Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Η όμορφη βασίλισσα που μεταμορφώθηκε σε πουλί. Λαϊκό παραμύθι από τον Γέρμα Καστοριάς.

Καταγραφή του Οδυσσέα Γ. Αλεξίου

Η όμορφη βασίλισσα του παραμυθιού.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό βασίλειο, που το κυβερνούσε ένας πολύ καλός βασιλιάς. Ο βασιλιάς αυτός ζούσε ευτυχισμένα στο ωραίο παλάτι του μαζί με την όμορφη γυναίκα του και το μικρό γιό τους. Κάποια ημέρα που ο βασιλιάς βρισκόταν στο κυνήγι εμφανίστηκε έξω απ’ το παλάτι μία μάγισσα, η οποία ζήτησε βοήθεια από τη βασίλισσα. Εκείνη, επειδή ήταν συναισθηματική και πονετική τη λυπήθηκε και την έβαλε μέσα στα διαμερίσματά της, παρακούοντας τη σχετική απαγορευτική εντολή του βασιλιά.
Μόλις η κακιά μάγισσα μπήκε στο παλάτι, οι υπηρέτες του την περιποιήθηκαν και τότε αυτή πρότεινε στην βασίλισσα να την ξεψειρίσει. Η βασίλισσα το δέχτηκε απερίσκεπτα κι εμπιστεύτηκε το ωραίο κεφάλι της στη μάγισσα. Την ώρα όμως που το ξεψείριζε έχωσε σ’ αυτό μια μαγική βελόνα, κι αμέσως η βασίλισσα μεταμορφώθηκε σε πουλί και πέταξε έξω από το ανοιχτό παράθυρο.
Το πρωί της επόμενης μέρας το πουλί πήγε και στάθηκε σε ένα δέντρο που ήταν δίπλα στο μαγειριό του βασιλιά, συνομίλησε με τον μάγειρα και του είπε:
-  Μαερτζή, μαερτζή.
-  Άι, εμ’, άι πουλάκι μ’.
-  Κοιμάται αφέντης μου;
-  Κοιμάται πουλί μ’.
-  Στα δικά μου τα γιοργάνια, στα δικά μου τα παπλώματα, τι κάνει το παιδάκι μου; Τι κάνει για βυζάκι; Αν δεν το πεις στο Βασιλιά, τσίκνα – τσίκνα τα φαϊά, και το δέντρο που στέκομαι να μαραγκιάσουν τα φύλλα του και να πέσουν στη ρίζα.
Η κακιά μάγισσα.
Κατόπιν το πουλί πέταξε από το δέντρο και πήγε στο κοντινό δάσος.
Το μεσημέρι ο μάγειρας δεν φανέρωσε στον βασιλιά τη συνομιλία που είχε με το πουλί και γι’ αυτό τα φαγιά του τσίκνωσαν και τα φύλλα τού δέντρου μαράγκιασαν κι έπεσαν στο έδαφος. Αμέσως μετά σέρβιρε το τσικνωμένο φαγητό στον Βασιλιά, αλλά αυτός δεν μπόρεσε να το φάει και μάλιστα τον μάλωσε γιατί το είχε τσικνίσει.
Την επόμενη μέρα το πουλί εμφανίστηκε ξανά στο παράθυρο του μάγειρα και του είπε να μεταφέρει στον βασιλιά τα ίδια λόγια. Ο μάγειρας όμως και πάλι δεν τα μετέφερε και γι’ αυτό ξανατσίκνωσαν τα φαγητά του και τα σέρβιρε έτσι στον βασιλιά, ο οποίος θύμωσε πολύ γιατί τα είχε τσικνίσει και τον απείλησε ότι αν το ξανάκανε θα του έκοβε το κεφάλι.
Την τρίτη ημέρα το πουλί πλησίασε πάλι στο παράθυρο κι έδωσε την ίδια παραγγελία στον μάγειρα και τότε αυτός, επειδή φοβήθηκε ότι θα ξανατσίκνιζαν τα φαγητά και θα έχανε το κεφάλι του, ομολόγησε στο βασιλιά τη συνομιλία που είχε με το πουλί.
Ο Γέρμας Καστοριάς.
Μόλις το άκουσε αυτό ο βασιλιάς διέταξε να βάλλουν κόλλα στα κλαδιά του δέντρου για να κολλήσει εκεί το παράξενο πουλί και να το πιάσουν. Πράγματι, οι υπηρέτες του παλατιού το έπιασαν και το παρέδωσαν στον βασιλιά, ο οποίος το πήρε στα χέρια του και άρχισε να το χαϊδεύει. Όταν η κακιά μάγισσα το είδε αυτό τρόμαξε, άρχισε να κλαίει, είπε στον βασιλιά ότι ήταν πολύ άρρωστη και τον παρακάλεσε να σφάξει το πουλί και να το μαγειρέψει, για να το φάει η ίδια και να αναρρώσει Ο βασιλιάς όμως δεν την άκουσε, αλλά την έσπρωξε βίαια από κοντά του και συνέχισε να χαϊδεύει το κεφάλι του πουλιού. Την ώρα όμως που το χάιδευε ακούμπησε τη μαγεμένη καρφίτσα που ήταν μπηγμένη σ’ αυτό, την τράβηξε έξω και αμέσως το πουλί μεταμορφώθηκε για δεύτερη φορά και ξαναέγινε η πανέμορφη βασίλισσα του παλατιού.
Ο μάγειρας του παλατιού
Το σκίτσο ελήφθη απ' το διαδίκτυο.
Όταν το είδε αυτό ο βασιλιάς διέταξε να συλλάβουν αμέσως την κακιά μάγισσα, να τη δέσουν πίσω από ένα άλογο και να τη σύρουν στους δρόμους της πόλης για να σκοτωθεί. Κι έτσι έγινε.

Και από τότε, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Το μαγεμένο πουλί.
Η φωτογραφία ελήφθη απ' το Διαδίκτυο.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

«Η μάνα με τα τέσσιρα παιδιά». Παραμύθι αποδοσμένο στο γλωσσικό ιδίωμα του Γέρμα Καστοριάς.

Η μιλίσσα
Το κατέγραψε ο δάσκαλος Δημήτρης Γ. Παπατζήμος.

Μια φουρά κανά γκιρό, σέφκαν όλ’ μες του χουρό κί ’παν τούτου του γνουμκό:
Ήταν μια μάνα, η ουποία είχιν τέσσιρα πιδιά κι τά ’χιν όλα στιφανουμένα κι καένα δεν ίχιν μέσα στου σπιτ’. Μια μέρα λοιπόν αρρώστσιν η μάνα κι λιέει σι μια γειτόντσα τ’ς:
-     Σύρι να φουνάξεις τουν τρανό τουν γιο μ’, είντους σ’ν άκρα στου χουριό. Να του πεις, είμι βαριά άρρουστ’ κι τουν χρειάζουμι.
Παέν η γειτόντσα, φουνάζ’ τουν γιο κι τουν λιέει:
-        Έλα αγλήγουρα στου σπίτ’ σ’, η μάνα σ’ είνι πουλύ άρρουστ’. Κι να πας βουργά - βουργά.
-        Ά, κι συ, βρήκις ’ν ώρα να μι φουνάξεις. Δεν τηράς; Κόβου αγκάθια κι φράζου τα χουράφια μ’ κι να φουνάξεις κανάν άλλουν.
Γυρνά η γειτόντσα στου σπίτ κι λιέει:
-        Δεν μπουρεί φράζ’ του χουράφ’ κι μί ’πιν να πεις καναν άλλουν.
-        Δεν πειράζ, ιγώ θα πιθάνου, μα θα τουν αφήκου μιαν ιφχή: Όλα τ’ αγκάθια που κόβ’ να τουν φουρτουθούν σ’ν πλάτ’ για μια ζουή.
Ο δάσκαλος Δημήτρης Παπατζήμος,
ο καταγραφέας του παραμυθιού.
Κι έτσ’ ίγκιν ου έζγκιους (: ο σκατζόχοιρος).
-        Αχ! Καλή μ’ γειτόντσα, σύρι πε τ’ δεύτιρ’ τ’ θυγατέρα μ’ νά ’ρθ’.
Παέν’ η γειτόντσα κι τ’ λιέει:
-        Είνι η μάνα σ’ άρρουστ’ κι βουργά να πας να τ’ γιδείς.
-        Τι λιες μα, τ’ λιέει, δεν αδειάζου, δεν μπουρώ. Άναψα φουτιά να βάλλου κακάβ’ να πλύνου. Δεν τηράς που έχου ’ν κουπάνα έτ’μ’;. Κι να πεις τ’ μάνα μ’ να πάει κάνας άλλους να τ’ γιδεί.
Παέν η γειτόντσα κι τ’ λιέει:
-        Δεν αδειάζ’, κυρά μ’, η θυγατέρα σ’ νά ’ρθ’, έβαλι κακάβ’ στ’ φουτιά για να πλύν’.
-        Δεν πειράζ, λιέει η μάνα. Πιθαίνου κι ιφχή τ’ν αφήνου. Του κακάβ’ κι ν’ κουπάνα μια ζουή σ’μ' πλάτ’ ’ς να ν’ κουβαλάει.
Κι έτσ’ ίγκειν η γκαχιλώνα (: η χελώνα).
-     Αχ! Γειτόντσα μ’ καλή. Σύρι πε τ’ν άλλη τ’ θυγατέρα μ’ βουργά να έρθ’ να μι ’δεί, γιατί πιθαίνου.
Παέν’ η γειτόντσα κι τ’ λιέει:
-     Έλα, σι χρειάζιτ’ η μάνα σ’, να πας να τ’ γιδείς που είνι άρρουστ’.
- Ά! Δεν αδειάζου τώρα. Δεν γλιέπς που έχου τόσουν αργαλειό, έτμου νήμα. Να ’ν πεις να πάει κανάς άλλους να τ’ γιδεί.
Γυρνάι πίσου η γειτόντσα κι λιέει:
-          Δεν μπουρεί, έβαλι αργαλιό, εχ’ τα νήματα διμένα κι θελ’ να υφάν’. Να πεις κανάν άλλουν.
-          Δεν πειράζ', ιγώ πιθαίνου αλλά ιφχή τ’ δίνου. Μια ζουή να υφαίν’ κι αυτό να μην οτεκ’, στα σπίτια να μην τ’ θέλουν και όπου τ’ γιδούν να ’ν ξινουμούν’.
Το χωριό "Ο Γέρμας" Καστοριάς.
Άποψή του απ' το βουνό Αμάραντος.
Κι έγινι ου πάϊαγκας (: η αράχνη).
- Άχ! Γειτόντσα μ’ καλή, σι κούρασα πουλύ. Πε τ’ν άλλ’ τ’ θυγατέρα μ’ νά ’ρθ. Αρρώστσα πουλύ. Βουργά, γιατί θα πιθάνου.
Παέν η γειτόντσα, βρισκ’ τ’ν άλλ’ τ’ θυγατέρα να, ζ’μών’.
-          Ά! Ούτι ισύ αδειάζεις. Θα αδειάσεις νά ’ρθς, θα σι ξ’νείς του ψουμί κι του προυζυμ’, που νά ’ρθς !
-          Γιατί γειτόντσα μ’ καλή; ποιον να πάνου να ιδώ;
-          Να, η μάνα σ’ είνι άρρουστ’ πουλύ κι θελ’ να πας να την ιδείς, λιέει.
-          Η μάνα μ’ είνι άρρουστ; κι δεν μι του λιες τόσην ώρα; Τώρα ιά θα πάνου να τ’ν ιδώ.
Κι πως ήταν μι τα ζμάρια στα χέρια έτριξιν να ιδεί τ’ μάνα τ’ς.
-        Μάνα μ’ καλή, τί δεν μι φώναξις πού τ’ν αρχή; Κι τ' λιέει η μάνα τ’ς:
-        Αχ! Θυγατέρα μου καλή. Ιγώ πιθαίνου γι αυτό θα σ’ αφήκου μια ιφχή: Όπως τρέχουν τα ζμάρια απού τα χέρια σ’ να τρέχουν τα μέλια. Κι απού του κηρί σ’ ν’ ανάβ’ν οι άνθρώπ’ κηρί σ’ν ικκλησιά.
Κι ίγκιν η μιλίσσα.
Έτσ’ μι τού ’παν, έτσ’ του λιέου. Σαν θέλτς να του πιστέψεις κι σαν θέλτς όχ’.
Αλλά να προυσέχ’ς.
Γκαχιλώνα στο δρόμο Γέρμα - Κορησού.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Η Βράβευση του Γερμανιώτη λογοτέχνη Κώστα Δούφλια στην Καστοριά. Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014.

Ο Κώστας Δούφλιας με ένα βιβλίο του στο χέρι.
Το βράδυ της Τρίτης 11 Νοεμβρίου 2014, ο Δήμος Καστοριάς, στα πλαίσια των εορταστικών εκδηλώσεων για την 102η επέτειο απελευθέρωσης της Ορεστίδας από τον τουρκικό ζυγό, διοργάνωσε μία λαμπρή καλλιτεχνική εκδήλωση στη μεγάλη αμφιθεατρική αίθουσα του κτιρίου της ΕΔΗΚΑ. Κατά την εν λόγω εκδήλωση, ο Δήμαρχος της πόλης κ. Ανέστης Αγγελής απένειμε ενώπιον των αξιωματούχων όλων των Αρχών της περιοχής και πάμπολλων Καστοριανών, το μεγάλο τιμητικό Βραβείο - Έπαινο του Δήμου στον γνωστό και καταξιωμένο Γερμανιώτη λογοτέχνη, δημοσιογράφο και λαογράφο κ. Κώστα Δ. Δούφλια, για τη μεγάλη και ανεκτίμητη προσφορά του στα γράμματα και γενικότερα στην πνευματική Κίνηση και στα πολιτιστικά δρώμενα της Καστοριάς.
Υπέροχο εξώφυλλο
ενός βιβλίου του Κώστα Δούφλια.
Στην αναφερόμενη εκδήλωση ήταν παρόντες, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Γερμανιωτών Καστοριάς κ. Νίκος Πρώιος και αρκετοί άλλοι Γερμανιώτες, που επικρότησαν και καταχειροκρότησαν την περιγραφόμενη βράβευση του άξιου συγχωριανού τους κ. Κώστα Δ. Δούφλια.


ΣΗΜΕΙΩΜΑ Ο Κωνσταντίνος Δούφλιας γεννήθηκε στον Γέρμα Καστοριάς. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης και Κοινωνική θεραπευτική Παιδαγωγική στο Ψ.Κ.Β.Ε. Παρακολούθησε τις παραδόσεις και τα σεμινάρια Ελληνικής Ιστορίας του πανεπιστημιακού δασκάλου και ιστορικού Απόστολου Βακαλόπουλου. Από νωρίς ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και κυρίως με τη λαογραφία, την ιστορία και τον πολιτισμό της Μακεδονίας.
Ο Κώστας Δούφλιας (στο μέσον της φωτογραφίας),
κατά την παρουσίαση ενός βιβλίου του στην Καστοριά.

Ο Γέρμας Καστοριάς, η πολυαγαπημένη ιδιαίτερη
 πατρίδα του Κώστα Δούφλια.