Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

Λαογραφικά του Γέρμα Καστοριάς.


      Πάσχα 1957 (;).
      1) Αριθμητικό παιχνίδισμα Γερμανιωτόπουλων περασμένης εποχής.
Ένα --- πάρε τη λαένα (: το λαγήνι).
Δυό --- πιάσε το αγγειό (: το δοχείο).
Τρία --- τράβα στον Αντρία (: στον Ανδρέα).
Τέσσερα --- τα μαλλιά σου ξέσυρα (;).
Πέντε --- πάρε το κερί και φέγγε.
Έξι --- σύρε στον Αλέξη.
Εφτά --- να φας αβγά ρουφτά (: ρουφηχτά, μελάτα).
Οχτώ --- παίξε πηδηχτό.
Εννιά --- ανέβα στ' συκαμιά (: μουριά).
Δέκα --- πάρε μια καλή γυναίκα!

    2) Ευτράπελες εκφράσεις παλαιών Γερμανιωτών.

    α).   Αυτή η κοπέλα σκαπετάει (: καταπίνει) τα μάτια της (Το λένε για κορίτσι που έχει μεγάλα ματόκλαδα και τ΄ ανοιγοκλείνει με χάρη).

    β).   Αυτός γελάει κάτω απ' τα μουστάκια του (: κρυφοχαμογελάει).

    γ).   “Μικρέ, κάτσε καλά, θα σε κάμω να γελάς απ' τα μάτια” (θα σε χτυπήσω και θα κλαις με δάκρυα).
Καταγραφή Γ.Τ.Α.


Πάσχα έτ. 1957 (;).

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

Λαϊκές παροιμίες και δοξασίες απ' τον Γέρμα Καστοριάς.


    Ο Γέρμας Καστοριάς.
    1) Μη ψάχνεις να βρεις και να πάρεις γυναίκα σαν τη μάνα σου, (δεν θα τη βρεις).

    2) Ο πόνος για το θάνατο (οικείου προσώπου) είναι φωτιά,
    η φωτιά γίνεται (με το πέρασμα του καιρού) κάρβουνο,
    το κάρβουνο γίνεται στάχτη
    που τη ρίχνουν στο ποτάμι και τελειώνει (ο πόνος).

    3) - Καλή η νέα νύφη σας.
    - Ο καιρός θα το δείξει (εάν είναι καλή).

    4) - Θα πετάξω πατέρα!
    - Θα σε ιδώ παιδί μου.

    5) Αυτός που ξέρει να κλέψει, ξέρει και να το κρύψει (το γεγονός της κλοπής).

    6) Άξιος δεν είναι αυτός που μπορεί να βγάλει (: κερδίσει) χρήματα, αλλά αυτός που μπορεί και να τα κρατήσει (να μη τα σπαταλήσει).

    7) Γυναίκα με βυζιά (: ενήλικη) και άντρας με μουστάκια δεν παίρνουν γνώμη (δεν δέχονται συμβουλές).

    8) Και τα τραγούδια λόγια είναι,
    τα λένε οι πικραμένοι,
    τα λένε να βγάλουν το πικρό τους
    και (μα) το πικρό δεν βγαίνει.

    9) Μη βάζεις το πισνίκι (: ψωμί) ανάποδα στο τραπέζι, γιατί (έτσι) πιργιαλάς (: περιγελάς) το Θεό.

    10) Μην ακουμπάς (: τοποθετείς) τη σκούπα ανάποδα στον τοίχο, γιατί (έτσι) μουντζώνεις τον Ουρανό.
                                                                                                                                                              (Καταγραφή Γ.Τ.Α.)




Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Το νυχτερινό ξεφύλλισμα του καλαμποκιού στον Γέρμα της παλαιάς εποχής.

Το όμορφο χωριό "Ο Γέρμας Καστοριάς".

Όλοι σχεδόν οι Γερμανιώτες πριν τη δεκαετία του 1970 ήταν αγρότες (: γεωργοί και κτηνοτρόφοι). Στα ξηρικά κτήματά τους έσπερναν εκείνη την εποχή σιτάρι, κριθάρι, βρώμη και σίκαλη, ενώ στα ποτιστικά καλλιεργούσαν συνήθως φασόλια, καλαμπόκι, πατάτες και λίγα λαχανικά. Το καλαμπόκι το φύτευαν κατά τον μήνα Απρίλιο, μόλις όμως ξεπετάγονταν απ΄ το χώμα τα πρώτα φυλλαράκια του κατέφθαναν οι “γκάλτσες” (= κουρούνες) απ΄το παραλίμνιο Μαύροβο όπου διανυκτέρευαν και τα έτρωγαν μαζί με το φύτρο τους. Οι ιδιοκτήτες τότε, για να σώσουν το καλαμπόκι απ' τις “γκάλτσες”, τοποθετούσαν στα κτήματά τους “σκιάχτρα” (: σκοτωμένα πουλιά κρεμασμένα σε παλούκια), ή έστελναν εκεί τις γριές και τα μικρά παιδιά του σπιτιού, για να “ξενομούν” τα πουλιά (= να τ' αποδιώχνουν) με φωνές και με πέτρες.
Όταν περί τα τέλη Αυγούστου μεγάλωναν πλήρως τα καλάμια του καλαμποκιού (= οι βλαστοί του), οι γεωργοί έκοβαν και ξεφύλλιζαν μερικές εκλεκτές “κούκλες” (= ρόκες, σπάδικες αποτελούμενους από το “σιόχαλο” και τα επ' αυτού σπειριά - κόκκους - καρπούς), τις έψηναν σε υπαίθρια φωτιά που άναβαν σε κάποιο κοντινό “ισκιάδ'” (= σκιά δέντρου) και τις έτρωγαν επιτόπου ή στο σπίτι τους με την οικογένειά τους. Τον ίδιο καιρό έσπαζαν και μάζευαν με τα χέρια τους τα “ξιώφυλλα” (= εξωτερικά σπαθωτά φύλλα) των καλαμιών κι έκοβαν με ένα “μπιτσκί” (= μικρό πτυσσόμενο δρεπάνι) τις “κορ(υ)φές” τους. Με τα “ξιώφυλλα” και τις “κορφές” τάιζαν τις αγελάδες και τα πρόβατα τού νοικοκυριού.
Δύο "κούκλες", ρόκες, σπάδικες.
Ακολούθως, κατά το μήνα Σεπτέμβριο, όταν ξηραίνονταν αρκετά οι “κούκλες” και ωρίμαζαν τα σπειριά τους (κόκκοι - καρποί τους), τις έκοβαν με το “μπιτσκί”, τις μάζευαν σε “κοσιώρες” (= μεγάλα κοφίνια) και τις μετέφεραν με φορτηγά ζώα στις αποθήκες του σπιτιού τους.
Αργότερα, κατά το μήνα Οκτώβριο που ξηραίνονταν τελείως οι “κούκλες”, άρχιζαν τα περίφημα νυχτέρια για το ξεφύλλισμά τους. Ο κάθε νοικοκύρης προσκαλούσε ορισμένες βραδιές στο σπίτι του μερικούς συγγενείς, φίλους και γείτονές του, άντρες και γυναίκες, κι εκεί, με το φως - κατά περίπτωση ή από κοινού - της γκαζόλαμπας, του φαναριού (= φανού θυέλλης) και της “περπατιάρας” λάμπας, ξεφύλλιζαν όλοι μαζί τις “κούκλες” με χωρατά, με γέλια και με ευτράπελα και διασκεδαστικά τραγούδια, όπως το πασίγνωστο “ένα είν' τ' αηδόνι...”. Κατά τη διάρκεια του ξεφυλλίσματος, η νοικοκυρά του σπιτιού πρόσφερε στους καλεσμένους της καλοψημένες “μπουμπουσκάρες” (= σκασμένο καλαμπόκι, ποπ-κορν), βρασμένες “κούκλες”, και σταρένιο χαλβά. Μερικές φορές οι “ξεφυλλιστές” μεταμφιέζονταν (: ντύνονταν καρναβάλια) κι επισκέπτονταν για έκπληξη και διασκέδαση άλλα σπίτια του χωριού, στα οποία οι νοικοκυραίοι τους επίσης ξεφύλλιζαν καλαμπόκι.
Κάποιες άλλες βραδιές οι ίδιοι άνθρωποι “τσιολνούσαν” τις ξεφυλλισμένες “κούκλες”, δηλαδή τις χτυπούσαν επιδέξια με μια μεταλλική λάμα και αποσπούσαν τα σπειριά απ' τα “σιόχαλά” τους. Τα σπειριά αυτά τα κοσκίνιζαν πρόχειρα για να φύγουν τα “σιάβαρα” τους (= άχρηστα στοιχεία τους), τα αποθήκευαν στ' αμπάρια τους και αργότερα τα μετέφεραν με τσουβάλια στους 2 – 3 νερόμυλους του χωριού, όπου τα άλεθε ο μυλωνάς και παρήγε καλαμποκάλευρο και “καρμά” (= χοντροκομμένο αλεύρι). Με το καλαμποκάλευρο οι νοικοκυρές έφτιαχαν χορταστική μπομπότα (= γλυκιά πίτα) και πεντανόστιμο κατσιαμάκι (= χυλός καλαμποκάλευρου), ενώ με τον “καρμά” τάιζαν οι άντρες τα ζώα τους.

Τραγούδι αδόμενο κατά το ξεφύλλισμα του καλαμποκιού.

Ένα είν' τ' αηδόνι.

Να το πούμε ένα,
ένα είν' τ' αηδόνι κι αυτό το Μάη λαλεί.
...........................
Να το πούμε δύο,
δύο πέρδικες γραμμένες,
ένα είν' τ' αηδόνι κι αυτό το Μάη λαλεί.
............................
Να το πούμε τρία,
τρία, η Αγιά Τριάδα,
δύο πέρδικες γραμμένες,
ένα είν' τ' αηδόνι κι αυτό το Μάη λαλεί.
...................................
Να το πούμε τέσσερα,
τέσσερα πόδια η αγελάδα,
τρία, η Αγιά Τριάδα,
δύο πέρδικες γραμμένες,
ένα είν' τ' αηδόνι κι αυτό το Μάη λαλεί.
..............................
Να το πούμε πέντε,
πέντε δάχτυλα το χέρι,
τέσσερα πόδια η αγελάδα,
τρία, η Αγιά Τριάδα,
δύο πέρδικες γραμμένες,
ένα είν' τ' αηδόνι κι αυτό το Μάη λαλεί...

Το "μπιτσκί"(!), πτυσσόμενο μαχαίρι αγροτών
με πριονωτή λάμα.



Μέλη οικογένειας Γερμανιωτών ξεφυλλίζουν
καλαμπόκι κατά το έτος 1968.
Μεσημεριανό ξεφύλλισμα!


"Πέρδικες γραμμένες". Διακοσμητική τοιχογραφία
στο ναό Παναγίας του Τσατσαπά πόλης Καστοριάς.


"Εκλεκτό αλεύρι από καλαμπόκι".

Καλαμποκάλευρο.




Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Λαϊκό ιστόρημα από τον Γέρμα Καστοριάς: “Ο ήλιος, η μάνα του και τα κόκκινα σύννεφα”.


Ανατολή του ήλιου στην Καστοριά.
Αρκετές φορές, την ώρα που βασιλεύει ο ήλιος, τα σύννεφα που τον περιβάλλουν αποκτούν ένα υπέροχο ερυθρωπό χρώμα. Αυτό το φυσικό φαινόμενο προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση και εύλογα προκαλεί το θαυμασμό όσων το αντικρύζουν.
Στον Γέρμα Καστοριάς παλαιότερα (και τώρα;), τα μικρά παιδιά, όταν έβλεπαν τα σύννεφα να βάφονται κόκκινα, απορούσαν και ζητούσαν απ' τη μητέρα τους να τους εξηγήσει την αιτία του φαινομένου. Και τότε αυτή διηγείτο την παρακάτω παράξενη και συγκινητική “ιστορία”:
“Ο ήλιος ταξιδεύει καθημερινά στον ουρανό για να φωτίσει και να ζεστάνει όλον τον κόσμο. Όταν σώνεται η ημέρα, γυρίζει κατάκοπος στο σπίτι του, τρώει το φαΐ που του έχει ήδη μαγειρέψει η μάνα του και κατόπιν κοιμάται. Μερικές φορές όμως δεν βρίσκει έτοιμο το φαγητό του, και γι' αυτό οργίζεται πολύ, παραλογίζεται, σφάζει τη μάνα του (!) και το αθώο αίμα της χύνεται στον ουρανό και βάφει κόκκινα τα σύννεφα”. Κατόπιν ο ήλιος πέφτει στο στρώμα του να κοιμηθεί και τότε ο Θεός φυσάει δυνατά, διώχνει τα κόκκινα σύννεφα και ανασταίνει τη μάνα του ήλιου”.
Οι Γερμανιώτες της παλαιάς εποχής που γνώριζαν αυτό το περίεργο και σκληρό ιστόρημα, όταν έβλεπαν στη Δύση κόκκινα σύννεφα έλεγαν με λυπητερό ύφος: “Πάλι ο ήλιος έσφαξε τη μάνα του”. Στα χρόνια εκείνα επίσης, οι πτωχές μητέρες έλεγαν με πόνο και θυμό στα πεινασμένα παιδιά τους που γκρίνιαζαν συνεχώς και ζητούσαν φορτικά ψωμί : “Μην κάνεις σαν τον ήλιο που έσφαξε τη μάνα του (!)”.
Γ.Τ.Α.

Ηλιοβασίλεμα, θέα απ' τον κάμπο της Κορησού.


Ο Γέρμας Καστοριάς.

Σύνθεση Γ.Τ.Α.


Γ.Τ.Α., σκίτσο εκ του φυσικού.





Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Εύθυμο ιστόρημα παλαιών Γερμανιωτών: “Το λινγκέρι του Πούρλιαρη”.

Χαριτωμένο γαϊδουράκι.
Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.

Την παλιά εποχή και μέχρι το έτος 1965, περίπου, επικρατούσε στην πατρίδα μας η ανέχεια και η πενία. Οι περισσότεροι κάτοικοί της διέμεναν τότε σε κωμοπόλεις και χωριά, ήταν δε στην πλειονότητά τους άποροι αγρότες (: γεωργοί και κτηνοτρόφοι), που “έβγαζαν με δυσκολία το ψωμί τους”. Τα σπίτια αυτών των αγροτών ήταν μικρά και πτωχικά, και σε πολλές περιπτώσεις συστέγαζαν σε διπλανούς χώρους ανθρώπους και ζώα, που αναπόφευκτα συγχρωτίζονταν.
Οι αναφερόμενοι βιοπαλαιστές αγρότες αντιλαμβάνονταν πλήρως τη δύσκολη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν, όμως δεν δυσανασχετούσαν γι' αυτήν (τη δύσκολη κατάσταση), αλλ' απεναντίας την περιέπαιζαν λέγοντας διάφορες ευτράπελες ιστορίες, όπως η παρακάτω:
Το ερειπωμένο αγροτόσπιτο του αείμνηστου
Κωστάκη Κυρατζή στον Γέρμα.
Ζούσε κάποτε στο φτωχικό σπίτι ενός μικρού χωριού μια χήρα γυναίκα με το κοριτσάκι της. Η γυναίκα αυτή είχε και συντηρούσε σε διπλανό στάβλο του σπιτιού της μία γαϊδούρα με το αρσενικό πουλάρι της, που το έλεγαν Πούρλιαρη (!) (< ο Πούλαρης).
Κάποια ημέρα, η εν λόγω γυναίκα έβαλε στο τσουκάλι της φασόλια για να βράσουν και κατόπιν πήγε να δουλέψει σε ένα κοντινό κτήμα. Πριν φύγει όμως από το σπίτι είπε στην κόρη της να προσέχει το φαγητό, και όταν αυτό βράσει να το βγάλει απ' το τσουκάλι για να μην καεί.
Πέρασαν δυο - τρεις ώρες, έβρασε το φαγητό κι αμέσως η κόρη βγήκε από το σπίτι και φώναξε δυνατά στη μητέρα της:
-  Αμόρ' μάννα, το φαγητό έβρασε, πού να το κενώσω (= να το αδειάσω);
-  Στου πούρλιαρη το λιγκέρι (= το βαθύ ορειχάλκινο “πιάτο”)!, απάντησε η μητέρα της...

Παρατήρηση. Απ' το ίδιο και μοναδικό τους πιάτο, το “λιγκέρ'”, έτρωγαν τότε άνθρωποι και ζώα.

Σημείωση. Στα χρόνια εκείνα, όλοι οι Γερμανιώτες γνώριζαν το παρατιθέμενο εύθυμο ιστόρημα και γι΄αυτό, όταν έβλεπαν κάποιο παλιό ή άπλυτο πιάτο, έλεγαν στη γυναίκα τού σπιτιού την παροιμιακή φράση: “Αυτό είναι σαν τ' πούρλιαρ' το λινγκέρ'”.

Καταγραφή Γ.Τ.Α. 3-5-2018.

Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.

Το αγροτόσπιτο του αείμνηστου
Κώτσιου Τσιαχτσήρα στον Γέρμα.



Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Παροιμίες και παροιμιακές φράσεις απ’ τον Γέρμα.


  1. Ο Γέρμας, άποψη απ' το βουνό Πάσχος,
    Η γυναίκα δεν είναι κρίπα (= ύφασμα μπαλώματος) να την ξηλώσεις.
  2. Έίναι “μη χειρότερα”, σαν τραχανάς χωρίς τυρί.
  3. Γιατί με “κυνηγούν” (= κακολογούν) τόσο; Μαλλί από λύκο έχω;
  4. Όταν είμαι κορίτσι περπατώ και λάμπω, κι όταν παντρευτώ περπατώ και κλ…ω.
  5. Η γίδα γεμάτη ψώρα, (αλλά) την ουρά τσιγκέλι.
  6. Λαμπυρίζει η φωτιά (στο τζάκι), (άρα) νύχτωσε όξω.
  7. Όλοι γελούσαν με τ' εμένα, κι εγώ χάνομαν απ’ τα γέλια.
  8. Περπατάει σαν τη μπάμπω με το λαδερό (που πήγαινε παλαιότερα κουτσαίνοντας στην εκκλησιά για ν' ανάψει τα καντήλια).
  9. Έπεσε το κουτάλι, φίλος θα μας έρθει.
  10. Όποιος φτιάχνει μια προξενιά, ανοίγει μια εκκλησία.
  11. Λαλάει η καρακάξα στο σπίτι μας, γράμμα απ' την Αμερική θα πάρουμε.
Καταγραφή Γ.Τ.Α.

Ο Γέρμας, άποψη απ' την περιοχή Περιστέρα.




Στην κορυφή του Βιτσίου,
σε Μνημόσυνο ηρώων στρατιωτών μας

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Κλέφτικα δημοτικά τραγούδια απ’ τον Γέρμα Καστοριάς {τοπικές παραλλαγές}.


  1. Η Καραγιάνναινα.
    Ο Γέρμας Καστοριάς.
    (Γερμανιώτικη παραλλαγή)
Σαράντα παλικάρια, καημένη Καραγιάνναινα,
Βάι, σαράντα δυο νομάτοι, Καραγιάνναινα κοιμάται.
Όλοι έτρωγαν κι όλοι έπιναν, καημένη Καραγιάνναινα,
Όλοι τρώνε κι όλοι πίνουν, κι όλοι στο νισάνι ρίχνουν.
Μον’ το μικρό Κλεφτόπουλο, καημένη Καραγιάνναινα,
ούτε τρώγει, ούτε πίνει, ούτε στο νισάνι ρίχνει.

Σημειώσεις: 
1) Η Καραγιάνναινα = Η γυναίκα του κλεφταρματωλού Καραγιάννη.
2) Το νισάνι = Ο στόχος σκοποβολής τουφεκιών.

  1. Ένα παλικάρι δώδεκα χρονών 
    Ο ανδριάντας του ανώνυμου
    Μακεδονομάχου στον Γέρμα.
(Γερμανιώτικη παραλλαγή)

Ένα παλικάρι δώδεκα χρονών
στ’ άρματα το ντύσανε για τον πόλεμο,
πόλεμο δεν βρήκε πίσω γύρισε,
στα μισά του δρόμου νεροδίψασε.
……………………………………
Έσκυψε να πιεί νερό απ’ τον ποταμό,
τρεις μαχαιριές του δώσανε,
του τσάκ(ι)σαν το πλευρό.
………………………………………
Να πα(ς) να πεις τη μάνα μου, τη σκύλα Παπαδιά,
και στην αδερφούλα μου την καλόγρια,
πως να φορέσ’ τα μαύρα ή τα κόκκινα,
να γίνει γυφτοπούλα, και πούλα κόσκινα.

Τοιχογραφία στην Κρεπενή Καστοριάς.




Σεπτοί τάφοι ηρώων στρατιωτών μας
στο Νεστόριο Καστοριάς.

Αιωνία η μνήμη των παλικαριών.