Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Το πουλί «η Κιούρου (Κιούρω)»

Γερμανιώτικο παραμύθι


Το πουλί η "Κιούρω".
     Το πουλί «η Κιούρου (Κιούρω)»

     Την εποχή που οι γεωργοί του Γέρμα Καστοριάς, «δευτερίζουν» (: σκαλίζουν και ξεβοτανίζουν για δεύτερη φορά) τις φυτείες των φασολιών τους, δηλαδή περί τα τέλη Ιουνίου – αρχές Ιουλίου, πετάει επάνω απ’ τους καλλιεργημένους αγρούς κι απ’ τα παραποτάμια λιβάδια τους ένα συμπαθητικό πουλί, που φωνάζει συνεχώς «κιουρ-κιούρου», και που γι’ αυτό ονομάζεται «Κιούρου» (σ.σ. πρόκειται μάλλον για το Βραχοκιρκίνεζο). Όταν οι αγρότισσες του χωριού ακούν αυτές τις φωνές της «Κιούρους», διηγούνται στα παιδιά τους το ακόλουθο συγκινητικό παραμύθι:
    «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν και καπού’ταν (: κάπου ήταν) δύο αδελφές. Η μεγαλύτερη ήταν καλοπαντρεμένη και είχε μεγάλη περιουσία και πολλούς υπηρέτες, αλλά ήταν όμως και πολύ «άδοτη» (: υπερβολικά σκληρή και τσιγκούνα), «δεν έδινε ούτε στον άγγελό της νερό».
    Η μικρότερη αδελφή λεγόταν Κιούρω (σ.σ. είναι το θηλυκό του ονόματος Κύρος. Βλέπε Διαδίκτυο), ήταν πάμφτωχη χήρα και είχε τέσσερα μικρά παιδιά, που για να τα θρέψει ζύμωνε ολημερίς στο σπίτι τής πλούσιας αδελφής της.

Ο Γέρμας Καστοριάς.
     Όταν η Κιούρω τελείωνε το ζύμωμα στο πλουσιόσπιτο τής αδελφής της, δεν καθάριζε τα χέρια της, αλλά επέστρεφε στο φτωχικό της με τα υπολείμματα του ζυμαριού κολλημένα στις παλάμες της. Εκεί τα μάζευε (τα υπολείμματα του ζυμαριού) κι έφτιαχνε μ’ αυτά μικρές πίτες και τούρτες για τα παιδάκια της.
    Αυτή η παράξενη συνήθεια της Κιούρως, να επιστρέφει δηλαδή στο σπίτι της με τα ζυμάρια στα χέρια, έγινε αντιληπτή από μια κακόψυχη γειτόνισσά της, η οποία κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε και είπε στην πλούσια αδελφή:
   "Κυρά μου παινεμένη, η Κιούρω φεύγει κάθε μέρα απ’ το αρχοντικό σου με τα ζυμάρια στα χέρια της και σε παίρνει έτσι το «κασμέτι» σου (: την τύχη σου). Από τώρα και στο εξής, όταν τελειώνει το ζύμωμα, να την υποχρεώνεις να σκουπίζει τα χέρια της".
Φυτεία φασολιών στον Γέρμα.
    Κι αυτό έγινε. Η μεγάλη αδελφή υποχρέωνε πλέον την Κιούρω να σκουπίζει καλά τα χέρια της πριν επιστρέψει στα νηστικά παιδάκια της.
    Πέρασε λίγος καιρός και κάποια ημέρα η Κιούρω δεν προσήλθε να ζυμώσει στο αρχοντόσπιτο. Η σκληρόκαρδη και τσιγκούνα αδελφή της παραξενεύτηκε γι αυτό και πήγε στο φτωχικό τής Κιούρως για να δει τι συνέβαινε. Κτύπησε την πόρτα, φώναξε πολλές φορές, αλλά δεν έλαβε καμιά απάντηση. Τότε μπήκε μέσα και βρήκε σε μια γωνιά την Κιούρω νεκρή, να κρατάει σφικτά στην αγκαλιά τα τέσσερα παιδιά της, που είχαν πεθάνει και αυτά από ασιτία. Αμέσως εννόησε τι είχε συμβεί, συναισθάνθηκε τη βαριά ενοχή της απέναντι στην αδελφή και τ΄ ανεψάκια της, άρχισε να κλαίει γοερά και να οδύρεται και ζήτησε από το Θεό να την κάνει πουλί. Κι όντως έτσι έγινε. Ο Θεός τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε πουλί, την «Κιούρου», η οποία από τότε πετάει στον αέρα και αναζητάει την αδελφή της φωνάζοντας συνεχώς «κιούρ – κιούρου», που σημαίνει: «Κιούρω – Κιούρω», «κιούρ (: πίτα) – κιούρου (: τούρτα), θα σε δώσω».

Άλογα με τα οποία "αυλακιάζουν" τα φασόλια.
     (Καταγραφή αφήγησης της Γερμανιώτισσας κ. Αντιγόνης Α.)

 


Εαρινό τοπίο με μαργαρίτες στον Γέρμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου