Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2020

“Ο πραματευτής και το νεογέννητο κοριτσάκι”. Λαϊκό παραμύθι απ' τον Γέρμα Καστοριάς.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας νεαρός πραματευτής που γύριζε καθημερινώς στα χωριά της περιοχής του και πουλούσε γυναικεία στολίδια και κοσμήματα. Κάποια ημέρα ο πραματευτής αυτός νυχτώθηκε σε ένα χωριό και ζήτησε φιλοξενία απ' τους κατοίκους του. Τον άκουσε τότε κάποιος φιλόξενος χωρικός, τον κάλεσε στο πτωχικό σπίτι του και τον έβαλε να κοιμηθεί στο δωμάτιο που κοιμόταν και η κορούλα του, η οποία είχε γεννηθεί μόλις πρίν από τρεις ημέρες.

Περί τα μεσάνυχτα κατέφθασαν σ' αυτό το δωμάτιο οι τρεις Μοίρες τού νεογέννητου κοριτσιού για να ορίσουν την τύχη του. Εκείνη την ώρα ο πραματευτής ξύπνησε αθόρυβα, είδε τις Μοίρες, κρυφάκουσε τα καθοριστικά λόγια της πρώτης και της δεύτερης Μοίρας και κατόπιν άκουσε και την τρίτη Μοίρα να ορίζει τα εξής: “Αυτό το κοριτσάκι, όταν γίνει 15 χρονών να παντρευτεί τον πραματευτή που κοιμάται σ' εκείνη τη γωνιά”.


Μόλις ο πραματευτής άκουσε τον ορισμό της τρίτης Μοίρας αναστατώθηκε πολύ και είπε μέσα του. Εγώ ο εικοσάχρονος άντρας θα παντρευτώ αυτό το νεογέννητο βρέφος; Δεν το δέχομαι. Και αμέσως, χωρίς να το πολυσκεφτεί, άρπαξε το μικρό κοριτσάκι από την σαρμάντσα του (: ξύλινη κούνια μωρού), το έβγαλε στην αυλή και το κάρφωσε σε ένα παλούκι για να πεθάνει. Κατόπιν έφυγε γρήγορα απ΄ το χωριό και δεν ξαναπέρασε απ' αυτό κατά το επόμενο χρονικό διάστημα.

Παρήλθαν 15 χρόνια και ο πραματευτής, αγνώριστος πλέον, επισκέφτηκε το αναφερόμενο χωριό για να πουλήσει το ελκυστικό εμπόρευμά του. 'Οταν τον είδαν οι νεαρές κοπέλες του χωριού έτρεξαν κοντά του για να αγοράσουν κουβαρίστες, κορδέλες, δακτυλίδια και βραχιόλια. Ο Πραματευτής πρόσεξε τότε μια νεαρή και χαριτωμένη κοπέλα που ήταν ανάμεσά τους, εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της και ζήτησε απ' τους γονείς της να την παντρευτεί. Και πράγματι, ύστερα από λίγο καιρό την παντρεύτηκε.


Κατά την πρώτη νύχτα του γάμου τους, όταν οι νεόνυμφοι έπεσαν να κοιμηθούν, ο πραματευτής είδε έκπληκτος στην κοιλιά της γυναίκας του μία μεγάλη ουλή προερχόμενη από κάποια παλιά πληγή. Ρώτησε λοιπόν πώς έγινε αυτή η ουλή και τότε η γυναίκα διηγήθηκε την απίστευτη ιστορία της. Ότι δηλαδή, όταν ήταν βρέφος την κάρφωσε σε ένα παλούκι κάποιος άγνωστος πραματευτής, και ότι την είδε καρφωμένη εκεί ο πατέρας της και την έσωσε από βέβαιο θάνατο.

Όταν ο πραματευτής άκουσε αυτήν τη συγκλονιστική ιστορία ταράχτηκε πολύ, συγκινήθηκε ιδιαίτερα και φώναξε δυνατά: “Ότι γράφει η μοίρα δεν ξεγράφει (ξεγράφεται)” !

Και ύστερα πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Γ.Τ.Α.







Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

Το αξιόλογο βιβλίο “Γραικοί στην Τασκένδη” της κ. Άννας Παπαδημητρίου. Έκδ. 2019.

Βιβλιοπαρουσίαση.

   Πριν από έναν χρόνο περίπου, τον Οκτώβριο του έτους 2019 κυκλοφόρησε και παρουσιάστηκε στην Καστοριά ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, που φέρει τον εύγλωττο τίτλο “Γραικοί στην Τασκένδη”, και τον υπότιτλο “Με τη σκέψη σε σένα πατρίδα” Το βιβλίο αυτό συνεγράφη απ' την καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης κ. Άννα Παπαδημητρίου, η οποία είναι σύζυγος του γνωστού ιατρού κ. Λάμπρου Κ. Παπαδημητρίου, που κατάγεται από τον Γέρμα Καστοριάς.

Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι αυτοβιογραφικό και ιστορικό. Στις 400 πυκνογραμμένες σελίδες του παρουσιάζονται εναργώς αρκετά πολεμικά γεγονότα και τραγικά περιστατικά τής 10 ετίας 1940, η οποία ήταν ιδιαιτέρως καταστροφική για την πατρίδα μας. Παρουσιάζονται επίσης οι ένοπλοι αγώνες, τα βάσανα, οι κατατρεγμοί, οι θυσίες, αλλά και οι ελπίδες των ανταρτών στα βουνά της Ελλάδος, καθώς και στη μακρινή Τασκένδη, την πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, όπου είχαν καταφύγει αυτοί μετά την ήττα τους στον Γράμμο και στο Βίτσι.

Ο γράφων Γιώργος Τ. Αλεξίου ανέγνωσα με ενδιαφέρον και προσοχή το περιεχόμενο τού εν λόγω βιβλίου, εντυπωσιάστηκα από τις αυτοβιογραφικές καταγραφές τής συγγραφέως του, και συγκλονίστηκα και συγκινήθηκα από τα ιστορικά στοιχεία και τις μαρτυρίες περί τού ανταρτοπολέμου (έτ. 1946-49), που περιλαμβάνονται στις σελίδες του. Για τους λόγους αυτούς το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όλους τους Έλληνες που έχουν ιστορικά και κοινωνικά ενδιαφέροντα, και ιδιαιτέρως στους κατοίκους τού Γέρμα Καστοριάς, της ιδιαίτερης πατρίδας τού συζύγου τής συγγραφέως.



Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Εύθυμο ιστόρημα απ' τον Γέρμα Καστοριάς: Η χρυσή λίρα.

Στον Γέρμα Καστοριάς, κατά την περίοδο της “ερυθράς ανταρτοκρατίας” (έτη 1942 - 1949), "κουμάντο έκανε" ο ανεκδιήγητος Καπετάν – “Υψηλάντης” (sic). Κάποια ημέρα αυτής της περιόδου, ο εν λόγω Καπετάνιος πήγε με 3- 4 αντάρτες του στην περιοχή της Γιάζιας, βρήκε εκεί ένα κοπάδι αιγοπροβάτων και ζήτησε απ' τον ιδιοκτήτη τους ένα παχύ “ζυγούρι” για να το ψήσει. Ο κτηνοτρόφος έδωσε με φόβο το “ζυγούρι” (: πρόβατο 2 ετών) καί τότε ο “Υψηλάντης” - για να διασκεδάσει - έβγαλε επιδεικτικά απ' το δερμάτινο κεμέρι που είχε κρεμασμένο στον ώμο του μία χρυσή λίρα και του την πρόσφερε ως αντίτιμο ! Κι αυτός την πήρε με έκπληξη, με δισταγμό αλλά και με χαρά.

Το επόμενο πρωινό εμφανίστηκαν στο ίδιο κοπάδι 2 - 3 οπλισμένοι αντάρτες και ζήτησαν απ' τον κτηνοτρόφο ιδιοκτήτη του να τους επιστρέψει αμέσως και χωρίς αντίρρηση, τη χρυσή λίρα που είχε λάβει από τον Καπετάνιο τους !

Και ο κτηνοτρόφος την επέστρεψε...






Κυριακή, 19 Ιουλίου 2020

Το “σμάδ΄” {: το σημάδι}. Εύθυμο ιστόρημα απ' τον Γέρμα Καστοριάς.


Κατά την περίοδο της “Ανταρτοκρατίας” (έτη 1942 – 1949), η ζωή στον Γέρμα Καστοριάς ήταν πολύ δύσκολη. Οι ερυθροί αντάρτες που βρίσκονταν στο χωριό ζητούσαν από τους δεινοπαθούντες κατοίκους του συνεχώς κι επιτακτικά κι έπαιρναν “με το έτσι θέλω” τρόφιμα (κυρίως ψωμί και τυρί), καθώς και αιγοπρόβατα για το κρέας τους.
Στα χρόνια εκείνα, όπως ακριβώς και στα προηγούμενα, καθώς και στα επόμενα μέχρι τη δεκαετία του 1960, οι κτηνοτρόφοι του Γέρμα έσμιγαν (συνένωναν) την Άνοιξη, ανά δύο - τρεις, τα μικρά κοπάδια των αιγοπροβάτων τους και τα βοσκούσαν οι ίδιοι εναλλάξ και με τη σειρά μέχρι το Φθινόπωρο. Τα πρόβατα τού κάθε ιδιοκτήτη στο σμιγμένο κοπάδι είχαν στο αυτί τους ένα ιδιαίτερο κόψιμο, το λεγόμενο “σμάδ'” (: σημάδι), για να ξεχωρίζουν και διακρίνονται απ' τα πρόβατα του άλλου ιδιοκτήτη.
 Μια χρονιά της αναφερόμενης περιόδου έσμιξαν τα πρόβατά τους δύο πρώτοι εξάδελφοι, ο Θανάσης που ήταν εθνικόφρων και ο Νικόλας που ήταν “κόκκινος”, οπαδός του Ζαχαριάδη. Κάποιο πρωινό αυτής της χρονιάς που βοσκούσε τα σμιγμένα πρόβατα ο Θανάσης εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά του δύο οπλισμένοι αντάρτες και ζήτησαν να μάθουν ποιο ήταν το “σημάδι” του δικού του κοπαδιού και ποιο το “σημάδι” των προβάτων του εξαδέλφου του. Ο Θανάσης τους έδειξε τα “σημάδια” αναγνώρισης των ζώων και τότε αυτοί ξεχώρισαν και πήραν 5 – 6 πρόβατα μόνο απ' το δικό του κοπάδι.
 Το ίδιο έγινε άλλες 2 - 3 φορές, πήραν δηλαδή οι “συναγωνιστές” πρόβατα μόνο απ' το δικό του κοπάδι και όχι από το κοπάδι του ερυθρού εξαδέλφου του. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον Θανάση, σκέφτηκε πονηρά κι έκανε το εξής. Όταν κάποια ημέρα ήρθαν πάλι εντεταλμένοι αντάρτες και ζήτησαν να τους δείξει τα σημάδια των δύο σμιγμένων κοπαδιών, αυτός τους υπέδειξε επίτηδες το “σημάδι” του κοπαδιού του ως “σημάδι” των προβάτων του εξαδέλφου του, και αντιθέτως. Κατόπιν τούτου οι αντάρτες πήραν μερικά πρόβατα του Νικόλα, νομίζοντας ότι πρόκειται για ζώα του Θανάση !
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας που πήγε ο Νικόλας στο κοπάδι για να αρμέξει, πληροφορήθηκε ότι οι αντάρτες πήραν 5 - 6 απ' τα πρόβατά του, έγινε έξω φρενών και φώναξε;
- Απ' το κοπάδι μου πήραν οι σύντροφοί μου πρόβατα;
- Αμ τι, πάντα απ΄ το κοπάδι μου θα παίρνουν; του είπε γελώντας ο εξάδελφός του Θανάσης.
    Σημείωση. Η ιστοριούλα είναι αληθινή, αλλά τα ονόματα των κτηνοτρόφων όχι.

    Γ.Τ.Α.





Τρίτη, 7 Ιουλίου 2020

“Η Βρύση {: η πηγή} με το κοκκινωπό νερό”. Λαϊκό ιστόρημα απ' τον Γέρμα Καστοριάς.


Εισαγωγικό Σημείωμα.
Στο όμορφο χωριό “Ο Γέρμας” Καστοριάς, και πιο συγκεκριμένα στην τοποθεσία του “Νερόμυλοι”, υπάρχει μια μεγάλη πηγή, που είναι γνωστή με την ονομασία “Η Βρύση του Κολιούμπα”. Η επιφάνεια ανάβλυσης των νερών αυτής τής πηγής έχει έκταση 50 τ.μ. περίπου, καλύπτεται δε μερικώς και περιβάλλεται (η επιφάνεια) από υδροχαρή ψηλά καλάμια.
Τα αστείρευτα νερά τής αναφερόμενης πηγής είναι σιδηρούχα και γι αυτό έχουν χρώμα ερυθρωπό και γεύση οξειδωμένου μετάλλου. Προφανώς, προέρχονται – διέρχονται από κάποιο πλούσιο κοίτασμα σιδήρου, που βρίσκεται στα έγκατα των κοντινών τους βουνών “Αμάραντος” και “Τσούκα”. Λόγω αυτής της δυσάρεστης γεύσης και του υποκόκκινου χρώματός τους, τα υπόψη νερά δεν είναι πόσιμα.
Οι Γερμανιώτες του μακρινού παρελθόντος εντυπωσιάζονταν από τις παράξενες ιδιότητες των υδάτων τής εν λόγω πηγής, κι επειδή αδυνατούσαν να τις εξηγήσουν, έπλασαν με τη ζωηρή φαντασία τους και διηγούνταν την παρακάτω συγκινητική ιστορία.
Η Βρύση (: η πηγή) με το κοκκινωπό νερό.
Την παλαιά εποχή “η βρύση του Κολιούμπα” είχε καλό και υγιεινό νερό και γι' αυτό οι άνθρωποι το έπιναν με προθυμία. Την ίδια εποχή, όλα σχεδόν τα μαγειρικά και τα λοιπά σκεύη των νοικοκυρ(ι)ών του Γέρμα (: κατσαρόλες, ταψιά, τηγάνια, γκιούμια, κακάβια, καζάνια κ.ά.) ήταν μπακιρένια (: χάλκινα) και μπρούντζινα (ορειχάλκινα) και γι' αυτό σκούριαζαν εύκολα και χρειάζονταν γάνωμα. Προς τον σκοπό αυτόν ερχόταν τακτικά στον Γέρμα απ' την Εράτυρα Κοζάνης ένας “γαλαντζής” (: καλατζής, γανωματής), μάζευε σε τσουβάλια τα αγάνωτα σκεύη και αντικείμενα, τα φόρτωνε σε 2 - 3 μουλάρια και τα μετέφερε στο χωριό του. Εκεί τα γάνωνε (στίλβωνε) με καλάι (κασσίτερο) και κατόπιν τα επέστρεφε με τον ίδιο τρόπο στους Γερμανιώτες ιδιοκτήτες τους.
Κάποια φορά, ο γαλαντζής αυτός ήρθε στον Γέρμα αργά το απόγευμα, μάζεψε με βιασύνη αρκετά χαλκώματα και μπακίρια, τα φόρτωσε στα δύο μουλάρια του και όταν βράδιασε ξεκίνησε να γυρίσει στο χωριό του. Κατά τον γυρισμό του όμως, επειδή είχε αρχίσει ήδη να νυχτώνει και δεν έβλεπε καλά, μπέρδεψε τους δρόμους, και αντί να πάει προς την Εράτυρα, βάδισε προς την “Βρύση του Κολιούμπα”. Όταν έφθασε σ' αυτήν τη Βρύση (την πηγή) δεν την αναγνώρισε και γι' αυτό περπάτησε ανυποψίαστος, μαζί τα ζώα του, επάνω της. Αμέσως τότε, αυτός και τα δύο μουλάρια του βούλιαξαν στο εσωτερικό τής πηγής. Μάταια προσπάθησαν να βγουν απ' αυτήν, δεν το κατόρθωσαν κι έτσι σύντομα βυθίστηκαν στον πυθμένα της και χάθηκαν για πάντα.
Πέρασαν λίγες ημέρες και φυσικά ο γαλαντζής δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Οι συγγενείς του ανησύχησαν για την ανεξήγητη απουσία του και γι' αυτό ήρθαν στον Γέρμα και μαζί με μερικούς κατοίκους του άρχισαν να τον αναζητούν σε όλα τα μέρη του χωριού, αλλά δυστυχώς δεν τον έβρισκαν. Τότε, κάποιος απ' τους Γερμανιώτες που έψαχνε κοντά στην αναφερόμενη πηγή παρατήρησε με έκπληξη, ότι τα νερά της είχαν αλλάξει χρώμα και γεύση. Αμέσως εννόησε, ότι αυτό είχε συμβεί επειδή στο βυθό τής πηγής βρισκόταν πνιγμένος ο αγνοούμενος γαλαντζής με τα ζώα του, και ότι η αλλοίωση των νερών της οφειλόταν στα οξειδωμένα χαλκώματα και μπρούντζινα σκεύη του. Αυτήν τη γνώμη του την ανακοίνωσε στους συγγενείς του γαλαντζή και στους συγχωριανούς του και την παραδέχτηκαν όλοι. Από τότε και για αρκετά χρόνια, η γυναίκα και τα παιδιά του γανωματή επισκέπτονταν τη "Βρύση του Κολιούμπα" και θρηνούσαν εκεί την απώλειά του. Από τότε επίσης και μέχρι σήμερα, οι κάτοικοι του Γέρμα διηγούνται αυτήν την παράξενη και λυπητερή ιστορία στα μικρά παιδιά τους, όταν αναφέρονται στο κοκκινωπό νερό της εν λόγω πηγής.
Γιώργος Τ. Αλεξίου.











Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2020

Το ποντικάκι "Ο Σκομπουρίτης". Λαϊκό παραμύθι απ' τον Γέρμα Καστοριάς.

Το παραμύθι κατέγραψε ο Γιώργος Τ. Αλεξίου

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στο φτωχικό αγροτόσπιτο κάποιου χωριού ένας γέρος και η γριά γυναίκα του, που δεν είχαν παιδιά. Ο γέρος εργαζόταν όλη την ημέρα στο αμπέλι του, ενώ η γυναίκα του έμενε στο σπίτι τους κι έκανε τις ανάλογες δουλειές. Μερικές φορές έμπαιναν στο σπίτι ποντίκια κι προξενούσαν διάφορες ζημίες και γι' αυτό η γριά τα χτυπούσε με το σκουπόξυλο και τα σκότωνε.
Μια ημέρα μπήκε στο δωμάτιο τής γριάς ένα μικρό και χαριτωμένο ποντικάκι και τότε αυτή άρπαξε αμέσως τη σκούπα της για να το χτυπήσει. Το ποντίκι όταν είδε τη γριά με το σκουπόξυλο φοβήθηκε πολύ, τη (της) μίλησε κλαίγοντας και την (της) είπε: Καλή μου γιαγιά, είμαι ο Σκομπουρίτης, μην με σκοτώνεις. Σε παρακαλώ να με κρατήσεις εδώ, να με έχετε εσύ και ο παππούς σαν παιδάκι σας κι εγώ θα σας κάνω όλες τις δουλειές του σπιτιού, θα σκουπίζω, θα πλένω και θα μαγειρεύω.
Η γριά σκέφτηκε για λίγο τα λόγια του Σκομπουρίτη, δεν τον χτύπησε και ύστερα αποφάσισε μαζί με τον άντρα της να τον κρατήσουν στο σπίτι και να τον έχουν σαν παιδί τους. Και δεν το μετάνιωσαν. Ο Σκομπουρίτης έκανε με προθυμία και πολύ καλά όλες τις δουλειές του σπιτιού, και γι΄ αυτό οι δυο γέροντες τον αγαπούσαν πάρα πολύ.
Κάποιο πρωινό, που ο γέρος και η γριά απουσίαζαν από το σπίτι, ο Σκομπουρίτης αποφάσισε να μαγειρέψει τραχανά. Έβαλε λοιπόν στο αναμμένο τζάκι την κατσαρόλα με τον τραχανά και περίμενε αμέριμνος να βράσει (ο τραχανάς). Δυστυχώς όμως, εκείνη την ώρα εμφανίστηκε στο ανοιχτό παράθυρο ένας φοβερός γάτος με πολύ άγριες διαθέσεις. Όταν ο Σκομπουρίτης είδε το γάτο τρόμαξε πολύ, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να γλυτώσει από τα δόντια του, και αμέσως είπε τραγουδιστά, “βράσε - βράσε τραχανά, να ριχτώ κι εγώ μέσα”, και ρίχτηκε...
Το μεσημέρι, ο γέρος και η γριά γυναίκα του επέστρεψαν στο σπίτι, όμως δεν βρήκαν εκεί τον Σκουμπουρίτη και ανησύχησαν. 'Αρχισαν λοιπόν να τον φωνάζουν, αλλ' αυτός δεν εμφανίστηκε. Τότε κάθισαν στο τραπέζι να φάνε και η γριά ξεκίνησε να βγάζει με την κουτάλα το φαγητό απ' την κατσαρόλα στο πιάτο. Και ξαφνικά συνέβη το φοβερό. Μαζί με τον τραχανά έβγαλε και τον βρασμένο Σκομπουρίτη...
Ο γέρος και η γριά λυπήθηκαν πάρα πολύ για τον τραγικό θάνατο του Σκομπουρίτη, τον πένθησαν έναν ολόκληρο χρόνο, και μετά “έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”.

Σημειώσεις. 
1) Το παρόν παραμύθι “Ο Σκομπουρίτης” ήταν και είναι (;) απ' τα δημοφιλέστερα και γνωστότερα λαϊκά παραμύθια των Γερμανιωτών. 
2) Οι Γερμανιώτες αστειευόμενοι αποκαλούν ακόμη και σήμερα “Σκομπουρίτη” το κάθε μικρόσωμο και ζωηρό παιδάκι του χωριού τους.
3) Στον Γέρμα Καστοριάς χρησιμοποιείται σπανίως και μόνον σε καθιερωμένες τυπικές εκφράσεις το ρήμα “πηδώ”. Αντ' αυτού χρησιμοποιείται η λέξη “ρίχνομαι“ κ.ο.κ.


Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Η Ισπανική γρίπη στον Γέρμα Καστοριάς κατά το έτος 1918.


Κύριε, ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου.

Η λεγόμενη Ισπανική γρίπη ήταν μια φοβερή πανδημία που ξέσπασε κατά το έτος 1918. Υπολογίζεται, ότι απ΄αυτήν τη γρίπη πέθαναν τότε σε όλον τον κόσμο περισσότερα από 20 εκατομμύρια άνθρωποι. Στον Γέρμα Καστοριάς η γρίπη έφθασε το Φθινόπωρο του αναφερόμενου έτους. Η περίοδος έξαρσής της κράτησε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αείμνηστου Κώστα Φ. Κατσάνου, 13 ημέρες, κατά τις οποίες απεβίωσαν 86 άνθρωποι. Καθημερινώς πέθαιναν συνήθως 7 - 8 άτομα, κυρίως παιδικής και γεροντικής ηλικίας. Ο χώρος του Νεκροταφείου, που βρισκόταν τότε στο κέντρο του χωριού και δίπλα στον ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου, δεν επαρκούσε για την ταφή των πολλών νεκρών και γι αυτό οι κάτοικοι τους έθαβαν έξω απ' τον οικισμό, στον λόφο του Αγίου Αθανασίου. Τους νεκρούς τούς συνόδευε μόνον ο ιερέας Γεώργιος Τζήμος (ο Παπατζήμος), που έβαζε στα γένεια του ασβεστοπολτό, για να μην κολλήσει και ο ίδιος τον ιό, και βεβαίως (τους συνόδευαν) οι στενοί συγγενείς τους.
Η μεταφορά των θανόντων στο υποτυπώδες νεκροταφείο γινόταν με απλές σανίδες και με πρόχειρες σκάλες. Για τον λόγο αυτόν η σορός ενός νεκρού, του Νταμίτσ..., κατά τη μεταφορά της στο νεκροταφείο γλίστρησε απ' τη σκάλα όπου ήταν τοποθετημένη κι έπεσε στον παρακείμενο τού δρόμου βαθύ λάκκο της Μπιστεριάς, απ' όπου την έβγαλαν με δυσκολία και πολλές προφυλάξεις.
Όταν έληξε η γρίπη, όλοι οι κάτοικοι του Γέρμα ήταν βαρυπενθούντες. Δεν υπήρχε σπίτι χωρίς νεκρό. Πολλοί γονείς είχαν χάσει τα τέκνα τους, αρκετοί σύζυγοι είχαν απομείνει μόνοι στη ζωή, και πολλά τέκνα είχαν ορφανέψει.
Λίγο καιρό αργότερα, ο Σύλλογος Γερμανιωτών Καναδά και ΗΠΑ έστειλε αρκετά χρήματα για να γίνει (κι έγινε) η περίφραξη του Νεκροταφείου στην πλαγιά του προαναφερόμενου λόφου του Αγίου Αθανασίου, όπου βρίσκεται έκτοτε.
Ακριβώς κάτω απ' το Νεκροταφείο, ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας Φίλιππος Κατσάνος πρότεινε να δημιουργηθεί, και δημιουργήθηκε, ο παλιός Σχολικός Κήπος, του οποίο η πύλη σώζεται μέχρι σήμερα.
Ας είναι αιωνία η μνήμη των 86 κατοίκων του Γέρμα, που πέθαναν το έτος 1918 από την Ισπανική γρίπη.
Γ.Τ.Α.

Σημείωση. Ο αείμνηστος Κωστας Κατσάνος, που αναφέρεται στο παρόν κείμενο, ήταν στρατιώτης κατά την περίοδο της γρίπης και βρισκόταν στον Γέρμα με άδεια. Εκεί αρρώστησε βαριά, δεν μπόρεσε να επιστρέψει εγκαίρως στη Μονάδα του και κηρύχτηκε λιποτάκτης, πιστοποίησε όμως ότι είχε νοσήσει απ' τη γρίπη και απαλλάχτηκε της ποινής.