Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Λαϊκό ιστόρημα παλαιών κατοίκων του Γέρμα: “Η αρκούδα που μύριζε άσχημα”.

Αρκούδα. Η φωτογραφία ελήφθη απ' το Διαδίκτυο.
Ζούσε κάποτε μέσα σε ένα πυκνό δάσος μια αρκούδα με τα δύο αρκουδάκια της. Κάποια ημέρα αυτή η αρκούδα συνάντησε στο δρόμο της ένα νεογέννητο παιδάκι (βρέφος), που το είχε εγκαταλείψει εκεί η μητέρα του. Η αρκούδα πήρε το παιδί στη φωλιά της, το έτρεφε αρκετό καιρό με το γάλα της κι όταν μεγάλωσε το έστειλε στον κόσμο για να βρει τους συγγενείς του.
Πέρασαν τα χρόνια, το παιδί έγινε άντρας, και μια ημέρα πήγε στο δάσος για κυνήγι. Εκεί συνάντησε τυχαία την αρκούδα, την αγκάλιασε, τη φίλησε και μετά τη ρώτησε το εξής:
-       Αγαπημένη μου αρκούδα, εσύ που με γλύτωσες από βέβαιο θάνατο όταν ήμουν μικρός, πες μου τι θέλεις να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω;
-       Θέλω να κοιμηθούμε μια βραδιά μαζί στο ίδιο στρώμα, όπως τότε που ήσουν παιδάκι στη φωλιά μου, είπε η αρκούδα.
-       Αυτό δεν πρόκειται να το κάνω, είπε ο άντρας, επειδή μυρίζεις άσχημα.
-       Όταν σε έτρεφα με το γάλα μου και σε μεγάλωνα όπως τα παιδιά μου δεν μύριζα άσχημα; απάντησε η αρκούδα….

Ο Γέρμας και αριστερά στο βάθος του βουνό
Μουρίκι (υψ. 1703 μ.), βιότοπος της αρκούδας.
Καταγραφή Γ.Τ.Α./12-12-2017.

Η φωτογραφία ελήφθη απ' το Διαδίκτυο.

Δάσος στον Γέρμα, περιοχή Γιάζια.

Η "Ράχη της Τσούκας" στον Γέρμα.

Η φωτογραφία ελήφθη απ' το Διαδίκτυο.

Δάσος νεαράς δρυός στον Γέρμα.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Γερμανιώτικο ευθυμογράφημα: «Κούτσι – κούτσι, λύκε» (δηλαδή, έλα – έλα, λύκε).

Απεικόνιση ζώων και πτηνών σε τοιχογραφία του ναού
Αγίου Νικολάου Θεολογίνας, Καστοριάς. έτ. 1663.
Εισαγωγικό σημείωμα.
Την παλαιά εποχή, πριν το έτος 1965, όλοι σχεδόν οι Γερμανιώτες ήταν γεωργοκτηνοτρόφοι και είχαν στην κατοχή τους πολλά ζώα, μικρά και μεγάλα. Τα παιδιά των εν λόγω αγροτών αγαπούσαν πολύ τα μικρά ζώα τους κι έπαιζαν με αυτά. Όταν κάποιο παιδί ήθελε τότε να προσκαλέσει κοντά του κάποιο αρνάκι, κατσικάκι, πουλαράκι, μοσχαράκι, έπαιρνε στο χέρι του λίγο καρμά (= σπασμένο καρπό καλαμποκιού) το άπλωνε προς το μέρος του μικρού ζώου κι έλεγε π.χ.: «Κούτσι – κούτσι αρνάκι», δηλαδή, «έλα- έλα εδώ αρνάκι». Κι αυτό πήγαινε πρόθυμα κοντά του κι έπαιζαν μαζί.

«Κούτσι – κούτσι, λύκε»
Κατά την εικοσαετία 1920-40, υπήρχαν αρκετοί κάτοικοι του Γέρμα που κυνηγούσαν στα βουνά και τα δάση του χωριού διάφορα θηράματα, κυρίως λαγούς και αγριογούρουνα για το νόστιμο κρέας τους, και λύκους, αλεπούδες και κουνάβια για το πολύτιμο δέρμα τους. Οι Γερμανιώτες αυτοί σκότωναν τα θηράματα συνήθως με κυνηγητικά όπλα, μερικές φορές όμως χρησιμοποιούσαν και άλλα μέσα και τεχνάσματα, όπως: α)τον «πλάνο», που ήταν ένα ζωντανό κατσικάκι δεμένο κατά τις νυχτερινές ώρες σε ένα δενδρύλλιο, ως δόλωμα για τους λύκους, β) τη «γούρνα», που ήταν ένα βαθύ όρυγμα μήκους 2 μ. περίπου, πλάτους 1 μ., και ύψους 2 μ., για τον εγκλωβισμό αγριόχοιρων, και γ) την «παγίδα», που ήταν μία ειδική θηλιά από ατσάλινο σύρμα για τη σύλληψη κουναβιών.
Άποψη του  Γέρμα από το Στέκι αναψυχής
του Γ.Τ.Α., στο βουνό Πάσχος.
Οι πιο ικανοί κυνηγοί εκείνης της περιόδου ήταν δύο, ο Θανάσης Λιάντζης, αδελφός του Παπαγγελή, και ο Μίλιος (Μιλτιάδης) Αλεξίου. Οι κυνηγοί αυτοί ανέβαιναν κατά τους χειμερινούς μήνες στο ψηλό βουνό «Τσιούκα», εντόπιζαν μια «γουρνόστρατα» (= μονοπάτι απ’ το οποίο διάβαιναν αγριόχοιροι), έσκαβαν εκεί μια μεγάλη «γούρνα» και την κάλυπταν με κλαδιά δέντρων και φύλλα, για να πέσει μέσα της κάποιο αγριογούρουνο και να το σκοτώσουν.
Αυτό έπραξαν και μια βροχερή ημέρα της αναφερόμενης χρονικής περιόδου. Ανέβηκαν στην «Τσιούκα», άνοιξαν ένα όρυγμα σε κατάλληλο σημείο, το κάλυψαν καλά, και το επόμενο πρωινό πήγαν να ιδούνε αν είχε παγιδευτεί εκεί κάποιο ζώο.
Πρώτος έτρεξε στη «γούρνα» ο Θανάσης Λιάντζης, έσκυψε πάνω της με ανυπομονησία και διέκρινε αμυδρά κάποιο ζώο που πηδούσε να βγει απ’ αυτήν. Προσπάθησε να ιδεί καλύτερα και τότε ξαφνικά γλίστρησε και βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει στον πάτο του ορύγματος, μαζί με έναν άγριο λύκο. Έντρομος είδε το λύκο στριμωγμένο σε μια γωνιά, να γρυλίζει και να δείχνει τα φοβερά δόντια του. Τότε ο Θανάσης, παραπαίοντας από το φόβο του, άπλωσε ασυναίσθητα το χέρι του προς το λύκο και σαν να ήταν (ο λύκος) ένα άκακο αρνάκι τον προσκάλεσε κοντά του λέγοντας «Κούτσι – κούτσι (= έλα – έλα), λύκε»(!).
Ο Μίλιος Αλεξίου (αριστερά), 1881 - 1981.
Και ο λύκος δεν έχασε την ευκαιρία. Πήδηξε πάνω στον ώμο του Θανάση και με ένα σάλτο βρέθηκε έξω από το όρυγμα κι εξαφανίστηκε στο παρακείμενο δάσος. Στη στιγμή έφθασε εκεί και ο Μίλιος και βοήθησε τον κατατρομαγμένο φίλο του Θανάση να βγει σώος από το όρυγμα.
Αυτό το απρόοπτο κι ευτράπελο γεγονός έγινε αμέσως γνωστό σε όλο το χωριό και το διηγούνται μέχρι σήμερα οι κυνηγοί και οι λοιποί κάτοικοι του Γέρμα.
Γεώργιος Τ. Αλεξίου

Μυθικά ζώα σε τοιχογραφία του ναού
Αγίου Νικολάου Κρεπενής, έτ. 1753.
Λύκος. Ξυλόγλυπτη παράσταση
στο ναό Αγίου Γεωργίου Μουζεβίκη (17ος αιών;)
Τοιχογραφία στον Άγιο Νικόλαο Κρεπενής


Ξυλόγλυπτη παράσταση 17ου αιώνα
στο ναό Αγίου Σπυρίδωνος Καστοριάς.

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Λαογραφικά του Γέρμα Καστοριάς, τραγούδια και παροιμίες.

Παρωδία Γερμανιώτικου γάμου την Πρωτοχρονιά.
Α) Παραδοσιακά τραγούδια παλαιών Γερμανιωτών

1) Της Κυρατσοβιάς η κόρη.
Της Κυρατσοβιάς η κόρη απ’ το Κόλιαντρο (;),
κάθε Κυριακή αλλάζει και στολίζεται
και στις σκάλες π’ ανεβαίνει μον’ γυαλίζεται.
.........................................................
Κι ο Μεχμέτ Αγάς ’πο πέρα χαμογέλασε,
ρίχνει μήλο τη βαραίνει, δεν τον λόγιασε,
ρίχνει μάλαμα κι ασήμι, χαμογέλασε.

2) Βουλγαροπούλα θέριζε
Βουλγαροπούλα θέριζε,
ντουρ Γκέγκα μ’, ντουρ,
σ’ έναν μεγάλο κάμπο,
Βουλγαροπούλα μου,
...........................................
κι ο Γκέγκας την αγνάντευε,
ντουρ Γκέγκα μ’ ντουρ,
από μια ψηλή ραχούλα,
Βουλγαροπούλα μου,
...........................................
ειν’ οι χειρές (=δεματάκια) σαν πρόβατα,
ντουρ Γκέγκα μ’, ντουρ,
τα δεμάτια σαν κριάρια,
σε κλαιν’ τα μάτια μου.

Ο Γέρμας Καστοριάς
3) Πεθερός και πεθερά (σκωπτικό άσμα αρραβώνων)
Τον κακό τον πεθερό,
τον στρώνω εδώ, τον στρώνω εκεί,
τον στρώνω στρώμα από σακί.
………………………………
Και την κακιά την πεθερά,
τη στρώνω εδώ, την στρώνω εκεί,
τη στρώνω ένα προσκέφαλο
κι ένα γουμαροκέφαλο.

Β) Παροιμιακές φράσεις παλαιών Γερμανιωτών
1.         Αυτός αν είχε ικανή (= άξια) γυναίκα, με τα τόπια (= βόμβες) δεν θα τον σήκωναν (δηλαδή, θα είχε μεγάλη προκοπή και κύρος στην κοινωνία).
2.         Δώμ’ ξινόμπαμπω μ’ κουλούρα (= δώσε με μπάμπω μου ξινή κουλούρα). (Το λένε σε κάποιον που κάνει μια δουλειά παράκαιρα, με καθυστέρηση, "κατόπιν εορτής").
3.         Εμείς τη νύφη μας την έχουμε μόνο για το μπουχαρί. (Το λένε οι συγγενείς του γαμπρού σ’ αυτούς που μέμφονται τη νύφη τους για την οκνηρία της).
4.         Να πηγαίνετε στην εκκλησιά, για να φοβάστε τον Θεό. Αυτοί που δεν πηγαίνουν είναι αθεόφοβοι.
5.         Αυτός τράνεψε με τις λειτουργιές (= τα πρόσφορα) της εκκλησιάς. (Λέγεται για παπαδοπαίδι, που "δεν αγαπάει πολύ τη δουλειά", που δεν ξέρει "πως βγαίνει το ψωμί").
6.         Να μην "πηγαίνετε" με Τουρκάλες, γιατί θα σας φύγει το άγιο μύρο (που σας έβαλε ο παπάς όταν σας βάπτισε).
7.         Τι κρυώνεις έτσι; δεν βαραίνουν τα κρούσταλλα.
8.         Όποιος έφαγε το μέλι έχει τη μύγα στο κεφάλι. (Το λένε σε κάποιον που προσπαθεί ανεπιτυχώς να καλύψει ένα παράπτωμά του).
9.     Ό,τι κι αν κάμεις να έχεις την ημέρα μπροστά σου ( δηλαδή, να αρχίζεις όλες τις εργασίες σου το πρωί).
10.     Τα μυρμήγκια είναι πλούτος. (Το λένε σε κάποιον, όταν εμφανιστούν  στην αυλή τού σπιτιού του μυρμηγκοφωλιές με αναρίθμητα μικροσκοπικά μυρμήγκια).

Χριστουγεννιάτικο δέντρο του Γέρμα.
Καταγραφή Γ.Τ.Α., Οκτώβριος - Νοέμβριος 2017.

Ζεύγος παλαιών Γερμανιωτών.
Ο Γρηγόρης Μανίκας και η σύζυγός του.


Τρεις φίλοι, αείμνηστοι πλέον. Έτ. 2005.

Χριστουγεννιάτικη φάτνη στον Γέρμα.


Χιόνια στο μνημείο
του Ανώνυμου Μακεδονομάχου

Σελτσιώτης σαμαράς στην πλατεία του Γέρμα, έτ. 2002.

Χιόνια στην προτομή του καπετάν-Γέρμα.

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Η Παναγία η Οδηγήτρια, η εφέστια {= η προστάτιδα} εικόνα του Γέρμα Καστοριάς, απ’ το έτος 1775 κι εξής.

Η Παναγία Οδηγήτρια, η εφέστια
εικόνα του Γέρμα Καστοριάς (έτ. 1775).
Εφέστιος [<αρχ. εφέστιος < επί + εστία] = προστάτης. Εφέστια = προστάτιδα.

Η σημασία της λέξης "εφέστιος, -α, -ο":
Εστία είναι το τζάκι, η κεντρική φωτιά που υπήρχε στα παλιά σπίτια, στους ναούς κ.λ.π. Το νόημα δεν περιορίζεται όμως μόνο εκεί. Από εκεί βγαίνει και η έννοια της εστίας που είναι το σπίτι μας, ο τόπος μας, η πατρίδα μας. Προστάτιδα της εστίας μας είναι λοιπόν αυτή που προστατεύει το σπίτι, τον τόπο, την πατρίδα. Εδώ το νόημα είναι, ότι η παρουσιαζόμενη εικόνα προστατεύει ολόκληρο το χωριό «Ο Γέρμας» Καστοριάς, που είναι μια εστία (και φλόγα, και πατρίδα) Ορθοδοξίας (σ.σ. το κείμενο ελήφθη απ’ το διαδίκτυο). Εκ του λόγου τούτου, οι ευσεβείς Γερμανιώτες του 18ου αιώνα, ορθώς σκεπτόμενοι και πράττοντες, την τοποθέτησαν στο δεξιό και σημαντικότερο ξυλόγλυπτο κι επιχρυσωμένο προσκυνητάρι του ενοριακού τους ναού Αγίου Γεωργίου

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ. Πριν μερικά χρόνια, οι τότε υπεύθυνοι του ενοριακού ναού Γέρμα, μη γνωρίζοντας τη μεγάλη ιστορική, καλλιτεχνική και πνευματική αξία, καθώς και την ανάλογη λειτουργική και προσκυνηματική σημασία τής αναφερόμενης θεομητορικής εικόνας, τη μετακόμισαν από τη καίρια θέση που είχε αυτή εντός του υπόψη ναού και την τοποθέτησαν, μαζί με το αξιόλογο προσκυνητάρι της, σε ένα λιγότερο σημαντικό σημείο του Εσωνάρθηκα. Στην κομβική θέση της έβαλαν ένα προσκυνητάρι που αγόρασαν από σύγχρονή μας βιοτεχνία και επ' αυτού (έβαλαν) μία ισόχρονή του εικόνα της Παναγίας.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Αγιότης
{Ποίημα Ιωσήφ Υμνογράφου (840-883)}

Αγία Θεόνυμφε, αγνή,
αγίως απεκύησας,
τον εν αγίοις αναπαυόμενον,
Υιόν και Λόγον, Πατρί συνάναρχον,
τον καθαγιάζοντα εν αγίω Πνεύματι,
    τους αυτόν ευσεβώς αγιάζοντας.

Η εφέστια εικόνα του Γέρμα
στο ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι της.
Σημείωση. Εδώ παρουσιάζονται φωτογραφίες απ’ την πολύτιμη εικόνα της Παναγίας, που είναι η εφέστια του Γέρμα, καθώς και από ένα σύγχρονό μας αντίγραφό της.

Βλέπε επίσης: 


Το ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι
της Παναγίας Οδηγήτριας,
του Γέρμα.


Η Γερμανιώτικη εικόνα της Παναγίας
και κόκκινο κρίνο του όρους Μουρίκι.
Σύνθεση Γ.Α.

Σύγχρονό μας αντίγραφο
της Παναγίας Οδηγήτριας του Γέρμα.
Ελαιογραφία του Γ.Τ.Α.


Η Παναγία  Οδηγήτρια του Γέρμα.
Σύνθεση Γ.Τ.Α.

Η Παναγία η Οδηγήτρια
στο εικονοστάσι της οικίας
ενός Γερμανιώτη.

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Γερμανιώτικη λαογραφία. «Την ημέρα της Άι-Σωτήρας παρδαλίζουν τα σταφύλια και τα μαζώνουμε στο μαντήλι».

Την παλαιά εποχή και μέχρι το έτος 1965, περίπου, όλοι οι αγρότες κάτοικοι του Γέρμα είχαν ιδιόκτητο αμπέλι και τρυγούσαν απ’ αυτό τα εκλεκτά σταφύλια τους. Τα σταφύλια αυτά άρχιζαν να παρδαλίζουν (: να μαυρίζουν μερικές ρώγες τους) περί την 6η Αυγούστου, δηλαδή κατά την εορτάσιμη εβδομάδα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού. Εκ του λόγου τούτου, όταν πλησίαζε η αναφερόμενη μεγάλη εορτή, οι ηλικιωμένες Γερμανιώτισσες έλεγαν στις νεότερες γυναίκες και στα μικρά κορίτσια τους την εξής εκτενή παροιμιακή φράση:
«Την ημέρα της Άι-Σωτήρας (: του Σωτήρος) παρδαλίζουν τα σταφύλια και τα μαζώνουμε στο μαντήλι,
την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου (: της Παναγιάς) τα μαζώνουμε στην ποδιά,
και την ημέρα της Σταφυλοπαναγιάς (: Γενεσίου της Θεοτόκου, 6η Σεπτεμβρίου) τα μαζώνουμε στο καλάθι».
Έχοντας υπόψη αυτά τα συμβουλευτικά λόγια οι νεαρές κοπέλες του Γέρμα εκείνης της εποχής και παρακινούμενες απ’ τις μητέρες τους, σχημάτιζαν, κατά την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, αμέσως μετά τον εκκλησιασμό τους στον ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου, παρέες 5 – 6 ατόμων και μετέβαιναν στα αμπέλια τους με γέλια, με τραγούδια και με χαρές. Φτάνοντας εκεί «σκαλιωρνούσαν (‹ καλή + ώρα)(= πρωτοδοκίμαζαν)» τις πρώτες μαύρες ρώγες των σταφυλιών τους, μάζευαν αρκετές σε ένα καθαρό μαντήλι και τις μετέφερναν και τις πρόσφερναν με ευχαρίστηση στους γονείς τους και στα άλλα μέλη των οικογενειών τους. Τα ίδια και αναλόγως έπρατταν αυτές οι νεαρές Γερμανιώτισσες και κατά τις άλλες δύο προαναφερόμενες εορτές, του Δεκαπενταύγουστου και της Σταφυλοπαναγιάς.
Η Παναγιά με τον μικρό Χριστό
να ευλογεί σταφύλι. Αυτό πράττει
και η Εκκλησία την 6η Αυγούστου.
Σήμερα στον Γέρμα υπάρχουν μόνο 2-3 αμπέλια, αλλ’ υπάρχουν όμως και πάμπολλες κληματαριές στις οικίες του χωριού και γι’ αυτό οι Γερμανιώτες, ακολουθώντας την παράδοσή τους και «για το καλό, «δοκιμάζουν» (: γεύονται) κατά την εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού τις πρώτες ώριμες ρώγες σταφυλιών απ’ τις κληματαριές τους.
(Γιώργος Τ. Αλεξίου).

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Τσιριτρό
Σε μια ρώγα από σταφύλι
έπεσαν οχτώ σπουργίτες
και τρωγόπιναν οι φίλοι.
Τσίρι - τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό!
………………………
Εχτυπούσανε τις μύτες
και κουνούσαν τις ουρές
κι είχαν γέλια και χαρές.
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό!
…………………………..
Πώ πω πώ πω σε μια ρώγα
φαγοπότι και φωνή!
την αφήκαν αδειανή.
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό!
…………………………
Και μέθυσαν κι ολημέρα
πάνε δώθε, πάνε πέρα,
τραγουδώντας στον αέρα:
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό!

Ζαχαρίας Παπαντωνίου




Ο Γέρμας Καστοριάς.







Γερμανιώτικη μουσταλευριά  με πετιμέζι και καρύδια.


Ο αείμνηστος Γερμανιώτης δάσκαλος
Αναστάσιος Τζούνας στο αμπέλι του.



Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Τοπική λαογραφία: Τι λένε με το τραγούδι τους τα τζιτζίκια.

Τζίτζικας. Η φωτογραφία ελήφθη απ' το διαδίκτυο.
Οι αγρότες του Γέρμα Καστοριάς, στην παλαιά εποχή και μέχρι το έτος 1965 περίπου, θέριζαν τα σιτηρά τους με δρεπάνια και λελέκια. Στα χρόνια εκείνα οι κάτοικοι του χωριού, άντρες και γυναίκες, πήγαιναν πρωί-πρωί, κατά τους μήνες Ιούνιο – Αύγουστο στα χωράφια τους, και θέριζαν όλη μέρα τα δημητριακά τους, που ήταν, σιτάρι, κριθάρι, βρίζα (βρώμη;) και “ταή” (σίκαλη;). Οι θεριστές που “δεν είχαν σε ποιον να αφήσουν τα μικρά παιδιά τους” τα έπαιρναν μαζί τους στους αγρούς. Κατά την ώρα του θερισμού έπιναν όλοι, μικροί – μεγάλοι, το δροσιστικό και δυναμωτικό «ξύδι και ζάχαρη», που ήταν κρύο νερό από πήλινη στάμνα ή από ξύλινη μπούκλα, ανακατεμένο με εκλεκτό ξύδι του Γέρμα και με λίγη ζάχαρη, και άκουγαν τα άπειρα τζιτζίκια που τραγουδούσαν συνεχώς. Τα μικρά παιδιά ρωτούσαν τότε τους γονείς τους “τί λένε τα τζιτζίκια με το τραγούδι τους;” και αυτοί απαντούσαν: Μας φωνάζουν τραγουδιστά τα εξής:
“Θέρσι - θέρσι το δερπάνι” (δηλ. Θέρισε, θέρισε με το δρεπάνι).
“Κότσι – κότσι το λελέκι” (δηλ. κόψε – κόψε με το λελέκι).

Στάχυα σιτηρών αθέριστα.
Σημείωση. Το λελέκι είναι είδος δρεπανιού με λεία και όχι οδοντωτή κόψη.

Καταγραφή Γ.Τ.Α. 9-7-2017.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Τροπάριο (Ο βίος του άσωτου ανθρώπου)
Εις αναμάρτητον χώραν και ζωηράν επιστεύθην,
γεωσπορήσας την αμαρτίαν,
τη δρεπάνη εθέρισα τους στάχυας της αμελείας
και δραγμάτων εστοίβασα πράξεών μου τας θημωνίας,
ας και κατέστρωσα ουχ άλωνι της μετανοίας.
Αλλ’ αιτώ σε τον προαιώνιον γεωργόν ημών Θεόν,
Τω ανέμω της σης φιλευσπλαγχνίας
απολίκμησον το άχυρον των έργων μου
και σιτάρχησον τη ψυχή μου την άφεσιν,
εις την ουράνιόν σου συγκλείων με αποθήκην
 και σώσον με.
(Στιχηρό προσόμοιο Εσπερινού Κυριακής του Ασώτου)

Το Τροπάριο στη νεοελληνική γλώσσα 
Λελέκι θερισμού.
Σε χώρα όμορφη και γόνιμη γεννήθηκα,
έσπειρα όμως στο έδαφός της την αμαρτία,
θέρισα με το δρεπάνι τα στάχυα της ολιγωρίας
και με τα δεμάτια τους στοίβαξα θημωνιές,
τις οποίες, δυστυχώς, δεν άπλωσα στο αλώνι της μετάνοιας.
Αλλά τώρα παρακαλώ Εσένα, τον προαιώνιο γεωργό μας, τον Θεό:
Λίχνισε με τον άνεμο της φιλευσπλαχνίας σου το άχυρο των έργων μου,
μάζεψε το σιτάρι της συγχώρεσης στην ψυχή μου,
τοποθέτησέ με στην ουράνιο αποθήκη σου και σώσε με.
(Η παράφραση στη Νεοελληνική είναι του Γ. Τ. Α.)

Στο παραπάνω τροπάριο είναι θαυμαστές οι παρατιθέμενες συγγενείς εκφράσεις με γεωργικούς όρους, οι πρωτότυπες μεταφορές του κειμένου του, και βεβαίως, οι τολμηρές ποιητικές εικόνες που δημιουργήθηκαν μ’ αυτές τις εκφράσεις και τις μεταφορές (: στάχυες της αμελείας, θημωνίαι των πράξεων, άλως της μετανοίας, προαιώνιος γεωργός, άχυρον των έργων, ουράνιος αποθήκη κ.λ.π.).




Ο Γέρμας. Φωτογραφία 19 - 6 - 2017.

Αγρός με αθέριστα σιτηρά στην Κορησό Καστοριάς.