (Μιλτιάδης) Αλεξίου και Θανάσης Λιάντζης, ο αδελφός του Παπαγγελή. Πήγαν στη σπηλιά της “Περιστέρας”, τοποθέτησαν τις ατσάλινες καπάνες τους και συμφώνησαν να μεταβούν εκεί κατά το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας για να πάρουν και μοιράσουν τα κουνάβια που θα έπιαναν.
Ο Γέρμας χιονισμένος.
Το ίδιο βράδυ όμως, ο συμφεροντολόγος Θανάσης άλλαξε γνώμη. Σκέφτηκε να μεταβεί μόνος του στη σπηλιά, πριν ξυπνήσει ο Μίλιος, και να πάρει αποκλειστικά αυτός όλα τα αιχμαλωτισμένα κουνάβια. Και για να πετύχει το σχέδιό του “σοφολόϊσε” (= επινόησε)  κι εφάρμοσε το εξής τέχνασμα. Φόρεσε τα παπούτσια του ανάποδα  (: έβαλε τις φτέρνες των παπουτσιών μπροστά και τις μύτες πίσω) και βάδισε προς την υπόψη σπηλιά. Έτσι, ενώ αυτός πήγαινε προς τη σπηλιά, οι πατημασιές του επάνω στο παχύ  χιόνι έδειχναν ότι είχε ήδη επιστρέψει απ’ αυτήν!
Περί τα χαράματα ξύπνησε και ο Μίλιος και πήγε στο σπίτι του Θανάση για να τον  φωνάξει και να πάνε μαζί στα κουνάβια. Είδε όμως στην εξώπορτα του φίλου του τις πατημασιές στραμμένες προς το εσωτερικό του σπιτιού και υπέθεσε λογικά ότι αυτός θα είχε γυρίσει ήδη απ’ το κυνήγι.  Κατόπιν τούτου επέστρεψε και ο ίδιος στην οικία του και κοιμήθηκε.

Παγίδα κουναβιού.
Το πρωί ξαναξύπνησε ο Μίλιος και κοίταξε αδιάφορα έξω απ’ το παράθυρό του. Και τότε είδε το φίλο του Θανάση να μπαίνει βιαστικά στο σπίτι του έχοντας στην πλάτη του ένα τσουβάλι γεμάτο σκοτωμένα κουνάβια.  Αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί, γέλασε με την καρδιά του και την ίδια ημέρα διηγήθηκε το κωμικό συμβάν στους συγχωριανούς του, που το λένε και γελούν μέχρι σήμερα. 
(Γιώργος Τ. Αλεξίου)


Το βουνό Πάσχος του Γέρμα χιονισμένο,

Το πατρικό σπίτι του Μίλιου Αλεξίου, έτ. 1851 ή 1861.
Πίνακας Γ.Τ.Α.

Το ασβεστολιθικό βουνό Μελίσσι του Γέρμα.

Χιόνια στον ενοριακό ναό του Γέρμα.

Καπάνα (παγίδα) κουναβιών.

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Γερμανιώτικο ευθυμογράφημα: Πως ο Βίρης έγινε Ζησιάδης.

Κατά την προπολεμική εποχή, πριν το έτος 1940, όταν Εθνικός Κυβερνήτης της Ελλάδος ήταν ο αείμνηστος Ιωάννης Μεταξάς, ο σημερινός Νομός Καστοριάς αποτελούσε Επαρχία του Νομού Φλωρίνης. Τον καιρό εκείνο Νομάρχης Φλώρινας ήταν ο ονομαστός Τσαχτσίρας, που απαγόρευε αυστηρά στους κατοίκους της περιοχής μας  να ομιλούν άλλη γλώσσα πλην της Ελληνικής.
Ο εν λόγω Νομάρχης, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του στην τότε επαρχία Καστοριάς επισκέφτηκε και τον Γέρμα. Στην πλατεία του χωριού τον περίμεναν και τον υποδέχτηκαν οι Αρχές του χωριού, δηλαδή ο Πρόεδρος της Κοινότητας, οι δύο ιερείς, οι τρεις δάσκαλοι, ο κοινοτικός Γραμματέας, οι δύο Αγροφύλακας, ο  Δασοφύλακας, ο Κλητήρας, οι δύο Υδρονομείς, καθώς και πολλοί κάτοικοι, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αείμνηστος Τάκας Βίρης.
Νεοκλασική οικία στη Φλώρινα, έτ. 1915,
ευρισκόμενη απέναντι απ' την παλιά Νομαρχία.
Όταν ο κ. Νομάρχης είδε μέσα στο πλήθος τον υπερβολικά κοντόσωμο Τάκα Βίρη, τον κάλεσε κοντά του και τον ρώτησε πως ονομάζεται.
-            Δημήτριος Βίρης, απάντησε ο αείμνηστος Τάκας.
-            Βόρις;! φώναξε δυνατά ο Νομάρχης κι εξεμάνη, επειδή παράκουσε ή επειδή το θεώρησε παραφθορά του βουλγάρικου ονόματος Βόρις. Και γυρίζοντας προς τους Αστυνομικούς που τον συνόδευαν είπε:
-            Πιάστε τον, και αύριο να τον φέρετε στην Καστοριά, για να του αλλάξουμε το επίθετο.
Και πράγματι, την επόμενη ημέρα μετέφεραν τον Τάκα Βύρη στην Καστοριά και του “χάρισαν” το επώνυμο Ζησιάδης, επειδή η λέξη Βίρης ακούγεται περίπου όπως  η λέξη βίος που σημαίνει ζωή, ζήση.
Και από τότε ο αείμνηστος Τάκας ονομαζόταν Ζησιάδης κι έτσι ονομάζονται μέχρι σήμερα οι απόγονοί του, που ζούνε στο Κωσταράζι και σε άλλα μέρη της Ελλάδος.

Ο Γέρμας Καστοριάς,
το χωριό του αείμνηστου Τάκα Βίρη - Ζησιάδη.

Η οικία του Καϊμακάμη Φλώρινας, τον οποίον
τείχαν απαγάγει και μεταφέρει στον Γέρμα,
περί το έτ. 1880, Γερμανιώτες ληστές.



Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Τρία Κυπραίικα γαϊδούρια στον Γέρμα κατά τη δεκαετία 1950 – 60.

Κυπραίικο γαϊδούρι.
Περί το έτος 1950, αμέσως μετά την Κατοχή και τον Ανταρτοπόλεμο (1941 – 49), οι αγρότες του Γέρμα είχαν ξεμείνει από φορτηγά ζώα (: άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια) και γι’ αυτό αδυνατούσαν να εργαστούν τακτικά και συστηματικά στα κτήματά τους και να συντηρήσουν τις πολυμελείς οικογένειές τους. Οι τότε σύμμαχοί μας, για να αναπληρώσουν αυτήν τη βασική έλλειψη, μετέφεραν από διάφορες φιλικές χώρες στην Ελλάδα και μοίρασαν στους χωρικούς της αρκετά τέτοια ζώα.
Στον Γέρμα Καστοριάς έφεραν αρκετά άλογα, κάμποσα μουλάρια και τρία Κυπραίικα (: Κυπριακά) γαϊδούρια. Τα εν λόγω γαϊδούρια ήταν μεγαλόσωμα, γεροδεμένα, υπομονετικά και πολύ συμπαθητικά, τα παρέλαβαν δε οι αείμνηστοι, Γεώργιος (Γιωργούλης) Αλεξίου, Ζήσης Πανές (Μήταλας) και Μίχος Τζήμας.
Ο Γιωργούλης Αλεξίου (+1964)
ιδιοκτήτης του "Κύπρου".
Τον καιρό εκείνο οι Γερμανιώτες έδιναν απαραιτήτως στα ζώα τους κάποιο χαρακτηριστικό όνομα, που γινόταν και ήταν γνωστό σε όλο το χωριό. Έτσι λοιπόν, ο Γιωργούλης Αλεξίου έδωσε στον αγαπημένο του γάιδαρο το όνομα «ο Κύπρος», λόγω της καταγωγής και προέλευσης του ζώου απ’ τη μαρτυρική Μεγαλόνησο. Αντιστοίχως ο Ζήσης Πανές ονόμασε τον όνο του «ο Γκέσος», απ’ το γκριζόλευκο χρώμα της κεφαλής του, ενώ ο Μίχος Τζήμας του χάρισε ανεξήγητα το πρωτόφαντο όνομα «ο Λιόμπλιος» (!).
Το πιο γνωστό, συμπαθητικό και “δημοφιλές” απ’ τα προαναφερόμενα τρία ζώα ήταν ο Κύπρος. Το γαϊδούρι αυτό βρισκόταν τις περισσότερες ημέρες του χρόνου στο αλώνι του Γιωργούλη δεμένο απ’ τον “στέντζιαρο” (= γερός πάσσαλος στημένος όρθια στο κέντρο του αλωνιού), κι έτρωγε συνήθως μια “τουλούπα γιόντζια” (= ένα μικρό δεμάτι τριφυλλιού, μηδικής).
Ο αείμνηστος Γιωργούλης ήταν τότε περασμένης ηλικίας και ως εκ τούτου εργαζόταν εξ ανάγκης περιστασιακά και μάλιστα έκανε μόνο λίγες κι ελαφριές δουλειές με τον Κύπρο του. Αυτό το γνώριζαν οι συγχωριανοί του και γι αυτό, όταν χρειάζονταν για μια - δυο ημέρες κάποιο βοηθητικό ζώο, δανείζονταν τον Κύπρο και προσέφερναν ως “ενοίκιο” στον ιδιοκτήτη του δύο – τρία "πισνίκια" (= μεγάλα χωριάτικα ψωμιά) ή τρεις – τέσσερις "πλαστρίνες"  (= κομμάτια) εκλεκτού Γερμανιώτικου τυριού. Με τον τρόπο αυτόν ο γεροδεμένος Κύπρος είχε προσφέρει επί μία δεκαετία περίπου τις πολύτιμες υπηρεσίες του στους περισσότερους αγρότες του Γέρμα και για τούτο, όταν απεβίωσε περί το έτος 1960, στενοχωρήθηκαν και λυπήθηκαν μαζί με τον παππού Γιωργούλη και όλοι οι συγχωριανοί του.
Κατά την ίδια χρονική περίοδο απεβίωσαν και τα άλλα δύο Κυπριακά γαϊδούρια του Γέρμα, που ήταν επίσης πασίγνωστα και αγαπητά στο χωριό και που η ανάμνησή τους είναι ακόμη ζωντανή στους ηλικιωμένους φιλόζωους κατοίκους του.

Ο καημένος
Στο λιβάδι ξεχασμένος
ένας γάιδαρος βοσκούσε
τίποτ’ άλλο δε ζητούσε
ο καημένος.
……………………………
Το χορτάρι του μασούσε
κι ήταν τρισευτυχισμένος
και το ξύλο λησμονούσε
ο καημένος.
………………………………
Και την τύχη ευχαριστούσε,
που δεν ήταν φορτωμένος,
και τα δυο του αυτιά κουνούσε
ο καημένος.
…………………………………
Τους εχθρούς του συχωρούσε
κι ήτανε συχωρεμένος,
και τον κόσμον αγαπούσε
ο καημένος.
…………………………………
Το Θεό παρακαλούσε
 για να μείνει εκεί δεμένος
και να βόσκει όσο θα ζούσε
ο καημένος.
(Ποίημα Ζαχαρία Παπαντωνίου)

Βλέπε για το κυπριακό γαιδούρι:
https://www.bigcyprus.com.cy/el/article/kypriako-gaidoyri

Το όμορφο χωριό Ο Γέρμας Καστοριάς.

Το άλογο του Γερμανιώτη Λάζαρου Δ. Κοντσιώτη.

Δεξιά ο αείμνηστος Ζήσης Πανές (Μήταλας)

Φοράδα με το πουλαράκι της.
Του κ. Φίλιππα Φαφούτα.

Ο αείμνηστος Βαγγέλης Παπατζήμος
με την εγγονούλα του Στυλιανή.

Ο κ. Ζήσης Τσιουχαδάρης. Έτ. 1960.

Άλογο σε παραδοσιακή κρήνη του Βογατσικού.