Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Λαϊκό ιστόρημα παλαιών κατοίκων του Γέρμα Καστοριάς: “Γιατί οι άνθρωποι έχουν τριχοφυΐα στις μασχάλες τους…”

Ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο.
Τοιχογραφία στο ναό Αγίου Νικολάου, Καρίβη,
Καστοριάς (19ος αιών;).
Ο Αδάμ και η Εύα, τον καιρό που ζούσαν στον Κήπο της Εδέμ, είχαν έντονη τριχοφυΐα σε όλο τους το σώμα και γι’ αυτό κυκλοφορούσαν ανάμεσα στα παραδείσια φυτά και ζώα ξένοιαστοι και χωρίς το αίσθημα της ντροπής. Όταν όμως παράκουσαν την εντολή του Θεού κι έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό του “Δένδρου της Γνώσεως”, άρχισε να μειώνεται τάχιστα η τριχοφυΐα τους και να επέρχεται η ανάλογη απογύμνωσή τους. Μόλις οι Πρωτόπλαστοι το αντιλήφθηκαν αυτό ένιωσαν μεγάλο φόβο και υπερβολική ντροπή κι αμέσως έσφιξαν τους αγκώνες επάνω στο σώμα τους και σκέπασαν με τις παλάμες των χεριών την κεφαλή τους, κι έσμιξαν τους μηρούς κι επικάλυψαν μ’ αυτούς τ’ απόκρυφα σημεία του σώματός τους, για να τα αποκρύψουν από τα αγαθά μάτια του Αγγέλου που τους έδιωχνε από το Παράδεισο.
    Από τότε, όλοι οι άνθρωποι έχουν τριχοφυΐα μόνο στην κεφαλή, στις μασχάλες των χεριών και στην ηβική περιοχή του σώματός τους, δηλαδή στα σημεία που είχαν καλύψει οι Προπάτορές τους όταν απομακρύνονταν αναγκαστικά απ’ τον επίγειο Παράδεισο.

Ο Γέρμας Καστοριάς

Ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο
αμέσως μετά την παρακοή τους.
Τοιχογραφία στον Άγιο Νικόλαο του Καρίβη.

Άγγελος Κυρίου εκδιώκει τους Πρωτόπλαστους
από τον Παράδεισο.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Ο “Ασπροχάρος” και ο “Μαυροχάρος” (!). // Γερμανιώτικο αστειολόγημα.

Ο Ασπροχάρος
(Όλες οι εδώ εικόνες ελήφθησαν απ' το διαδίκτυο)
Στον Γέρμα Καστοριάς παλαιότερα, οι κακεντρεχείς και φαρμακόγλωσσες γριές, όταν έβλεπαν μια νεαρή χήρα να φορεί ανοιχτόχρωμα ενδύματα και να είναι εύθυμη και ανέμελη, κουνούσαν με νόημα το κεφάλι τους κι έλεγαν την παρακάτω επικριτική παροιμιακή φράση:
«Τώρα είναι Ασπροχάρος, (ενώ) παλιά ήταν Μαυροχάρος»(!)…

Ο Μαυροχάρος









Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Οι αγέλες βοδιών στον Γέρμα του παλιού καιρού

Τρία βόδια αλωνίζουν σιτηρά.
Κείμενο Γιώργου Τ. Αλεξίου
Την παλαιά εποχή κι έως τη δεκαετία του 1960, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του Γέρμα Καστοριάς ήταν αγρότες και κατείχαν κι εκτρέφανε πολλά και διάφορα παραγωγικά ζώα. Στα ζώα αυτά περιλαμβάνονταν και αρκετά «γελάδια», δηλαδή βόδια, αγελάδες και μοσχάρια. Τα βόδια τα είχαν για το όργωμα των χωραφιών και το αλώνισμα των σιτηρών τους, ενώ τις αγελάδες για την παραγωγή λίγου γάλατος και την απόκτηση μοσχαριών.
Οι προαναφερόμενοι αγρότες του Γέρμα έβγαζαν τα γελάδια τους, από την Άνοιξη κι έως το Φθινόπωρο, στα βουνά του χωριού για να βοσκήσουν, ενώ κατά το χειμώνα τα κρατούσαν μέσα στους στάβλους και τα τάιζαν άχυρο, αποξηραμένο χόρτο λιβαδιού και λίγο καλαμπόκι.
Η αγελάδα της Γερμανιώτισσας
κ. Καλλιρρόης Λιώτσιου.
Ο κάθε νοικοκύρης έβγαζε τα γελάδια του στα βουνά με δύο τρόπους. Είτε τα ανέβαζε ο ίδιος εκεί και τα βοσκούσε  με τη βοήθεια των παιδιών του, ή τα έσμιγε με τα γελάδια των λοιπών συγχωριανών του και κατόπιν τα παράδιδε στους γελαδάρηδες, που τα οδηγούσαν όλα μαζί στους ορεινούς βοσκότοπους της περιοχής. Στη δεύτερη περίπτωση γίνονταν τα εξής: Οι κάτοικοι συγκέντρωναν πρωί-πρωί όλα τα βόδια του χωριού, περίπου 80 – 100 κεφάλια, σε έναν ανοιχτό χώρο εντός του οικισμού Γέρμα ή πλησίον του και σχημάτιζαν τη λεγόμενη «χωριανκή αέλ’» (= αγέλη των βοδιών του χωριού). Εκεί τα παραλάμβαναν οι δύο γελαδάρηδες του Γέρμα και τα οδηγούσαν για ολοήμερη βοσκή στα βουνά, Μουρίκι, Τσιούκα, Τσέρο κ. ά. Τελευταίοι γελαδάρηδες στη «χωριανκή αέλ’» ήταν, απ’ το 1920 κι έως το 1940 περίπου, ο Γερμανιώτης Θωμάς Κουτσοδήμος (Σιώμος Τζιώκας) και ο Κωσταραζινός Διογένης Μανίκας.
 Μετά τον Ανταρτοπόλεμο, κατά τις δεκαετίες 1950 - 1960, εξέλιπαν οι γελαδάρηδες και γι αυτό τις 2 - 3 ολιγάριθμες πλέον αγέλες βοδιών του χωριού τις οδηγούσαν στη βοσκή καθημερινώς και με τη σειρά οι ιδιοκτήτες των ζώων. Τότε, όπως και κατά τα παλιότερα χρόνια, οι νεαροί άνδρες του Γέρμα παρότρυναν και ωθούσαν τα βόδια της αγέλης να παλεύουν μεταξύ τους, με σκοπό να διασκεδάσουν οι ίδιοι, αλλά και ν' αναδειχθεί ο ισχυρότερος ταύρος του χωριού.
Το πετάλωμα των βοδιών.
Κάθε Ιούνιο ερχόταν στον Γέρμα ένας αλλομερίτης αλμπάνης και πετάλωνε τα βόδια τού χωριού που επρόκειτο να αλωνίσουν τα σιτηρά των κατοίκων του. Η διαδικασία τού πεταλώματος ήταν ενδιαφέρουσα και γινόταν ως εξής: Ο πεταλωτής τοποθετούσε στο έδαφος, κατά μήκος του βοδιού και ανάμεσα στα δυο μπροστινά και στα δυο πίσω πόδια του, ένα χοντρό και δυνατό δοκάρι, 4 - 5 μ. περίπου. Αμέσως μετά έδενε γερά με μια χοντρή τριχιά τα πόδια (τους αστραγάλους) του βοδιού επάνω στο εν λόγω δοκάρι. Τέλος, με τη βοήθεια δύο- τριών αντρών έσπρωχνε και ανάγκαζε το βόδι να πλαγιάσει και ύστερα το πετάλωνε πολύ εύκολα.
Ο αείμνηστος Χρίστος Δισλής
με τα τρία βόδια του στον αλωνισμό.
Οι ονομασίες των βοδιών του Γέρμα.
Οι παλαιοί Γερμανιώτες χαρακτήριζαν και ονομάτιζαν τα γελάδια τους (: τα βοοειδή) με διάφορες ονομασίες, που ήταν ανάλογες με το φύλο, την ηλικία, τη όψη και τη δύναμή τους. Μερικές απ’ αυτές τις ονομασίες παρουσιάζονται ακολούθως.
Το βόδι = Ονομαζόταν έτσι ο ταύρος, αλλά και η αγελάδα.
Ο μπουγάς = Ο νεαρός και πολύ δυνατός ταύρος, ο επιβήτορας.
Το δαμάλι = Το αρσενικό βόδι ηλικίας 2 -3 ετών.
Η δαμάλα = Η νεαρή αγελάδα 2-3 ετών.
Το μοσχάρι = Ο μόσχος, αλλά και η μοσχίδα.
Ο καράς = Ο μαύρος και δυνατός ταύρος.
Η καράσσω= Η μαύρη αγελάδα.
Ο καρασούλης = το μικρόσωμο μαύρο βοϊδάκι.
Ο καρκαρέζος = το μικρό, μαύρο και κοκκαλιάρικο βόιδι.
Ο μελίσσης = Ο ανοιχτόχρωμος - κιτρινότριχος ταύρος.
Η μελισσιά = Η ανοιχτόχρωμη αγελάδα.
Ο Μπάλιος = Το μαύρο βόδι με ανοιχτόχρωμο τρίχωμα στο μέτωπο.
Η μπάλια = η μαύρη αγελάδα με λευκό τρίχωμα στο κεφάλι.
Η μώτσιω = η οκνηρή αγελάδα.
Ο αείμνηστος Διογένης Μανίκας
( +1962;).
Σχετικές παροιμιώδεις φράσεις
1)         Μόνο ένα μπάλιο βόιδι έχει το χωριό; (Θέλει να πει, ότι στον κόσμο υπάρχουν πολλά ομοειδή πράγματα, αντικείμενα κ.λ.π.)
2)         Μάνα, γιατί με «περγιαλάει» (= περιγελάει) το βόιδι; (πρωτοελέχθη από κάποιο μικρό παιδί, όταν είδε μια αγελάδα να μηρυκάται. Λέγεται για κάποιον, που θίγεται και διαμαρτύρεται χωρίς να υπάρχει σοβαρή αιτία).
3)         Πηγαίνει σαν το βόιδι στο παχνί. (Δηλαδή, πορεύεται στη ζωή χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται τί συμβαίνει γύρω του).
4)         Τα μαλλιά του είναι σαν να τα έγλυψε η αγελάδα (δηλαδή, γυαλιστερά και στρωμένα). (Την παλαιά εποχή, οι μπεκιάρηδες του χωριού πήγαιναν στο στάβλο τους και υποχρέωναν την αγελάδα να γλείψει με τη γλώσσα της την κόμη τους, για να γίνει λαμπερή και στρωμένη).
5) Ψόφησε το βόιδι, χάλασε το ζευγάρι. (λέγεται όταν ο θάνατος κάποιου ανθρώπου γίνει  αιτία αποξένωσης συγγενών και διάλυσης φιλίας)

Το αλέτρι (ποίημα).
Ζευγαρωμένα, ταιριαστά τα βόδια στο ζυγό,
μες στα βαθιά τα μάτια τους τη συλλογή τους κρύβουν.
Και στο χωράφι τ’ άσκαφτο σέρνουν με βήμα αργό,
σέρνουν το αλέτρι πίσω τους και κάπου κάπου σκύβουν.
…………………………………………………
Το υνί χαράζει ακούραστα τ’ αυλάκι το βαθύ,
ξεσκάβοντας τινάζοντας την πέτρα, το κοτρώνι.
Κι ο ζευγολάτης άφωνος τ’ αλέτρι ακολουθεί
και με βουκέντρα σουβλερή τα βόδια του κεντρώνει.
…………………………………………………
Ευλογημένο τρείς φορές τ’ αλέτρι το βαρύ.
Ευλογημένα τρείς φορές τα βόδια, ο ζευγολάτης!
Κι ευλογημένη τρείς φορές η γη που, καρπερή,
με δίχως βαρυγκόμηση μάς δίνει τα καλά της!

(Ιωάννης Πολέμης)

Όργωμα χωραφιού με ζευγάρι βοδιών.
(η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο).

Ο Γέρμας, το κτηνοτροφικό χωριό της Καστοριάς.

Εικόνα σε παλαιό Αναγνωστικό Δημ. Σχολείου.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Εύθυμο ιστόρημα παλαιών Γερμανιωτών: Η γριά και ο λύκος.

Λύκος. Ξυλόγλυπτη παράσταση
στην Καστοριά (17ος αι.).
Την παλαιά εποχή ζούσε σε κάποιο χωριό της Καστοριάς μια γριά γυναίκα, που είχε τρία παιδιά. Η γριά ήταν πολύ δύστροπη και γκρινιάρα, «μάλωνε και με τα ρούχα της», και γι’ αυτό τα παιδιά της τη μετέφεραν κάποια μέρα στο δάσος και την άφησαν εκεί μόνη, για να τη φάνε οι λύκοι. Πράγματι, το βράδυ τη βρήκε ένας λύκος και άρχισε να τη δαγκώνει. Η γριά νόμισε ότι τη δάγκωνε, - κατά την κρυφή επιθυμία της -, κάποιος άντρας (!) και γι’ αυτό τον είπε:
«Μη ζιάγκα – ζιάγκα...
Φίλα και τσίμπα» (!).

"Μη ζιάγκα - ζιάγκα, φίλα
και τσίμπα" είπε η γριά.
(Σκίτσο Γ.Τ.Α.)

"Άφησαν τη γριά στο δάσος για να τη φάνε οι λύκοι".

Χα, χα, χα...

Ο Γέρμας Καστοριάς,
το χωριό με την πλούσια λαογραφία.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Ο καθορισμός της ονομαστικής εορτής των ανδρών με το όνομα «Ζήσης» την τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων στον Γέρμα Καστοριάς.

Ο αείμνηστος Ζήσης Πανές - Μήταλας μαζί
με συγχωριανούς του στο βουνό της  Αγίας Τριάδας
περί το έτος 1960.
Στον Γέρμα Κασστοριάς την παλαιά εποχή κι έως τη δεκαετία του 1980 περίπου, η εκάστοτε ονομαστική εορτή των ανδρών του χωριού (σ.σ. μόνο των ανδρών, οι γυναίκες δεν εόρταζαν) αποτελούσε ένα σημαντικό εκκλησιαστικό και κοινωνικό γεγονός. Το πρωί της εορτάσιμης ημέρας ο άνδρας που εόρταζε εκκλησιαζόταν με όλα τα μέλη της οικογένειάς του στον ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου, κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων, Ύψωνε Λειτουργιά (πρόσφορο), και κατόπιν επέστρεφε και παρέμενε όλη την ημέρα στην οικία του «για να κεράσει» (= να εορτάσει τα ονομαστήριά του). Εκεί τον επισκέπτονταν όλοι οι συγγενείς, οι φίλοι και οι συγχωριανοί του, μικροί και μεγάλοι, για να τον ευχηθούν Χρόνια πολλά και να «κεραστούν».
Η νοικοκυρά του σπιτιού πρόσφερνε σε όλους τους επισκέπτες βρασμένο στάρι «εμπλουτισμένο» με "ζαχαρώτα" και «σκλίδια» (= σκελίδες) καρυδιών, γλυκά κουταλιού, κουραμπιέδες και μπιμπλιά (= στραγάλια), ενώ τους μεγάλους τους κερνούσε επιπλέον, νόστιμους μεζέδες, εκλεκτό γερμανιώτικο κρασί και διπλοβρασμένη ρακή. Ιδιαίτερη περιποίηση είχαν τα «νιορραβωνιασμένα» και τα «νιόπαντρα» ζευγάρια, που λάμβαναν και τις ανάλογες ολόθερμες ευχές.
Ο Γέρμας Καστοριάς
Όπως είναι φυσικό, εόρταζαν μόνον οιάνδρες  που είχαν χριστιανικό όνομα αναγραφόμενο στο επίσημο Αγιολόγιο - Εορτολόγιο της Εκκλησίας. Όλοι οι άλλοι που έφεραν αρχαιοελληνικό όνομα, καθώς και οι άνδρες με το όνομα Ζήσης, που δεν είναι γραμμένο στο Αγιολόγιο, δεν εόρταζαν ποτέ κι αυτό τους στενοχωρούσε πολύ. Σημειωτέον, ότι το όνομα Ζήσης και Ζωή το έδιναν τότε σε πολλά παιδιά για τον εξής λόγο. Επειδή η παιδική θνησιμότητα ήταν πολύ μεγάλη, μόλις αρρωστούσε κάποιο νεογέννητο, αμέσως οι γονείς του το βάπτιζαν αναλόγως Ζήση ή Ζωή, για να εξορκίσουν μ’ αυτόν τον τρόπο το θάνατο και να ζήσει το βρέφος.
Όπως προαναφέρθηκε, οι Γερμανιώτες που είχαν το όνομα Ζήσης αισθάνονταν λύπη και στεναχώρια, επειδή δεν υπήρχε έως τότε καθορισμένη ημερομηνία εορτασμού του ονόματός τους. Η παράλειψη αυτή ώθησε, περί το έτος 1920, τον αείμνηστο Ζήση Πανέ – Μήταλα, να προσκαλέσει κάποια ημέρα στο Χάνι του Γέρμα (= κοινοτικό καφενείο) όλους τους κατοίκους του χωριού που έφεραν το όνομα Ζήσης, με σκοπό να συναποφασίσουν τον ημερολογιακό καθορισμό της ονομαστικής τους εορτής. Και πράγματι, επέλεξαν ως ημέρα που θα «κερνούσαν» (= εόρταζαν τα ονομαστήριά τους) την τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων κάθε χρόνου.
Ο κ. Ζήσης Τσιουχαδάρης με οικείους του.
Η επιθυμία και απόφασή τους αυτή γνωστοποιήθηκε αμέσως σε όλο το χωριό κι έγινε αναντίρρητα δεκτή από τον ιερέα π. Γεώργιο Τζήμα και απ’ όλους τους κατοίκους του. Και από τότε, όλοι οι Γερμανιώτες που έχουν το λαμπρό όνομα Ζήσης «κερνούν» (= εορτάζουν τα ονομαστήριά τους) κατά την λαμπρή τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων.
Γιώργος Αλεξίου.


Σημείωση. Ο αείμνηστος Ζήσης Πανές – Μήταλας ήταν ένας πολύ αγαπητός, έντιμος κι εργατικός άνθρωπος, καλός Χριστιανός και καλός πατριώτης. Γυναίκα του ήταν η μακαρίτισσα Λυμπιάδα (: Ολυμπία) Σανάτσιου. Δεν είχαν αποκτήσει τέκνα και γι’ αυτό είχαν υιοθετήσει το ζεύγος των ανεψιών τους Γιάννη κι Ευλαμπίας Πανέ. Το σπίτι του βρισκόταν «στα Πάνω αλώνια» και ήταν μεγάλο και πολύ περιποιημένο. Αρεσκόταν να εντοπίζει κρυφές πηγές νερού και να κατασκευάζει εκεί πέτρινα πηγάδια( = βρύσες). Στις εξοχές του Γέρμα υπάρχουν μέχρι σήμερα τα λεγόμενα «πηγάδια του Μήταλα». Ο Ζήσης απέθανε περί το έτος 1970 σε ηλικία 80 ετών περίπου. Ας είναι αιωνία η μνήμη του άριστου Γερμανιώτη Ζήση Πανέ – Μήταλα και της μοικοκυράς γυναίκας του Ολυμπίας.

Παλαιά οικογενειακή φωτογραφία Γερμανιωτών.


Ο Γέρμας Καστοριάς.
Παιδικό ιχνογράφημα της Αντιγόνης Κ. Αλεξίου

Γερμανιώτες στα πρωτοχρονιάτικα
Λογκατσάρια (καρναβάλια) του Γέρμα.

Στην πόρτα διακρίνεται η "μπάμπου
η Κυράννου" (περί το έτος 1960).




Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Γερμανιώτικο ευθυμογράφημα: “Ο Παραθεός" (= εύπορος συγγενής).

Γερμανιώτες στο Μπάφαλλο της Ν.Υ., έτος 1918.
Την παλαιά εποχή, όταν σε όλη την Ελλάδα βασίλευε η πενία, οι άνθρωποι πού είχαν στην Αμερική κάποιον πλούσιο και φιλάνθρωπο συγγενή ήταν και θεωρούνταν ευτυχείς και προνομιούχοι. Οι κάτοικοι του Γέρμα Καστοριάς, όταν έβλεπαν τότε να λαμβάνει κάποιος συγχωριανός τους τσεκ ή δέμα από έναν ξενιτεμένο εύπορο θείο του μονολογούσαν τον εξής παροιμιακό “διάλογο”, εις επήκοον όλων των παρευρισκόμενων:

-       Έχεις Θεόν (για να σε βοηθήσει);
-       Έχω !
-       Παραθεό;
-       Έχω!
-       Καλά είσαι!

Σημείωση. Εάν δεν είχες "παραθεό", θα συναντούσες πολλές δυσκολίες στη ζωή σου.
Ο Άγγελος  Κ. Κυρατζής στο Άλμπανυ
της Νέας Υόρκης, περί το έτος 1920.
Βοήθησε οικονομικά πολλούς συγγενείς του.

Ο αείμνηστος ευεργέτης του Γέρμα
Γεώργιος Τζιώνης, επιχειρηματίας

στο Άλμπανυ της Νέας Υόρκης,
μαζί με τη σύζυγό του Λίνα.
Ο Αθανάσιος Ζυγούρας και η σύζυγός του
 Γιαννούλα στην Αμερική,
περί το έτος 1960



Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Χαρακτηριστικές λέξεις και φράσεις παλαιών Γερμανιωτών

Καταγραφή Χρίστου Γεωργίου (+1972).

1)        Αρχάδα (= δροσερότης), π.χ. Ιδώ έλατι, που(ν)ι αρχάδα = εδώ ελάτε, είναι δροσερότης. (σελ. 343).
Αρχός, -η, -ο (= δροσερός), π.χ. Αρχό είνι του πιδί, δεν έχ’ θέρμ = κρύο είναι το παιδί, δεν έχει πυρετό // Ου μέτουπους τ’ ή του μέτουπου τ’ είνι αρχό = το μέτωπό του είναι δροσερό. (σελ. 343).
2)     Διάφκα = ανάρρωσα, γιατρεύτηκα.
Διαβαίνω = αναρρώνω, γιατρεύομαι.
Διαβάτς = στιγμιαίος πόνος.
Π.χ. άμα δγιάβου, θα νάρθου = όταν γίνω καλά θα έλθω. // Ήμουν πουλύ άρρουστος, μα τώρα διάφκα = ήμουν πολύ άρρωστος,αλλά τώρα έγινα καλά. (σελ. 52).
3)     Κατάψχους = δροσερότης. Π.χ. Ιδώ στουν κατάψχου έλα = εδώ είναι δροσιά, έλα. (σελ. 323).
5)     Χαλαμαντάρ άφκις του σπιτ’ = άφησες το σπίτι ανοιχτό, χωρίς να κλείσεις τις θύρες ή να τις κλειδώσεις. // όταν φέβς τς αφήντς χαλαμαντάρ τς πόρτις = τις θύρες, όταν φεύγεις, τις αφήνεις ανοιχτές. (σελ. 339).
6)     Τάξι πε (αντί τάξε ειπέ) = υπόθεσε πως. Π.χ. αφού ήταν του πιδίς, τάξι πε ήσαν ισύ = αφού ήταν το παιδί σου, υπόθεσε πως ήσουν εσύ, το ίδιο σχεδόν είναι. (σελ. 337).
7)     Κουνουμώ = ετοιμάζω.
Κουνουμνιούμι = ετοιμάζομαι, ετοιμάζω για τον εαυτό μου.
Π.χ. - Άιντι να πάμι = εμπρός να πάμε.
 - Να τώρα κουνουμνιούμι = να τώρα ετοιμάζομαι.
Κουνουμήθκα ιγώ που ψουμί = οικονομήθηκα εγώ από ψωμί, ετοίμασα για τον εαυτό μου εγώ ψωμί.
Ο Γυμνασιάρχης Χρίστος Γεωργίου,
στο μέσον της 1ης σειράς, μεταξύ καθηγητών και
 μαθητών του Γυμνασίου Καστοριάς, σχ. έτ. 1937-8.
8)     Κουντόημιρους, αντί κοντόημερος = αυτός που οι μέρες του είναι κοντές, λίγες. Το επίθετο ενέχει την έννοια της κατάρας. Π.χ. ου κοντόημιρους τι μέκαμιν! = ο ελεεινός τι μου έκαμε!
9) Δυναστεύου (: δυναστεύω) = εντείνω τις δυνάμεις μου, βάζω τα δυνατά μου, κουράζομαι υπερβολικά. π.χ. Άμα δυναστέψου του πουδάρ μ’ μι πουνάει. = άμα κουράσω πολύ το πόδι μου πονάει.
Δυνάστιμα (αρχ. δυνάστευμα) = έντασις δυνάμεων.
(σελ. 58).
10) Μ μπήριν ντ βάψ = την πήρε τη βάψη, πήρε την αρρώστια που του άλλαξε το χρώμα. // Το αντίθετο : μ μπήριν ν’ όψ = η όψη του πήρε το κανονικό της χρώμα, του υγιούς ανθρώπου. (σελ. 35).
11) Βιο = περιουσία π.χ. νηστκό βιο = άνθρωπος με διαθέσεις πλεονεξίας και λαιμαργίας, διότι ζει σε φτώχια και στερήσεις. (σελ. 35).
12) Θυμουβουλάει (: θυμοβολάει) = ερεθίζεται, πρήζεται. π.χ. η πληγή μ’ θυμουβόλτσιν κι βγάν’ αίμιουν = η πληγή μου ερεθίστηκε και βγάζει πύον.
13) Ουκνός = οκνηρός, τεμπέλης,
Ουκνεύου (: οκνεύω) = βαρειούμαι, τεμπελιάζω. π.χ. ουκνεύου να σκουθώ = οκνεύω βαρειούμαι να σηκωθώ. Πρβλ. το γνωμικό:
Ου ουκνός πααίν μακριά
κι ου σφιχτός ξουδέβ πουλλά
(ή) κι ου ακριβός πλιαρών πουλλά
(= ο οκνηρός πηγαίνει μακριά κι ο τσιγγούνης εξοδεύει πολλά)
(σελ. 161).
Ο Γέρμας Καστοριάς,
το αγαπημένο χωριό του αείμνηστου Χρίστου Γεωργίου.
(Από το βιβλίο του, Το Γλωσσικό Ιδίωμα
Γέρμα Καστοριάς,
εκδ. Ε.Μ.Σ., Θεσσαλονίκη 1962).