Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Εύθυμο ιστόρημα παλαιών Γερμανιωτών: “Το λινγκέρι του Πούρλιαρη”.

Χαριτωμένο γαϊδουράκι.
Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.

Την παλιά εποχή και μέχρι το έτος 1965, περίπου, επικρατούσε στην πατρίδα μας η ανέχεια και η πενία. Οι περισσότεροι κάτοικοί της διέμεναν τότε σε κωμοπόλεις και χωριά, ήταν δε στην πλειονότητά τους άποροι αγρότες (: γεωργοί και κτηνοτρόφοι), που “έβγαζαν με δυσκολία το ψωμί τους”. Τα σπίτια αυτών των αγροτών ήταν μικρά και πτωχικά, και σε πολλές περιπτώσεις συστέγαζαν σε διπλανούς χώρους ανθρώπους και ζώα, που αναπόφευκτα συγχρωτίζονταν.
Οι αναφερόμενοι βιοπαλαιστές αγρότες αντιλαμβάνονταν πλήρως τη δύσκολη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν, όμως δεν δυσανασχετούσαν γι' αυτήν (τη δύσκολη κατάσταση), αλλ' απεναντίας την περιέπαιζαν λέγοντας διάφορες ευτράπελες ιστορίες, όπως η παρακάτω:
Το ερειπωμένο αγροτόσπιτο του αείμνηστου
Κωστάκη Κυρατζή στον Γέρμα.
Ζούσε κάποτε στο φτωχικό σπίτι ενός μικρού χωριού μια χήρα γυναίκα με το κοριτσάκι της. Η γυναίκα αυτή είχε και συντηρούσε σε διπλανό στάβλο του σπιτιού της μία γαϊδούρα με το αρσενικό πουλάρι της, που το έλεγαν Πούρλιαρη (!) (< ο Πούλαρης).
Κάποια ημέρα, η εν λόγω γυναίκα έβαλε στο τσουκάλι της φασόλια για να βράσουν και κατόπιν πήγε να δουλέψει σε ένα κοντινό κτήμα. Πριν φύγει όμως από το σπίτι είπε στην κόρη της να προσέχει το φαγητό, και όταν αυτό βράσει να το βγάλει απ' το τσουκάλι για να μην καεί.
Πέρασαν δυο - τρεις ώρες, έβρασε το φαγητό κι αμέσως η κόρη βγήκε από το σπίτι και φώναξε δυνατά στη μητέρα της:
-  Αμόρ' μάννα, το φαγητό έβρασε, πού να το κενώσω (= να το αδειάσω);
-  Στου πούρλιαρη το λιγκέρι (= το βαθύ ορειχάλκινο “πιάτο”)!, απάντησε η μητέρα της...

Παρατήρηση. Απ' το ίδιο και μοναδικό τους πιάτο, το “λιγκέρ'”, έτρωγαν τότε άνθρωποι και ζώα.

Σημείωση. Στα χρόνια εκείνα, όλοι οι Γερμανιώτες γνώριζαν το παρατιθέμενο εύθυμο ιστόρημα και γι΄αυτό, όταν έβλεπαν κάποιο παλιό ή άπλυτο πιάτο, έλεγαν στη γυναίκα τού σπιτιού την παροιμιακή φράση: “Αυτό είναι σαν τ' πούρλιαρ' το λινγκέρ'”.

Καταγραφή Γ.Τ.Α. 3-5-2018.

Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.

Το αγροτόσπιτο του αείμνηστου
Κώτσιου Τσιαχτσήρα στον Γέρμα.



Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Παροιμίες και παροιμιακές φράσεις απ’ τον Γέρμα.


  1. Ο Γέρμας, άποψη απ' το βουνό Πάσχος,
    Η γυναίκα δεν είναι κρίπα (= ύφασμα μπαλώματος) να την ξηλώσεις.
  2. Έίναι “μη χειρότερα”, σαν τραχανάς χωρίς τυρί.
  3. Γιατί με “κυνηγούν” (= κακολογούν) τόσο; Μαλλί από λύκο έχω;
  4. Όταν είμαι κορίτσι περπατώ και λάμπω, κι όταν παντρευτώ περπατώ και κλ…ω.
  5. Η γίδα γεμάτη ψώρα, (αλλά) την ουρά τσιγκέλι.
  6. Λαμπυρίζει η φωτιά (στο τζάκι), (άρα) νύχτωσε όξω.
  7. Όλοι γελούσαν με τ' εμένα, κι εγώ χάνομαν απ’ τα γέλια.
  8. Περπατάει σαν τη μπάμπω με το λαδερό (που πήγαινε παλαιότερα κουτσαίνοντας στην εκκλησιά για ν' ανάψει τα καντήλια).
  9. Έπεσε το κουτάλι, φίλος θα μας έρθει.
  10. Όποιος φτιάχνει μια προξενιά, ανοίγει μια εκκλησία.
  11. Λαλάει η καρακάξα στο σπίτι μας, γράμμα απ' την Αμερική θα πάρουμε.
Καταγραφή Γ.Τ.Α.

Ο Γέρμας, άποψη απ' την περιοχή Περιστέρα.




Στην κορυφή του Βιτσίου,
σε Μνημόσυνο ηρώων στρατιωτών μας

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Κλέφτικα δημοτικά τραγούδια απ’ τον Γέρμα Καστοριάς {τοπικές παραλλαγές}.


  1. Η Καραγιάνναινα.
    Ο Γέρμας Καστοριάς.
    (Γερμανιώτικη παραλλαγή)
Σαράντα παλικάρια, καημένη Καραγιάνναινα,
Βάι, σαράντα δυο νομάτοι, Καραγιάνναινα κοιμάται.
Όλοι έτρωγαν κι όλοι έπιναν, καημένη Καραγιάνναινα,
Όλοι τρώνε κι όλοι πίνουν, κι όλοι στο νισάνι ρίχνουν.
Μον’ το μικρό Κλεφτόπουλο, καημένη Καραγιάνναινα,
ούτε τρώγει, ούτε πίνει, ούτε στο νισάνι ρίχνει.

Σημειώσεις: 
1) Η Καραγιάνναινα = Η γυναίκα του κλεφταρματωλού Καραγιάννη.
2) Το νισάνι = Ο στόχος σκοποβολής τουφεκιών.

  1. Ένα παλικάρι δώδεκα χρονών 
    Ο ανδριάντας του ανώνυμου
    Μακεδονομάχου στον Γέρμα.
(Γερμανιώτικη παραλλαγή)

Ένα παλικάρι δώδεκα χρονών
στ’ άρματα το ντύσανε για τον πόλεμο,
πόλεμο δεν βρήκε πίσω γύρισε,
στα μισά του δρόμου νεροδίψασε.
……………………………………
Έσκυψε να πιεί νερό απ’ τον ποταμό,
τρεις μαχαιριές του δώσανε,
του τσάκ(ι)σαν το πλευρό.
………………………………………
Να πα(ς) να πεις τη μάνα μου, τη σκύλα Παπαδιά,
και στην αδερφούλα μου την καλόγρια,
πως να φορέσ’ τα μαύρα ή τα κόκκινα,
να γίνει γυφτοπούλα, και πούλα κόσκινα.

Τοιχογραφία στην Κρεπενή Καστοριάς.




Σεπτοί τάφοι ηρώων στρατιωτών μας
στο Νεστόριο Καστοριάς.

Αιωνία η μνήμη των παλικαριών.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Λαογραφία: Διασκεδαστικά παιχνιδίσματα – ταχταρίσματα απ’ τον Γέρμα.

Περιστέρι ραμφίζει σταφύλι.
Ξυλόγλυπτη παράσταση
σε τέμπλο του Γέρμα,
έτ. 1775.

1)    Γιώργο, Γιωργαλή.

Γιώργο, Γιώργο, Γιωργαλή,
πού ’χεις άλογο παχύ
και γυναίκα παλαβή,
κάθεται στο παραθύρι
και κεντάει χρυσό μαντήλι
να το δώσει στον …Κωστάκη (αναφέρεται το όνομα του νηπίου)
να σφουγγίσει το μουστάκι!

2)    Καπνός και λαγός

Τράβα κατά ’κει, καπνέ,
που μοιράζουν το λαγό
και τον τρων την Πασχαλιά
με τα κόκκινα τ’ αβγά.

3)    Ήλιος και βροχή

Ήλιος και βροχή
παντρεύονται οι φτωχοί.
Ήλιος και αντάρα
παντρεύεται η Βουργάρα.
Ήλιος και χιόν’
παντρεύονται οι αρχόντ’.
 
Ο Γέρμας. Άποψη από "του Τζιε τα χωράφια".
4)    Ο κασίδας χώρια

Όλοι, όλοι αντάμα
κι ο κασίδας χώρια.
Όλοι, όλοι τρών ελιές
κι ο κασίδας
τρώει κουτσ(ου)λιές.

5)      Ο κόρακας

Κόρακας απέρασε από το παραθύρι
και η μάνα του τον ρώτησε:
-   Που πηγαίνεις κόρακα;
-   Πάω να μάσω μάρμαρα,
να κτίσω μοναστήρι,
να βάλω τα πουλάκια μου
να μη με τρων οι ψύλλοι.


6)      Συμβουλές

Τετάρτη και Παρασκευή τα νύχια σου μη κόψεις,
την Κυριακή να μη λουστείς
αν θέλει να προκόψεις 

7)      Λεγόμενο στην πασχαλιάτικη κούνια (αιώρα).

Ως τον καβαλάρ(η)
να μαζευτείς κουβάρ(ι),
ως τα καρούλια
να πας στη Νούνα σου κουλούρα,
κι ως το διπλάρ(ι)
και κάτ(ω) από την κ(ου)νιά.

Σημειώσεις: “Καβαλάρης” = το άνω οριζόντιο δοκάρι της ξύλινης κούνιας.
“Καρούλια” = οι δύο άκρες του “καβαλάρη”.
“Διπλάρια” = τα στηρικτικά δοκάρια της ξύλινης κούνιας.

 Καταγραφή Γ.Τ.Α.
Πασχαλιάτικες αιώρες (: ξύλινες κούνιες) στην
τοποθεσία Καρυδιές του Γέρμα. Πάσχα 1956;

Παράσταση λιονταριού
σε τέμπλο του Γέρμα, έτ. 1775.




Παράσταση αιώρας σε αρχαιοελληνικό αγγείο.

Όμορφο αγριολούλουδο
στο βουνό Μουρίκι του Γέρμα
(υψ. 1703 μ.)

Χα, χα, χα. Όνος σε ξενοδοχείο της Καστοριάς.

Λαϊκοί οργανοπαίχτες και μικρά παιδιά
στην  πλατεία του Γέρμα, περί το έτος 1960.

Ο Γέρμας Καστοριάς.

Η ερειπωμένη οικία της οικογένειας Αλεξίου στον Γέρμα
(το δυτικό τμήμα της). Έτος κατασκευής της  το 1841 ή 1851. 

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Παραδοσιακά τραγούδια αρραβώνων απ’ τον Γέρμα Καστοριάς.

Ο Γέρμας Καστοριάς,
το χωριό με την πλούσια λαογραφία.

1ο) Γαρυφαλλιά μου κόκκινη
(Γερμανιώτικη παραλλαγή)

Γαρυφαλλιά μου κόκκινη, καλέ,
πότε θα μεγαλώσεις (δις).
Να κόψω ένα γαρύφαλλο, καλέ,
να κάνω φουκαλίτσα, (δις).
Να φουκαλνώ τη θάλασσα, καλέ,
ν’ αράζουν τα καΐκια, (δις).
Ένα καΐκι άραξε, καλέ,
στου βασιλιά την πόρτα, (δις).
Τρεις αδελφούλες κάθονταν, καλέ,
ψηλά σ’ ένα μπαλκόνι, (δις).
Η μια κεντάει τον ουρανό, καλέ,
η άλλη το φεγγάρι, (δις).
Κι η τρίτη η μικρότερη, καλέ,
κεντάει το μαξιλάρι, (δις).
Να κοιμηθεί ο βασιλιάς, καλέ,
να μην τον πιάνει ζάλη, (δις).

(Σημ.: Φουκάλη = η σκούπα, το σάρωθρο). Φουκαλνώ = σκουπίζω)

Βλέπε παραλλαγές του τραγουδιού απ’ τα Λαγυνά Θεσσαλονίκης κι απ’ το Στεφανοβίκειο Μαγνησίας:

Ο αείμνηστος Λάμπρος Θεοχάρης
και η εξαδέλφη του Αθανασία Κ. Πέλκα
(περί το έτος 1958).
2ο) Ελένη πετροκαλαματιανή (: λεπτή και λυγερή σαν το πετροκάλαμο).

Μωρή κακιά γειτόνισσα Ελένη,
κακιά γειτονοπούλα,
πετροκαλαματιανούλα.
…………………………………….
Για μασ’ τα περιστέρια σου, Ελένη,
πού ’ρχονται στην αυλή μου,
πετροκαλαματιανή μου.
………………………………………
Μου παίρνουν και το χώμα μου, Ελένη,
μου παίρνουν (πίνουν) το νερό μου,
πετροκαλαματιανό μου.

Σημείωση: Πετροκαλαματιανή = η κοπελίτσα που είναι λεπτή, λυγερή και όμορφη σαν το πετροκάλαμο, το καλάμι των λιμνών και των ποταμών.

Ανθισμένη (α)ραγκαβανιά (: πασχαλιά) στον Γέρμα.
Παραδοσιακή αυλόπορτα στον Γέρμα.
(Καταγραφή του Γ.Τ.Α., 17-4-2018)

Λαϊκό γλέντι στον Γέρμα, έτος 2006.



(Πετρο)καλαμιώνας στη λίμνη του Γέρμα.

Τραπεζώματα !




Άποψη του Γέρμα απ' την περιοχή Χάβος.

Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

Το «κάψιμο του Ιούδα» στον Γέρμα Καστοριάς, το βράδυ της Ανάστασης έτους 1960 {;}.


     
"Το κάψιμο του Ιούδα", κάπου στην Ελλάδα.
Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.
Το καλοκαίρι του έτους 1959 (;) ήρθε στον Γέρμα Καστοριάς ένας άγνωστος ψηλός άντρας 35 – 40 ετών περίπου, με τη σύζυγό του και με τα τρία μικρά αγόρια του. Ο άντρας αυτός δήλωσε στους Γερμανιώτες ότι ήταν Ηπειρώτης και άριστος μαραγκός, και ότι σκόπευε να εγκατασταθεί μόνιμα και να εργαστεί στον Γέρμα. Οι Αρχές του χωριού, δηλαδή ο Κοινοτάρχης, ο ιερέας, οι δάσκαλοι κ.λ.π., τον καλοδέχτηκαν και τον έβαλαν να μείνει με την οικογένειά του στο μεγάλο σπίτι του Μπασδέκα, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο παλαιό Δημοτικό Σχολείο.
    Αμέσως μετά την εγκατάστασή του ο αναφερόμενος Ηπειρώτης άρχισε να εργάζεται ως ξυλουργός σε διάφορα σπίτια του Γέρμα και να αμείβεται με χρήματα ή με αγροτικά προϊόντα. Ταυτόχρονα δήλωνε στους χωρικούς ότι ήταν και έμπειρος πρακτικός γιατρός (κομπογιαννίτης), και ότι μπορούσε να θεραπεύσει ακόμη και την ανδρική φαλάκρα (!) με κατάπλασμα (: πολτώδες επίθεμα στην κεφαλή) από μπαρούτι, στουμπισμένο σκόρδο και ξύδι.
   
Ο Γέρμας Καστοριάς.
     Λίγες ημέρες πριν το Πάσχα του έτους 1960 (;) ο εν λόγω ατσίδας ξυλουργός ανακοίνωσε στον εφημέριο και στον Πρόεδρο της Κοινότητας, ότι σκόπευε να εισάγει και στον Γέρμα το έθιμο του καψίματος του Ιούδα, που, ως γνωστόν, τελείται κατά την Μεγάλη Εβδομάδα σε πολλά μέρη της Ελλάδος. Τους είπε δηλαδή, και αυτοί το επιδοκίμασαν, ότι προτίθετο να φτιάξει ένα κωμικό ομοίωμα του Ιούδα Ισκαριώτη και να το κάψει, αμέσως μετά την τελετή της Ανάστασης του Χριστού, στην πλατεία του χωριού. Και όντως αυτό έπραξε. Την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου ένωσε και γέμισε με άχυρο ένα παλαιό αντρικό παντελόνι κι ένα σακάκι, τοποθέτησε και μία νεροκολοκύθα στο άνω μέρος του σακακιού ως ανθρώπινη κεφαλή, και κρέμασε την εν λόγω καρικατούρα του προδότη Ιούδα στη γέρικη μοσχοϊτιά, που βρισκόταν στο κέντρο της πλατείας του Γέρμα.
   
Αποκαΐδια αποκριάτικης "κλουδαριάς"
στην πλατεία του Γέρμα.
 Μόλις έγινε γνωστό αυτό το σατυρικό γεγονός, πολλοί ενήλικες Γερμανιώτες και όλα σχεδόν τα παιδιά του χωριού κατέφτασαν στην πλατεία του και περιεργάζονταν με γέλια και χαχανητά το κρεμασμένο σκιάχτρο του Ισκαριώτη.
     Το ίδιο βράδυ και αμέσως μετά την τελετή της Ανάστασης του Χριστού, και τις χαρούμενες καμπανοκρουσίες και τα τσουγκρίσματα των κόκκινων αβγών, ο υπόψη Ηπειρώτης ξυλουργός έβαλε φωτιά στον κρεμασμένο Ιούδα, και όλοι οι παρευρισκόμενοι κάτοικοι του χωριού απόλαυσαν και γλέντησαν το κωμικό γεγονός, το οποίο, επειδή ήταν γι’ αυτούς πρωτόφαντο και μοναδικό, βρίσκεται μέχρι σήμερα χαραγμένο στη μνήμη τους.
     Ύστερα από λίγο καιρό, ο εν λόγω «πυρπολητής» αναχώρησε ξαφνικά με την οικογένειά του απ’ τον Γέρμα προς άγνωστο μέρος κι έκτοτε δεν ξαναφάνηκε. Μαζί μ’ αυτόν χάθηκε, όπως ήταν επόμενο, και το έθιμο του καψίματος του Ιούδα στον Γέρμα, που έγινε μόνο μία και μοναδική φορά.

Γλέντι στην πλατεία του Γέρμα περί το 1960.
δεξιά διακρίνεται το"πεζούλι" της μοσχοϊτιάς.



Μαύρο κοίτασμα σιδήρου στον Γέρμα,
"σαν την ψυχή του Ιούδα".

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Γερμανιώτικο ευθυμογράφημα: «Ο Πετραδάκιας» !

Το σκίτσο ελήφθη απ' το διαδίκτυο.
Κατά την εποχή της Ανταρτοκρατίας στον Γέρμα (έτη 1943-49), "υπηρετούσε" στο αναφερόμενο χωριό κι ένας ερυθρός αντάρτης που καταγόταν απ’ το Τσοτύλι Βοΐου. Ο αντάρτης αυτός είχε χαρακτηριστική και αστεία εμφάνιση. Ήταν κοντόχοντρος με ύψος 1,50 περίπου, και με ένα κεφάλι μεγάλο κι εντελώς φαλακρό. Λόγω αυτής της σωματικής εμφάνισής του, οι γριές του Γέρμα αρχικώς και όλοι οι αντάρτες αργότερα, τον αποκαλούσαν “χαϊδευτικά”- συμπονετικά «Κατράναβο» (!), που σημαίνει στη Γερμανιώτικη ιδιωματική διάλεκτο, τον άνθρωπο που έχει τύχη και μοίρα μαύρη σαν το κατράμι (: πίσσα).
Ο «Κατράναβος» ήταν αγαπητός και πασίγνωστος στους κατοίκους και τους αντάρτες της περιοχής, διότι εκτελούσε χρέη σιτιστή της Ομάδας τους και κυκλοφορούσε πάντα με μία δερμάτινη τσάντα κρεμασμένη χιαστί στους ώμους του, εντός της οποίας φύλαγε τις χρυσές λίρες της επιμελητείας τους.
Το σκίτσο ελήφθη απ' το διαδίκτυο.
Όταν τελείωσε ο Ανταρτοπόλεμος, ο «Κατράναβος» γύρισε στο Τσοτύλι κι έγινε μανάβης (: οπωροπώλης). Αργότερα, το έτος 1967 αγόρασε ένα φορτηγό αυτοκίνητο ¾ τ. και περιόδευε μ’ αυτό και πουλούσε ζαρζαβατικά σε όλα τα χωριά του Βοΐου, καθώς και στον γνώριμό του Γέρμα.
Τον καιρό εκείνο κυκλοφόρησε ένας δίσκος του Μιχάλη Μενιδιάτη με το τραγούδι «Πετραδάκι- πετραδάκι, για τα σένα το ’χτισα», που έγινε αμέσως λαϊκό σουξέ. Το τραγούδι αυτό φαίνεται ότι άρεσε υπερβολικά στον «Κατράναβο», όπως βεβαίως και σε πολλούς άλλους Έλληνες, και για τούτο, κάθε φορά που μετέβαινε να πουλήσει λαχανικά και φρούτα στον Γέρμα κι έφτανε στην τοποθεσία Μπαρμπαράχη, το έβαζε στο μαγνητόφωνό του και το διαλαλούσε με το μεγάφωνο του αμαξιού του σε όλο το χωριό. Έτσι, με τον καιρό, οι αστειολόγοι και χωρατατζήσες Γερμανιώτες ταύτισαν την άφιξή του στον Γέρμα, καθώς και τον ίδιο με το εν λόγω τραγούδι, και ακολούθως “διέγραψαν” απ’ το λεξιλόγιό τους το έως τότε παρατσούκλι του «ο Κατράναβος» και τον αποκαλούσαν πλέον με το παρανόμι ο «Πετραδάκιας» !
Ο αγαπητός «Πετραδάκιας» επισκεπτόταν τον Γέρμα επαγγελματικά επί μία εξαετία περίπου, έως το 1972. Κατόπιν δεν ξαναφάνηκε στο χωριό κι έμεινε μόνο η γραφική ανάμνησή του στους παλαιότερους των Γερμανιωτών.

Πετραδάκι-πετραδάκι
Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μουσική: Απόστολος Καλδάρας
Πρώτη εκτέλεση: Μιχάλης Μενιδιάτης & Άννυ Λιαροπούλου ( Ντουέτο )

Πετραδάκι-πετραδάκι
για τα σένα το ’χτισα
της αγάπης το τσαρδάκι
κι όμως δε σ’ απόχτησα.

Τα ψηλά τα σκαλοπάτια
όσες τ’ ανεβήκανε
βρήκαν πλούτη, μεγαλεία
μα καρδιά δε βρήκανε.

Για μια πλούσια αγάπη
τη δική μου πρόδωσες
και το ταπεινό τσαρδί μου
μου το περιφρόνησες.

Φλόγες άναψα ένα βράδυ
το τσαρδάκι το ’καψα
κι ύστερα πάνω στη στάχτη
μοναχός μου έκλαψα.