Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

Χαρακτηριστικές Λέξεις και φράσεις τού γλωσσικού ιδιώματος Γέρμα Καστοριάς. (403 λήμματα !).

 Καταγραφή και ιδιωματική απόδοση απ’ τον Γιώργο Τ. Αλεξίου.

1). Αγάς, ο = Ο ιδιοκτήτης φορτηγών ζώων (μεταφορικώς). Π.χ. Τα μπλάρια {= μουλάρια} τ΄ Μινέλα είνι συνέχεια νηστκά κι ταλιπουρημένα. Τί να τα κάμουμι; Δεν μπουρούμι να τα βουηθήσουμι, τέτοιουν αγά έχουν.

2). Αγκαθοκόπος, ο = Η κασσάρα. π.χ. Αγόρασα ιχτές απού 'ν γΚαστουριά έναν αγκαθουκόπου που "πιτάει", είνι πουλύ αλαφρίς κι κόβ' σαν ξουράφ'.

3). Αδιά, η = η βιασύνη, η προχειρότητα. π.χ. μη κάμς ντ' δλιά σ' μι αδιά, θα γίν' στραβή.

4). Άδοτος, ο = αυτός που δεν δίνει κάτι (και όχι αυτός που δεν δίνεται, όπως είναι η σωστή έννοια της λέξης) π.χ. - Αμώ  Φρείδου (Φρειδερίκη), δώμ´ ένα σταφύλ´ για να σχουρνώ τουν πατέρα σ'. - Δεν θέλου να τουν σχουρνάς.

5). Αδουκιούμαι, - ιέσι, - ιέτι = θυμούμαι. π.χ. Ώ Γιώργου, ιχτές είδα του πιδί σ' κι αδουκίθκα ισένα, όκαχτ' είστι !

6). Αδράχνω = καίγομαι λίγο, επιφανειακά. π.χ. Έκατσα κουντά στου τζιάκ' για να πυρουθώ κι αδράχκι του πουδουνάρ' απ' του παντιλόν' μ' {: κάθησα κοντά στο τζάκι για να ζεσταθώ και κάηκε επιφανειακά η μία περισκελίδα τού παντελονιού μου) {προφανώς από το ρήμα δράττω = πιάνω}.

7). Αϊ-Δήμος, ο = το Άγιο Βήμα των ναών. π.χ. Μέσα στουν Αϊ-Δήμου βρίσκουνταν σήμιρα κι λειτούργησαν, ου Δισπότς μας κι τρείς Παπάδις.

8). Ακάτσωτος, ο = ο ζωηρός, αεικίνητος και ζαβολιάρης νέος. // η ακατσωτιά = Το αθέλητο παιδικό παράπτωμα, η παιδική ζημιά. π.χ. (ομιλεί ο δάσκαλος στον πατέρα μαθητή του:) Ου γιός σ' είνι ακάτσουτους μέσ΄ σ'ν τάξ΄ τ', κάμ' πουλιές ακατσιουτιές, όλου σκώνιτι απ' του θρανίου τ' κι πειράζ' τ'ς σ'μαθήτριίς τ'. {: Ο γιός σου είναι πολύ ζωηρός μέσα στην τάξη του, κάνει πολλές αταξίες, συνεχώς σηκώνετε απ' το θρανίο του και πειράζει τις συμμαθήτριές του).

9). Αλάδωτος και αμύρωτος, ο = αυτός που δεν έλαβε από τον ιερέα κατά τη βάπτισή του άγιο έλαιο και άγιο μύρο, και μεταφορικώς, ο αφώτιστος και δύστροπος άνθρωπος. π.χ. Φύγι απού μπρουστά μ', αλάδουτι, αμύρουτι.

10). Αλατσιά, η = Ομάδα από μεγάλες επίπεδες πέτρες επί των οποίων οι κτηνοτρόφοι σκορπούν το απαραίτητο αλάτι για να το φάνε τα αιγοπρόβατά τους.

11). Αλευριά, η = χυλός αλευριού με νερό, βρασμένος σε τηγάνι ή σε ρηχή κατσαρόλα.

12). Αμπάρα, η = Το χοντρό δοκάρι που συρόταν πίσω απ’ την εξώπορτα του σπιτιού, στην εσωτερική πλευρά της, και την ασφάλιζε.

13). Αμποίραβος, ο {από το αμοίραβος, άμοιρος ; } = ο άτυχος, ο κακομοίρης, ο αξιολύπητος. π.χ. Έπισι κι βάρισι στου χέρ' τ' ου αμποίραβους κι τώρα δεν μπουρεί να δλέψ' κι δεν έχ΄ να φάει. Και χλευαστικώς, οι κάτοικοι του χωριού Δισπηλιό Καστοριάς.

14). Ανάγκαζε = Κάνε γρήγορα τη δουλειά σου, βιάσου και μην αργοπορείς. Π.χ. Ω Νιάνιου {= Γιάννης}, ανάγκαζι, μη χασουμιράς, μη στέκισι ουρθός σαν του κούχτιου {= κουτός και ανίκανος}, ανασκουμπώσ' κι κόψι τα ξύλα γιατί θα μας πάρ' η νύχτα.

15). Αναθιμάτος, ο = ο Διάβολος.π.χ. Όταν μαλώνουμι χουρεύ' ου Αναθιμάτος.

16). Ανιμκιά, η (η ανεμικιά) = ο ανεμοστρόβιλος. π.χ. Λέει η γιαγιά στα εγγόνια της: Έμπατι μέσα στου σπίτ' γλήγουρα, γιατί έπιασι ανιμκιά, κι θα σας σκωσ' κι θα σας ανιβάσ' ουπάν στου λιφκάδ'!

17). Ανιχόρταβος, ο. {Αναχόρταγος ;} = Ο ακόρεστος, ο πλεονέκτης, ο ανικανοποίητος, ο αχάριστος. π.χ. Αυτός ου άνθρωπους είνι ανηχόρταβος, δεν χουρταίν' μι τίπουτα, τα θέλ' όλα θκα τ'.

18). Αντεροκολλήτης, ο = Ασθένεια των εντέρων, και μεταφορικώς ο πολύ αδύνατος άνθρωπος, ο λιπόσαρκος. Π.χ. Η φρείδου [: Φρειδερίκη) δεν τρώει καν κριάς κι ίγκιν αντιρουκουλλήτς.

19). Αντιριούμι = διστάζω, αμφιβάλλω, ντρέπομαι να κάνω κάτι. Π.χ. Πνώ {: πεινώ), αλλά αντιριούμι να γυρέψου ψουμί απ΄ τουν γείτουνα μ’.

20). Απαντώ (μία έννοια τής λέξης) = προστατεύω ένα κτήμα μου, απαγορεύω την είσοδο ζώων σ' αυτό. π.χ. Του λιβάδ' που έχου όξου απ' του χουριό μ' του απαντώ (ή του έχου απαντμένου), δεν αφήνου να βουσκήσουν μέσα τ' πρόβατα.

21). Αποχειρνώ = Αποχειρίζω, τελειώνω βιαστικά το ζύμωμα του ψωμιού. Π.χ. Αμώ Μπούκου {: Ευλαμπία – Ευλαμπούκω – Μπούκου), στέκα λίγου, μη διάζισι, απουχειρνώ κι έρχουμι.

22). Αποπιάνω = Ζητώ εξηγήσεις από κάποιον που με κακολόγησε αδίκως εν απουσία μου και διαμαρτύρομαι γι’ αυτήν του την ανέντιμη πράξη. π.χ. Ου Γιώργους είπι στουν ξάδιρφου τ', ότι είμι ζουλουμκιάρς {: αρέσκομαι να προξενώ ζημίες στους ανθρώπους), του έμαθα κι πήγα κι τουν απόπιασα.

23). Απουλουιέμι (απολογιέμαι) = απαντώ σε ερώτηση κάποιου, και, όταν φωνάζουν το όνομά μου. π.χ. Ιχτές του προυί ήρθα όξου απ' του σπιτ' σ' κι σι φώναξα δυνατά τρεις φουρές, αλλά ισύ έκαμις ότι δεν άκσις κι δεν απουλουίθκις.

24). Άρα - Μάρα = Ό,τι έγινε, έγινε, ας πάει στο καλό. π.χ. Έπισες πιδί μ' κι βάρισις πουλύ; Άρα - Μάρα ! Μη κλιαίς.

25). Αρκάτα (είμαι αρκάτα) = Είμαι εύκαιρος, -η, -ο. Π.χ. Ταχιά θα είμι αρκάτα κι θα πάνου στου παζάρ’ τς Χρούπστας.

26). Άρμενος, ο (ου άρμινους) = το χαμομήλι. Αρμενίζομαι = παθαίνω επιλόχια κατάθλιψη. Το ξαρμένισμα = χορήγηση αφεψήματος χαμομηλιού για ίαση λεχώνας που πάσχει από επιλόχια κατάθλιψη. π.χ. Αρμινίσκι η θυγατέρα μ' που είνι λιχώνα κι θα πάου να ντ δώσου άρμινουν.

27). Αρμένης, ο (αρμέντς) = ο ταλαίπωρος, ο φουκαράς, ο δυστυχής {ίσως από το "ο έρημος"}. π.χ. Πήγα σήμιρα του προυί στου καφινείου κι είδα μόνι 2 - 3 αρμένδις που κάθουνταν αρμένκα στς καρέκλις {Κωσταράζι Καστοριάς]. "Αρμενοχώρι" {= ερημοχώρι ;} ονομάζεται στις ημέρες μας ο μεγάλος ερειπιώνας τής αρχαίας Διοκλητιανούπολης Άργους Ορεστικού Καστοριάς. Αρμένδις = οι Κωσταραζινοί, επειδή χρησιμοποιούν τη λέξη αρμένης.

28). Αστίζω (ή ασταίνω;) = εξάπτομαι συναισθηματικά, ερεθίζομαι σεξουαλικά, αφηνιάζω. π.χ. Αυτή η χήρα γυναίκα άστσι (άστισε) από του κάτσμου (κάτσιμο) και γυρεύ' να ξαναπαντρευτεί ! Αστζμένος (αστισμένος) = ο διεγερμένος, ο δυνατός και ατίθασος. π.χ. πώς αναψουκουκκίντσις έτσ' σαν αστζμένος;

29). Αχαριάζομαι = αναγουλιάζω. π.χ. Άμα θυμθώ του (τάδε) φαΐ αχαριάζουμι (ή αχαριάζω, ή μ' έρχεται άχαρα), μ' έρχιτι να ξιράσου.

30). Αχίργου, το = Το μη αρχινισμένο, το ανέγγιχτο, το αχρησιμοποίητο. Π.χ. Του φαΐ σ' τού έχου ουπάν στου τραπέζ' κι είνι σκιπασμένου κι αχίργου. // Του φουστάν' που γλιέπς κριμασμένου είνι αχίργου, ταχιά θα του φουρέσου για πρώτ' φουρά. 

31). Αψυχώ (αψχώ) = λυπάμαι, συμπονώ κάποιον. π.χ. Αυτό τού πιδί τού αψχώ, γιατί είνι ουρφανό. / Ικείνους ου άνθρουπους είνι κακός, δεν αψχάει καέναν./ Μη ντ βαραίντς ντ γυναίκα σ', δεν ντ' γλιέπς που κλιαίει, δεν 'ν αψχάς

32). Βαραίνω 1) (Όταν η λέξη αναφέρεται για φυτά και βολβούς) = βγάζω τα πρώτα φύλλα, τα πρώτα άνθη, τις πρώτες ριζούλες. π.χ. Τουν Φλιβάρ' έκαμι πουλύ κρύου κι για ταύτου δεν βάρισαν ακόμα τα δέντρα. // Δεν αγόρασα πατάτις απού του παζάρ' γιατί ήταν όλις βαριμένις. 2) (Όταν η λέξη αναφέρεται για τον ήλιο) = ανατέλλω, εμφανίζομαι στην ανατολή. π.χ. Δεν βάρισι ακόμα ου ήλιους στου βνο.

33). Βαραίνω την καμπάνα = (μεταφορικώς) κοινοποιώ ένα μυστικό. Πχ. Μη λιέτι τίπουτα σ' αυτήν ντ γυναίκα, θα βαρέσ' 'ν γκαμπάνα" (θα το κοινοποιήσει παντού).

34). Βασλιάδι, το = το αρνίσιο κότσι, το οστάριο με το οποίο έπαιζαν πριν από αρκετά χρόνια τα μικρά παιδιά. π.χ. Έχω πέντι βασλιάδια (ή βασλιάδις) κι δέκα μπίλις στου τζιόπ μ'.

35). Βερβερίζω (βιρβιρίζου) = Πονάω υπερβολικά, τρέμω σύγκορμος από τον πόνο. π.χ. Πάτσα ιπικ(τ)ιώρ' ένα καρφί κι βιρβέρσα απού τουν πόνου. (: πάτησα προηγουμένως ένα καρφί και πόνεσα πάρα πολύ, τρέμω από τον πόνο).

36). Βιλούσκα, η = Το πηρούνι. Π.χ. Πήγα ιχτές στου παζάρ’ τς Χρούπστας κι αγόρασα τρία χλιάρια και δγιό βιλούσκις.

37). Βιράνκο, το = το άτυχο, το κακότυχο, το ταλαίπωρο. π.χ.  Του πιδί τ' Κουτούλα {= Κώστα) πήγι σν γΚόζιαν να βρει δλειά, αλλά δε βρήκι κι τώρα του βιράνκου δεν έχ' να φάει.

38). Βογκούρι, το (Βουγκούρ') = το μικρό απαίσιο σκουλήκι που έχει πολύ βραχύ και χοντρό σώμα. π χ. Η φουράδα μ' γλύστρισι, έπισε, τσάκσι του πουδάρ τς κι η πληγή τς θυμουβόλτσι, μόλιουσι κι γιόμσι βουγκούρια.

39). Βούλωμα, το = η τάπα, το πόμα ενός μπουκαλιού, ενός δοχείου.

40). «Βουργάρικο κεφάλι» = αγύριστο κεφάλι, ο ισχυρογνώμων. Π.χ. Ου αξάδιφους μ’ ου Λιώλιας (: Γιώργος}, άμα πει ένα λόγου δεν τουν αλλάζ’ μι τίπουτα, βουργάρκου κιφάλ’.

41). Βούτσου, η (βούτσω) = η χοντρή και βρώμικη γουρούνα, η σκρόφα, και μεταφορικώς η εύσωμη και βρωμιάρα γυναίκα. /// Βουτσιούμαι, -ιέμαι = κυλιέμαι στα λασπόνερα. π.χ. Η βούτσου μας όλ'ν τ' μέρα βουτσιέτι στου αυλάκ' μι τς λάσπις.

42). Βρουντάει ου τζιόπς (Βροντάει η τσέπη του). = Αυτός έχει πολλά χρήματα. Π.χ. Έπισι η αποθήκ’ τ’ Λιγουνίδα, αλλά καν δεν τουν μέλλ’ γιατί βρουντάει ου τζιόπς ‘τ.

43). Βρουχός, ο = το καλοπλυμένο ρούχο, το κάτασπρο, το πεντακάθαρο. (χρησιμοποιείται αποκλειστικά για ασπρόρρουχα) π.χ. Ιχτές πήγα στου πουτάμ' κι έπλυνα τα ρούχα μ', τα βάρισα πουλύ ώρα μι τουν κόπανου, βρουχός γίνγκαν. Τα γαργαρόπλυνα τα ρούχα μ' κ' ίνγκαν βρουχός.

44). Γαίμα = αίμα. Γήλιους (ήλιος). Γήμιρους (ήμερος). Γείνουρου (όνειρο). Γυφαίνου (υφαίνω). Γυνί (υνί), κ.ά. (Αρκετές λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν προφέρονται με ένα -γ- μπροστά τους).

45). Γαλοβύζι, το = το μπουκάλι θηλασμού των βρεφών, το μπιμπερό. π.χ. Αμόρ' Κούσιου {: Γλυκερία - Γλυκούσιω - Κούσιω}, δώσι μι του γαλοβύζ' για να του βάλου να βζαξ του τσιούτσιανου του πιδί. (μήπως λεγόταν αρχικώς γυαλοβύζ, δηλαδή γυάλινο βυζί;).

46). Γαλλού, η. = Καθηγήτρια Γαλλικών. Λέγεται στο Γυμνάσιο και Λύκειο του Άργους Ορεστικού. π.χ. Αύριο έχουμε μάθημα με τη Γαλλού // Αγγλού, η = η καθηγήτρια Αγγλικών.

47).  Γαρδουλνώ = Ξύνω με το κουτάλι το φαγητό απ’ τον πάτο τής κατσαρόλας, τού τηγανιού, τού κακαβιού. Π.χ. Ου Τσιόλης (= Χριστόδουλος) ιχτές ήταν πουλύ νηστκός κι έφαγι όλου τού φαΐ απ’ τουν τέντζιαρ, γαρδούλτσι τ’ αγγειό.

48). Γεροφαγούρας, ο = Ο γέρος που γκρινιάζει διαρκώς και χωρίς σοβαρή αιτία, κι ευρύτερα, ο εριστικός άνθρωπος που «τρώγεται με τα ρούχα του». Π.χ. Πιδί μ’ Νικουλάκ’, κάτσι φρόνιμα, γιατί θα ’ρθω ταχιά στου δάσκαλου σ’ κι θα τουν πω ότι στου σπίτ’ είσι γιροφαγούρας.

49). Γιαπί, το = ο σωματότυπος, η σωματική κατασκευή. Π.χ. Τρως, τρως, αλλά δεν αδυνατίζεις, μη πιδεύισι, τέτοιου είνι του γιαπ΄σ’.

50). «Γιέ μου» = Καλέ μου, αγαπητέ μου.// Συμπαθητική προσφώνηση, που χρησιμοποιείται απαράλλαχτη για τον άνδρα, για τη γυναίκα, για το παιδί. π.χ. Γιέ μου Γιώργο. Γιέ μου Χριστίνα {!}. Γιέ μου παιδί {!}.

51). Γινήματα, τα = Τα γεννήματα, τα σιτηρά.

52). Γινωμένη (γινμέν") πίτα = Η πίτα που το αλεύρι της ζυμώθηκε με προζύμι ή με την ανάλογη μαγιά. Π. χ. Ιμένα μ' αρέζ' η γινμέν' πίτα, ιπειδή είνι αφράτ'.

53). Γκάγκας, ο = το ψηλό, γεροδεμένο και άγαρμπο άλογο ή μουλάρι, και μεταφορικώς ο εύσωμος και ολίγον αφελής άντρας. π.χ. Ιπρουχτές αγόρασα απ' του ζωουπάζαρο ένα μπλάρ’ γκάγκα. Ου χρόνους θα δείξ' αν έκαμα καλή αγουρά. /// Έχου έναν αξάδιρφου γκάγκα. Είνι ψιουλός, γιρός αλλά τιμπελχανάς.

54). Γκαζόζα, η = Η σχετικώς μεγάλη μπίλια τού ανάλογου παλαιού παιδικού παιχνιδιού. Π.χ Ιγώ αγόρασα ιχτές απ’ τού παναΰρ’ τς Χρούπστας (: Άργους Ορεστικού) τρεις μπίλιις γκαζόζις κι πέντι μκρες μπίλιις.

55). Γκανταλνώ = γαργαλώ. π.χ. Μη του γκανταλνάς του πιδί στς αμπασχάλις, θα σκάσ' απού τα γέλια

56). Γκαχιλώνα, η = η χελώνα της γης, της ξηράς, γηχελώνα, (για διάκριση απ’ τη νεροχελώνα). π.χ. Ιχτές είδα δυο γκαχιλώνις στου χουράφ΄ μ’ κι μια νιροχιλώνα στου πουτάμ’.

57). Γκραμπατσώνω = πληγώνω με τα νύχια μου κάποιον. Π.χ. όρμησι η γυναίκα τ΄ κι τουν γραμπάτσουσι στα μούτρα.

58). Γκόλιαρος, ο  = ο γυμνοσάλιαγκας. (Και μεταφορικώς) = ο χοντρός και ροδοκόκκινος άνθρωπος.

59). Γκόλιος, ο. Γκόλιαβος, ο  = ο γυμνός, ο ανένδυτος.

60). Η γκόλνα = η γυμνή, η άδενδρη βουνοκορφή.

61). Γκολιαμπίζομαι = ξεγυμνώνομαι και κάνω πρόχειρο μπάνιο σε μεγάλη λεκάνη ή σε ποτάμι. Π.χ. Ιχτές του μισμέρ’ πήγα στ’ Τζιούπ’ {= στουΤζιούπη) του μύλου, ξιγκουλιώθκα {= ξεντύθηκα) κι γκουλιαμπίσκα κάμπουσ’ ώρα. Όταν έφιϋγα είδα παρακάτ’, σντ’ Ζγούρα του μύλου δγιό – τρία μκρά πιδιά που μπατσιαλέουνταν με τα νιρά.

62). Γκότζβας, ο = ο κότσυφας. Π.χ. Ιχτές ήρθαν όξου απ' του σπίτ' μ', σμ πιρουγλιά μ' πέντ΄ - έξ γκουτζβέ.

63). Γκουφάρι, το = ο γοφός. π.χ. Σιούκουσα μια πουλύ βαριά πέτρα κι μι πόνισι του γκουφάρ'.

64). Γκνούσας, ο : (κυριολεκτικώς) = ο έχων υπνηλία. /// Μεταφορικώς = ο νωθρός, ο αργοκίνητος. π.χ. Βάδιζι γλήγουρα, μη πιρπατάς σαν τουν γκνούσα.

65). Γκρινιάζει: Λέγεται για σωματική πληγή και σημαίνει τον υπερβολικό ερεθισμό της και τη γάγγραινα. π.χ. μη πειράειζς του βάρεμα στου πουδαρ' σ', γιατί θα γκρινιάξ - θα γκρινιάξ κι θα στου κόψουν.

66). Γκυλνώ = κυλώ. Γκυλνιούμι = κυλιέμαι. Γκυλτζμένους = κυλισμένος. Γκυλιστήρ = κυλιστήρι (: ράβδος παιδικού παιχνιδιού με ρόδα στην άκρη της).

67). Γκύλιαντρους = καρούλι με κλωστή ραψίματος.

68). Γλύστρα, η = Σκουλίκι ποικίλου μεγέθους που ζει παρασιτικώς μέσα στο στομάχι και στα έντερα ανθρώπων και ζώων και αποβάλλεται με την αφόδευση. Τα αβγά του προσλαμβάνονται με την πόση ακάθαρτου νερού. Π.χ. Αμόρ Μαϊούλου {: Θωμαή – Θωμαϊούλου – Μαϊούλου), μη πίντς νιρό απ’ αυτήν ντ βρύσ’, δεν είνι καλό, είνι νταλκονέρ’, θα γιουμίσουν τ΄ άντιρα σ’ γλύστρις.

69). Γουμαριάζω = 1) φέρομαι ξεδιάντροπα. π.χ. Ω Μινέλα (Μενέλαε), τώρα που θα βγεις στου Παζάρ' να είσι φρόνιμους, να μη γουμαριάιζς, γιατί σι γλιέπ ου κόσμους. // 2) Μεγαλώνω γρήγορα και ανεπιθύμητα. π.χ. Γυναίκα, η θυγατέρα μας η Βιλλούδα ( = Αραβέλλα) γουμάριασι, πρέπ' "σών' κι καλά" να 'μ παντρέψουμε φέτους, γιατί θα 'ν έχουμι για κρύου νιρό.

70). Γουμαρομούτρο, το = Ο άνθρωπος που έχει σχετικώς μεγάλο πρόσωπο (απαξιωτικός και υβριστικός χαρακτηρισμός). Π.χ. Όταν ήμαν σν γΚαστουριά απέρασι απ’ αμπρουστά μ΄ ένας πουλύ άσχημους άνθρουπους, ένα γουμαρουμούτρου.

71). «Δεν είναι για ημέρα» = Το πολύ άσχημο, που δεν πρέπει να εμφανιστεί στο φως της ημέρας, που δεν πρέπει να γίνει γνωστό. Π.χ. Η Τσιουβούλα (: Παρασκευή) αγόρασι απού ’ν γΚαστουργιά ένα φουστάν’ κάνγκαπόταβου {: μη χειρότερο), δεν είνι για μέρα.

72). Διαβάτης (ου διαβάτς) = (μεταφορικώς) πόνος περαστικός. Διαβαίνω = αναρρώνω, γίνομαι ξανά υγιής. π.χ. Μι πουνάει η μέσ', διαβάτς να είνι.

73). Διαλάζει = αστράφτει στον ουρανό, πέφτουν αστραπές (ίσως από το διαλάμπω). π.χ. Σήμιρα του προυί διάλαζι, του μισμέρ' μπουμπούντζι, του δειλνό έβριχι κι ύστιρα βήκι στουν ουρανό του δουξάρ'.

74). Διαολαριά, η ( από το διάολος) = η νεαρή γυναίκα, η κοπέλα που αρέσκεται να πειράζει τους άλλους και να αστειεύεται μαζί τους. π.χ. Σήμιρα του μισμέρ' ήρθαν τρεις διαουλαριές τς γειτουνιάς στου σπίτ' μ' κι μ' έφαγαν όλα τα δαμάσκνα.

75). Διάτανος, ο = ο διάβολος. π.χ. Να σι πάρ' ου διάτανους, μι τρόμαξις μι του τφέκ' σ'.

76). Δουξάρ΄ (δοξάρι), το = Το ουράνιο τόξο. π.χ. Το ουράνιο τόξο. Π.χ. Βήκι του προυί στουν ουρανό τού δουξάρ΄ «κι ένα – κι ένας» {= αμέσως) σταμάτσι η βρουχή.

77). Δραχμάμης, ο = Ο υπερβολικά φιλοχρήματος, ο τσιγκούναρος. π.χ. Αυτός είνι τρανός δραχμάμς, άμα ιδεί λιφτά τριλιαίνιτι, ούτι στουν άγγιλου τ' δε δίν' νιρό

78). Διπλό, το = Το κέρμα των δύο δραχμών, των δύο ευρώ κλπ. Π.χ. Σήμιρα του προυί πήγα {: μετέφερα) μήλα στ' θειά μ' κι μ' έδουκι ένα διπλό.

79). Δυναστεύω = καταπονώ κάτι, το κουράζω. π.χ. Πιρπάτσα πουλί ιχτές, δυνάστιψα του πουδάρ μ' κι τώρα μι πουνάει.

80). Δώμ' του ψάρ΄ κι να τουν παρά, κι όχ' να τουν παρά και δώμ' του ψαρ' = δώσ' μου το ψάρι και να τον παρά. Π.χ. Τώρα τς γιουρτές που θα πας στου παζάρ’ να ψνίσεις να θμάσι: Δώμ' του ψάρ΄, κ.λ.π.

81). Έβγαλε μαλλί = ενηλικιώθηκε το παιδί. Π.χ. Ου αμψιός μ’ τράνιψι τώρα, έβγαλι μαλλί (ενν. στα απόκρυφα σημεία του). Η θυγατέρα μ’ μάλλιασι κι πρέπ’ να ’μ παντρέψουμε.

82). Εμ αρνάτα, εμ μαλλάτα, εμ αρνί θηλκό. Το έλεγαν για κάποιον που ζητούσε για τον γιό του μεγάλη προίκα: Δηλαδή, ζητάει πρόβατα, που να έχουν, και αρνιά, και μαλλί, κι επί πλέον τα αρνιά τους να είναι θηλυκά !

83). Έμπυος, ο = το πύον. {αρχαιοελλ. "το πύος"= το σεσηπός αίμα, και "το έμπυον"= το γαλακτώδες τη ομοιότητι υγρόν}. π.χ. Ιχτές πάτ(η)σα ένα καρφί, που ήταν μουρντάρκου κι θυμουβόλτσι του πουδάρ' μ' κι σήμιρα έτριξι έμπυος.

84).  «Έπιασε η τσούρα του ούρδα»= α) Μεγάλωσε ο νεαρός, έχει γύρω στη βάλανο τού πέος του σωματικό λίπος. β) = Είναι ψωροπερήφανος. Π.χ. Ου Τζήκας κέρδισι στου λαχείου κάμπουσα χρήματα κι τώρα δεν καταδέχιτι να μας μιλήσ’ «έπιασι η τσούρα τ’ ούρδα».

85). Ετοιμάζω (τμάζου) και "του τμάσμου" {: το ετοιμάσιμο, το ετοίμασμα}. (Κατά το χτίζω - χτίσιμο). = η τελική και καθοριστική πρόσθεση σε νερόβραστη φασολάδα, ενός κρεμμυδιού τσιγαρισμένου σε λάδι και πιπέρι, ντομάτας, δυόσμου, σέλινου, καρότου κ.ά. π.χ. Αμόρ' μάνα, τα φασούλια στου τσκάλ' έβρασαν, να τα τμάσου;

86). "Έχω χέρι" (Μεταφορικώς) = Είμαι εκ γενετής κι εκ πεποιθήσεως κλέφτης. π.χ. Αυτός ου άνθρουπους έχ' χέρ', όπ' κι να πάει δεν αφήν' τα δυο αντάμα (δηλαδή, εάν ιδεί κάπου δύο αντικείμενα, το ένα πρέπει οπωσδήποτε να το κλέψει)

87). Ζαρώνω (μία απ'τις έννοιες του) = ξαπλώνω πρόχειρα και λαγοκοιμάμαι για λίγο. π.χ. ιχτές του προυί ήμαν πουλύ κουρασμένος, ιυτυχώς του μισμέρ' ζάρουξα στου ντιβάν' κι τουν πήρα (τον ύπνο) για λίγου.

88). Ζγκαρλίζω, ή και καρλίζω = γρυλίζω. π.χ. του γουρούν' μας ζγκαρλίζ', θα έχ' "ζγκαρλίτσα" {= εξόγκωμα στον ουρανίσκο του}, πρέπ' να ’ν γκόψουμι μι του ξουράφ'. // Αυτός ου άντρας είναι πουλύ κακός, δεν αφήν' ντ' γυναίκα τ' ούτι να καρλίξ. { Μερικά οικόσιτα γουρούνια είχαν στον ουρανίσκο τους τη λεγόμενη "ζγκαρλίτσα", που ήταν μία αφύσικη κρεάτινη σταφυλή, που τα ενοχλούσε και τα ωθούσε να γρυλίζουν διαρκώς. Έμπειροι χωρικοί έκοβαν τη "ζγκαρλίτσα" με ένα ξυράφι και το γουρούνι αμέσως ηρεμούσε.

89). Ζιάκας, ο = Ο κοντός και αδύναμος άντρας που θεωρεί τον εαυτό του γερό και ικανό. Π. χ. σίμιρα τού προυί ήρθι ου Κόιας {: Νικόλας – Κόλας – Κόιας} στου μαντρί μ’ κι θέλτσι να σκώσ’ ένα τρανό τσιουβάλ’ καλαμπούκ’, αλλά δεν μπόρισι, γιατί είνι ζιάκας.

90). Ζιαμπουλιάζω = ζουλίζω ένα φρούτο, ένα αντικείμενο που έχει μαλακή υφή. π.χ. Τα θκα σ' τα λόια (είναι) σύκα κι ζιαμπουλιάζουνται, τα θκα μ' καρύδια κι ρουπουτούν {: τα δικά σου τα λόγια είναι σαν τα σύκα που ζουλίζονται αθόρυβα, ενώ τα δικά μου είναι σαν τα καρύδια που σπάζουν και κάνουν θόρυβο} (λαϊκή παροιμία).

91). "Ζιάρη στην καρδιά” = αναμμένα κάρβουνα στην καρδιά {: πολύ μεγάλη συναισθηματική πίεση, ψυχικός πόνος). πχ. Γιατί φουνάιζς τόσου πουλύ, αμώρ Τσιουβόύλα {: Παρασκευή) ; δε σ' έβαλα κι ζιαρ' σν γκαρδιά ! {Τυπική έκφραση).

92). Ζιβζέκας, ο = Ο διαβολέας, ο άνθρωπος που διαβάλει τους συνανθρώπους του, που «παίρνει λόγια απ’ τον έναν και τα πηγαίνει στον άλλον», αυτός που αρέσκεται να δημιουργεί έριδες μεταξύ των ανθρώπων, που ηδονίζεται όταν τους βλέπει να μαλώνουν. // πρόκειται για πολύ μεγάλο ανθρώπινο πάθος και αμάρτημα. Μέγιστος διαβολέας είναι ο Διάβολος, που πήρε το όνομά του εξ αυτής της φοβερής ιδιότητάς του. Π.χ. Ου γείτουνας μ’ ου Θανάισς είνι τρανός ζιβζέκας, φλάξ όταν τουν γιδείς στουν δρόμου σ’, πέτουν μόνι καλημέρα, καλησπέρα κι τίπουτα άλλου.

93). Ζβαρτανέλα, η = το αταίριαστο μακρύ και φαρδύ φουστάνι των γυναικών. Π.χ. Ήταν στ´ χαρά {: γάμο) τ´ Μπίτιου {: Δημήτρη} κ´ η ξαδέρφ´ τ´ η Πινίκου {: Ελπινίκη} κι φουρούσι ένα φουστάν´σβαρτανέλα, σβαρνίζουνταν στου χώμα.

94). Ζιούλα, η = το υπερώριμο φρούτο, συνήθως αχλάδι. π.χ. Ιχτές πήγα στου χουράφ' μ', ανέφκα' σντ γκουρτσιά μ' κι έφτασα {= έμασα} πεντ' - εξ ζιούλις.

95). Ζιούλτακας, ο = Το μικροκαμωμένο και διαβολεμένο παιδί. π.χ. Ου Τσιότσιους {= Χρυσόστουμους > Χσυόστουμους > Τσυότσιουμους > Τσυότσιους} έχ' ένα πιδί ζιούλτακα, όλ' μέρα παίζ' κι κάμ' ζαράλια, πουτέ δεν ειρηνεύ'.

96). Ζιούπος, ο = ο πολύ κοντός άνθρωπος, ο βραχύσωμος. π.χ. Αμπρουστά πιρπατούσι ένας αψηουλός άντρας κι απού πίσου τ' τουν ακλουθούσι ένας ζιούπους, που δεν φαίνονταν απού ντ' γης.

97). Ζμάτζμα. Ζούλγμα. Ζούπμα. π.χ. Τα ρούχα μας θέλουν ζμάτζμα {: ζεμάτισμα) στου κακάβ, τα μήλα μας θέλουν ζούλγμα {: ζούλιγμα) για να φτάσουν {: ωριμάσουν), και η πίτα θέλ' ζούπμα {: τρύπημα) για να ψηθεί καλά.

98). Ζμίδι, το = το διετές γουρουνάκι. π.χ. Ιγώ έχου κι ταΐζου μια σκρόφα, πέντι μπζιούνια {: βυζούνια) κι τρία ζμίδια.

99). Ζουλουμκιάρης, ο = Αυτός που αρέσκεται να προξενεί ζημίες, να βλάπτει τους ανθρώπους. π.χ. Ου ξάδιρφους μ' είνι ζουλουμκιάρς άνθρουπους, αφήν΄ τα πρόβατά τ΄ να φαν' τ' κόσμ' τα γινήματα.

100). Ζουλνώ = ζουλώ, ζουλίζω, πιέζω με το χέρι μου κάτι εύπλαστο και μαλακό όπως η σάρκα. π.χ. Όταν ζουλνώ του πουδάρ' μ', πρήζιτι κι μι πουνάει.

101. Ζουρνάς, ο = Η μύτη, η μουσούδα του γουρουνιού. Π.χ. Ου μπίτσιος μ’ (: το γουρούνι) έσκαψι μι τουν ζουρνά τ’ όλου του χουράφ μ’, μ’ έκαμι τρανό χατά.

102. Ζουτλάρς, ο = αυτός που ζητιανεύει, που κλέβει. Π.χ. ήρθι προυχτές κι γκιζιρούσι στου χουριό μας ένας ξένους ζουτλάρς μι μια τραγατσίκα στουν ώμου τ’ κι έκλιψι 2-3 αγγειά απού τς νουβουροί.

103. Θέλνου (=θέλω). Θέλνν (θέλουν) (με δύο -ν-). Λύλνου (= λύνω). Λύλνν (= λύνουν). Δέλνου (= δένω).δέλνν (= δέλνουν). κ.ά.

104. Θυμοβολάει (η πληγή) = ερεθίζεται, πρήζεται, κοκκινίζει. π.χ. Ιχτές βάρισα του πουδάρ'  μ' κι σήμιρα θυμουβόλτσι κι μι πουνάει.

105. Ιμπρέτσα= αγανάκτησα, έσκασα, δεν αντέχω άλλο πια. π.χ. Ου Νίκους δε θέλ' να δλιεψ κι όλ' μέρα γκρινιάζ', ιμπρέτσα να τουν ακούου, δεν αντέχου άλλου

106. Ιπικιώρ και ιπιτιώρ = πρωτύτερα, προηγουμένως.// π.χ. Είδα ιπικιώρ τουν Γιάνν' κι ήταν αξούρστους ! Πώς πήγι έτσ' σ'ν εκκλησιά;

107. Ίπουρα, τα = Τα οπωροφόρα δέντρα ως γενικό και ακαθόριστο σύνολο. π.χ. Ιφέτους τουν Φλιβάρ' έκαμι καλόν κιρό κι βάρισαν {: έβγαλαν φύλλα και άνθη) όλα τα ίπουρα.

108. Ισιάδα, η = η αλήθεια, η ειλικρίνεια. π.χ. Νίκου, θέλου να μι πεις 'ν ισιάδα, ισύ πήγις ιχτές του βράδ' στ' αμπέλ' μ' κι έφαγις τα σταφύλια μ' ;

109. Ισκιάδια, τα = Τα φυλλοβόλα δέντρα που κάνουν ίσκιο, σκιά. π.χ. Φέτου δεν έμασα πουλύ καρπό απ’ του χουράφ’ μ’ γιατί έχ’ μέσα πουλλά ισκιάδια.

110. Ισκιόβουλο, το = ο σκυθρωπός, αγέλαστος και απλησίαστος άνθρωπος. π.χ. Στουν γάμου ήταν και η – τάδε - (γυναίκα), κάθουνταν μόναχ' σ'ν άκρα σαν ισκιόβουλου. {: Στον γάμο ήταν και η – τάδε -, καθόταν μόνη στην άκρη σαν ισκιόβουλο}.

111. Ίσκιος, ο (μία σημασία του) = ο νυχτερινός εφιάλτης, ο νυχτερινός τρόμος. π.χ. Ιψές τα μισάνυχτα μι "πάτσι" {πάτησε) ίσκιους", τρόμαξα πουλύ κι δεν μ' ακόλλτσι { κόλλησε) ύπνους μέχρι του προυί. {

112. "Καένας", με την έννοια τού "κάποιος κάποτε". π.χ. Καένας ήρθι σντ' Γέρμα ν' αγοράσ' φασούλια, κι αντί για φασούλια αγόρασι μπζιούνια {: βιζούνια, γουρουνόπουλα} ! (Τη λέξη "κανένας" μ' αυτήν την έννοια τη χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά οι παλαιοί Γερμανιώτες όταν αφηγούνταν διάφορες ευτράπελες ιστορίες και παραμύθια).

113. Καζιάκαρος, ο = Αυτός που σηκώνεται και στέκεται διαρκώς όρθιος. Π.χ.

a. Κάτσι κάτ΄ αρέ, τί όλου σκώνισι κι στέκισι ουπάν στου κιφάλ’ μ’ καζιάκαρους !

114. Καθαρίζω = (μεταφορικώς) ευνουχίζω μικρό ζώο, συνήθως γουρούνι και σκύλο. π.χ. ταχιά θα καθαρίσουμι του γουρούν' μας.

115. Κακανιάζω = Συνουσιάζομαι παρανόμως με γυναίκα. Λέγεται για άντρα που έρχεται σε παράνομη σαρκική επαφή με γυναίκα. π.χ. Αυτός κακάνιασε προυχτές τ' Λιυτέρου {: Ελευθερία} στου αμπέλ' τς. (Απαξιωτική η έννοιά του, κυρίως για τη γυναίκα). Την ίδια έννοια έχουν μεταφορικώς και οι λέξεις, φιδιάζω, ζουπώ, βατεύω, καβαλικεύω, και «κάνω άσχημα λόγια».

116. Κακιώσας, ο. (η κακιώσω, το κακιώσαβο).= Ο εύθικτος και θυμωμένος χωρίς σημαντική αιτία. π.χ. Η Μπούκου {= Ευλαμπία} είνι πουλύ κακιώσου. Ιχτές κάκιουσι χουρίς λόγου κι 'ν είπα να πάει να πιει ξύδ'.

117. Κακουλαλώ (κακολαλώ) = κατηγορώ κάποιον αδίκως εν απουσία του. π.χ. Τώρα μόλις πιγκώθκα, κάποιος μι κακουλάλτσι. (: Τώρα μόλις κατάπια στραβά τη μπουκιά μου, κάποιος θα με κατηγόρησε άδικα).

118. Κακοσταύρωμα., το = Ο κακός άνθρωπος, τον οποίον για κακή μου τύχη συναντώ στον δρόμο μου. Π.χ. Σήμιρα δεν θα πάει η μέρα μ’ καλά. Προυί - προυί είδα μπρουστάμ τού κακουσταύρουμα τουν Λιόλια.

119. Καμπάκι, το = κολοκυθάκι. π.χ. Ιχτές αγόρασα απ' του Παζάρ δγυο κιλά καμπάκια κι τρεις σαλάτες {= αγγούρια}.

120. Κάν’ = Καθόλου. Π.χ. Ώ Τσιότη {: Χριστόφορε – Χστιόφορε - Τσιόφορε - Τσιότη), πόσου μέλ΄ θ’ αγουράσεις φέτους; - Καν μέλ’ δεν θ’ αγουράσου, αξάδιρφι μ’ Κάτσιου {Αθανάσιος – Νάσιος - Κάτσιος}, γιατί είνι πουλύ ακριβό.

121. Κανιάζω = κλαίω γοερά επί πολλή ώρα. π.χ. του μκρό του πιδί ξύπνησι κι κάνιασι να κλιαίει.

122. Κανκαπόταβος, ο, η, το = ο πολύ άσχημος, ο πολύ άνοστος, ... π.χ. Του αυτοκίνητου που αγόρασις είνι κανκαπόταβου.// Του φαΐ που έφκιασις είνι κανκαπόταβου.

123. Καπισιόλ', το = το μικρό σκουφάκι - καπελάκι τού βρέφους.

124. Καρακόθκα (καρακόπηκα;) = έχω έντονον παροδικόν μυϊκόν πόνο στον αυχένα, στην ωμοπλάτη, στη μέση, λόγω ψύξης ή έντονης εργασιακής καταπόνησης τής αντίστοιχης σωματικής περιοχής. π.χ. Κρύουσα πουλύ ιχτές σντ' δλειά μ', ίδρουσα κι καρακόθκα στου σβέρκου. Τώρα δεν μπουρώ να γυρίσου του κιφάλ μ', ούτι δέξια, ούτι ζέρβα. (κάρα + κόπηκα = “κόπηκε” η κεφαλή μου; ή έπαθα μαύρο “κόψιμο”;).

125. Καρτσούκι, το. = Το ισχνό και γκρινιάρικο γουρούνι που έχει μυτερό ζουρνά (: μουσούδα). Π.χ. Έχου ένα γουρούν’ καρτσούκ΄. Τρώει – τρώει κι ένα νύχ’ κριάς δεν βαν’. Μεταφορικώς: Καρτσούκας, ο  = ο αδύνατος, πολυπράγμων και πονηρός άνθρωπος.

126. Κάσια, η = Η μαγιά ή και το προζύμι τού ρεβυθένιου μυρωδάτου ψωμιού τής Μεγάλης Παρασκευής, που το ζυμώνουν οι νοικοκυρές στην περιοχή τής Καστοριάς κατά τη Μεγάλη Πέμπτη. Εμπεριέχει αρκετά αρωματικά βότανα, όπως είναι η κάσια (= κανέλλα), ο βασιλικός, η μαντζουράνα κ.ά. Π.χ. Ταχιά πού ’νι Μιγάλ' Τιτάρτ΄ θα πάνου στ' θειά μ' 'ν Όλγα να χαλιέψου ψίχα κάσια για να ζμώσου τ' Μιγάλ' μΠέφτ' του ρουφτένιου ψουμί τς Μιγάλτς Παρασκιυής.

127. Κάτ – καλά = Πάλι καλά, ευτυχώς. Π.χ. «Κάτ – καλά (= ευτυχώς) πως είμι αρκάτα (= εύκαιρη) για να παρηγουρώ του χωριό». Παροιμία που την έλεγαν παλαιότερα όταν αναφέρονταν σε ανήθικη γυναίκα

128. Κατρανιά, η = Η πονεμένη και δυστυχισμένη γυναίκα (ίσως από την λέξη κατράμι). Π.χ. Σήμιρα του προυί είδα σν εκκλησιά τ´ Μπούκου {Ευλαμπία > Ευλαμπούκου > Μπούκου}, έκλιγι η κατρανιά, απόμνι μόναχ´ στουν κόσμου κι δεν έχει να φάει.

129. Κατράναβους, ο = μαύρος σαν το κατράμι. Μεταφορικώς = δυστυχισμένος, ταλαιπωρημένος,  π.χ. Ου κατράναβους ου Γιώργους έχασι ντ' γυναίκα τ'.

130. Καχίρ, το = σοβαρή ασθένεια, ο καρκίνος. π.χ. Να μη στιναχουριέσι πουλύ, γιατί θα βγάλτς κανά καχίρ.

131. Κάχτα, η = Το ξηρό και ώριμο καρύδι που έχει αποβάλει το εξωτερικό του πράσινο περίβλημα.

132. Καψοπαίδι, το = το "καμένο", το δυστυχισμένο, το ταλαιπωρημένο παιδί. π.χ. Τί να κάμ' κι αυτό του καψουπαίδ΄ ! πέθαναν οι γουνείς τ' κι απόμκι μόναχου στουν κόσμου. {: Τι να κάνει κι αυτό το δυστυχισμένο παιδί ! πέθαναν οι γονείς του και έμεινε μόνο του στον κόσμο}.

133. Κεραμιδάς, ο = Το μεγαλόσωμο ποντίκι που ζει στα κεραμίδια τής στέγης των σπιτιών. Π. χ Του σπίτ’ μ’ έχ’ ουπάν στου τσιατί τ’ {: στη σκεπή) 2-3 κιραμδάδες, που όλ’ ’ν νύχτα πχιαλούν σιαπάν’ – σιακάτ’ κι δεν μ’ αφήν’ ’ν να κοιμθώ. {σημ. Το μικρό ποντίκι λέγεται μοσχοπόντικο, μουσμούτι, σκομπουρίτης}.

134. Κιρνώ {: κερνώ) = εορτάζω κατά την ονομαστική μου εορτή. Π.χ. – Ω΄ Γιώργου, ταχιά θα κιράσεις ; - Όχ’, είμι λυπμένους {: πενθώ}.

135. Κλάψας, ο (η κλάψου, το κλάψαβου) = Ο μεμψίμοιρος, ο γκρινιάρης, αυτός που ελεεινολογεί τον εαυτόν του. π.χ. Ου ξάδιρφους μ' ου δάσκαλους είνι μιγάλους κλάψας, συνέχεια λιέει ότι δεν τουν φτάνουν τα λιφτά που παίρν'.

136. Κλητική προσφώνηση: Τα αρσενικά και τα ουδέτερα ονόματα με το άρθρο -ω-, ενώ τα θηλυκά με το -μω- και με το αμόρ'. π.χ. Ω' Γιώργο, έλα ιδώ. /// Ω' πιδί, φόρισι τα παπούτσια σ’ /// Μώ Λιένη, πήγινε ικεί./// Aμόρ' Χρυσούλα, διάβασι το βιβλίο σ’. [Το αμόρ' ίσως από το αμόρε].

137. Κλιαμένο, το = αυτό {: σπίτι, οικόπεδο, κτήμα κ.ά.} που πουλάει, που αποχωρίζεται κάποιος εξ ανάγκης. Π.χ. Μην του παίρντς αυτό του σπίτ' απ' τουν (τάδε) γιατί είνι κλιαμένου, του πλάει ιπιδή αρρώστσι. Ιφόσουν μπουρείς κι θέλτς να τουν βουηθήσεις, βόηθησέ τουν αλλιώς να σι ιδεί κι ου Θιός. Άμα του πάρς δεν θα ιδείς χαΐρι απ' τ' αυτό.

138. Κλιάφ, το = είδος καπέλου, όμοιο με μπερέ. Π.χ. Μ’ έπλιξι η μάνα μ’ ένα πουλύ καλό μαύρου κλιαφ, το βάνου στου κιφάλ’ κι δεν κρυών’.

139. Κλιούγκι, το (κλιούγκ') (όχι κιούγκι) = το ένα άκρο, το μυτερό, απ΄ τα δύο που έχει ένας κασμάς, μια αξίνα. Στην Κοζάνη σημαίνει το δρεπανοειδές σφυρί, ενώ στο Βογατσικό Καστοριάς ονομάζεται έτσι το ράμφος των πτηνών. Π.χ. 1) Αυτό του χαντάκ' να του σκάψεις μι του κλιούγκ απ' τουν κασμά, γιατί του χώμα τ' είνι πουλύ γιρό {= Αυτό το χαντάκι να το σκάψεις με το μυτερό άκρο του κασμά, επειδή το έδαφός του είναι πολύ σκληρό).

140. Κλιαμούτσας, ο (η κλιαμούτσου, το κλιαμούτσαβο) = Ο κλαψιάρης, αυτός που κλαίει συχνά. π.χ. Έχου ένα μκρο πιδί που είνι κλιαμούτσαβου, αν δεν μι δει κοντά τ΄ κλιαίει.

141. Κλούφ, το = Καλυπτήρια θήκη ενός αντικειμένου, π.χ. μαξιλαριού, στυλού, στρώματος κ.ά. π.χ. Αμώ Τσιουβούλα {: Παρασκευή - Παρατσιβή - Τσιβή - Τσιουβούλα), θέλου να μι ράψεις ένα κλούφ για του μαξιλάρ’ μ’.

142. "Κοιμάται η καρδιά μου" = Υπνοβατώ. π.χ. Ιχτές του βράδ' "κοιμάταν η καρδιά μ'". Σκώθκα απ' του κριββάτ' κι βήκα όξου απ' του σπίτ' μ' κι παραλαλούσα. Ιυτυχώς δεν μι μίλτσι καένας. Αν μι μιλούσι θα πέθινα.

143. Κόκοτας, ο = 1) Ο κόκορας. 2) Η πηχτή αλευριά, επάνω στην οποία είναι τοποθετημένο ένα “αβγό μάτι”.

144. Κόραβος, ο  = ξηρός και σκληρός. π .χ. Ιχτές δεν μπόρισα να φάου πουλύ ψουμί γιατί ήταν κόραβο.

145. Κουκόλ’, το = Μικρή στρόγγυλη πέτρα μεγέθους πατάτας. π.χ. Ω’ Πατλή {: Πατροκλή), του χουράφ’ που έχς στου Χάβου είνι κανγκαπόταβου, είνι γιουμάτου κουκόλια.

146. Κουκουσιάρες, οι = Οι δυο μεγάλες κοτυληδόνες καρυδόψιχας, που  βρίσκονται στο εσωτερικό ενός καρυδιού

147. Κουζιούχα, η = το πολύ χοντρό και κακορραμμένο πανωφόρι. Π.χ. Ιψές έκαμι πουλύ κρύου, πάγουσαν τα πουντίκια στ' φουλιά τα, ιγώ όμους καν δεν κρύουσα, ιπειδή φουρούσα μια κουζιούχα που μ' είχι δώσ' τς προάλλις η νιάνια μ' {: θεία μου) η Κτιώρου {= Βικτώρια}.

148. Κουλάζουμαι =κολάζομαι, σκανδαλίζομαι. Π.χ. Ιχτές Τιτράδ είδα ντ Μπούτσιου (Ευλαμπία > Ευλαμπούτσιου > Μπούτσιου) να μουρσίζιτι {: αρταίνεται) κι κουλάσκα.

149. Κούλιαγκας, ο = το βρέφος που δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του και για να μετακινηθεί σέρνεται στο έδαφος. Μεταφορικώς και απαξιωτικώς ο χωλός. π.χ. Του πιδί τς Πινίκους {: Ελπινίκης) είνι ακόμα πουλύ μκρο, είνι κούλιαγκας, δεν μπουρεί να πιρπατήσ' κι σβαρνίζιτι στου χώμα.

150. Κόπατσιο, το = Νεαρό δεντράκι που έχουν κόψει το άνω τμήμα του και είναι έκτοτε κουτσουρεμένο. Π.χ. Ιπρουχτές πήγα στου χουράφ’ μ’ κι έκουψα σν γκουρφή όλα τα μκρα διντρούλια, κ’ ίνγκαν κόπατσια.

151. Κουπαρτσίνα, η = Η απεριποίητη και βρώμικη γυναίκα, η κακή νοικοκυρά. Π.χ. Έχου μια θειά που είνι κουπαρτσίνα. Κάθι μέρα πααίν΄ στα πρόβατα, δεν πλένιται του Σαββάτου κι δεν φκιάν κάθι μέρα φαϊ για τ΄ φαμπλιάτς.

152. Κουρώνω = δυναμώνω, ενισχύομαι, θυμώνω πολύ {: αναφέρεται κυρίως για φωτιά }. π.χ. Κίτσιου {: Χρίστο}, ρίξι χουντρά ξύλα στ ' φουτιά για να κουρώσ' κι να πυρουθούμι καλά./// Μ' έβρισ' ου Τσούλας {: Θανάσης} κι κούρουσα, δεν άντιξα κι τουν έβρισα κι ιγώ

153. Κουτσουλοπόντικο, το = η "κουτσουλιά", τα μικροσκοπικά κόπρανα του ποντικιού, και μεταφορικώς η μικρόσωμη και πονηρή γυναίκα. π.χ. Η αποθήκ' μας είνι γιουμάτ' κουτσουλουπόντκα, πρέπ' να βάλουμι γλήγουρα πουντικουφάρμακου για να ξιπατουθούν τα πουντίκια.

154. Κουτσουλοπ(ου)λί, το = Το βρώμικο πτηνό που κάνει πολλές κουτσουλιές. Μεταφορικώς, η κουτσομπόλα και κακόγλωσση γυναίκα. π.χ. Η Πούλου {: Δέσποινα > Δεσπούλου > Πούλου} είνι κουτσουλουπλί, σ´ όποιου σπίτ' πααίν´ αφήν´ ´ν γκουτσλιά τς.

155. κρούιμα ηλιού = η ανατολή του ήλιου. β) βασίλιμα ηλιού. // Πρόκειται για δύο τυπικές, μοναδικές και καθιερωμένες φράσεις, που αντί το "του ήλιου" έχουν σκέτο το "ηλιού ", δηλαδή με τον τόνο στη λήγουσα και χωρίς το απαιτούμενο ανάλογο άρθρο "του".

156. Κοίτας, το, και "η κοίτας" = η κατάκλιση ασθενούς ή γέροντα. π.χ. πέθανι, δεν άντιξι, τουν έφαγι του κοίτας. "Να σι φάει η κοίτας" (: κατάρα).

157. Κοσμοαντάμωτος, ο = Ο μοναχικός άνθρωπος, αυτός που αποφεύγει την πολυκοσμία. π.χ. "να μην είσι κοσμαντάμουτους, να βγαίντς όξου στου μισουχώρ να γλέπς κάναν άνθρουπου.

158. Κουτώ = τολμώ, έχω το θάρρος, έχω τη δύναμη, “έχω τα κότσια”. π.χ. Αν κουτάς πάλιψι μι τουν Φώτ'. Δεν κουτώ ν΄ανέβου σ΄ αυτό του ψηουλό του δέντρου. Προέρχεται απ' την αρχαιοελληνική λέξη “κότος” = η οργή, ο θυμός, το θάρρος, η τόλμη.

159. Κουρτσουκόπανους, ο (κοριτσοκόπανος) = το αγόρι 8 – 12 ετών που αρέσκεται να κάνει παρέα και να παίζει με κορίτσια = π.χ. Αυτό του πιδί είνι κουρτσουκόπανους, παίζ' μόνι μι κουρίτσια.

160. Κόσα, η = η πλεξούδα, η κοτσίδα στα μαλλιά των γυναικών. π.χ. Η θκιμ η θυγατέρα φκιάν δυό τρανές κόσις στα μαλλιά τς, 'μ πρέπουν καλύτιρα

161. Κουτσιουμπός= αυτός που έχει κομμένο ένα άκρο του. π.χ. Ου Νίκους γιννήθκι κουτσιουμπός, χουρίς του λιέβου τ' { = αριστερό) του χέρ'.

162. Κουλάι = εύκολα, γρήγορα. π.χ. Δεν πιρνάει κουλάι αυτός ου χμώνας.

163. Κουπαντζιούρα, η. = Το φασκιωμένο βρέφος. Πχ. Πήγα στου χουράφ μ’ να διυτιρίσου τα φασούλια κι πήρα μαζί μ’ κι ’ν κουπαντζιούρα.

164. Κουρεμός, ο = Πάλι καλά, έστω κι έτσι. π.χ. Πήγα να μαζέψου καρύδια και μάζιψα μόνι 2 κιλά, κουρεμός. Ου Κίτσιους παντρεύκι στα 50 τ΄ χρόνια, κουρεμός.

165. Κουφοτύλι, το = Η ξύλινη κάνουλα του κρασοβάρελου. π.χ. Δεν ξέρου τι να κάμου ! Χάλασι του κουφουτύλ' μ' κι στάζ' του κρασί απού ντ βαρέλα μ'. Πρέπ' ν' αγουράσου γλήγουρα ένα άλλου κουφουτύλ'.

166. Κρανίζω = δειλιάζω, φοβούμαι και υποχωρώ. π.χ. Είδα ιχτές στου δρόμου μ' μια τρανή αρκούδα κι τα κράντσα, γύρσα γλήγουρα πίσου στου σπίτ' μ'.

167. Κρασοπάπαρα, η = Κρασί μέσα σε βαθύ πιάτο ή κούπα, αναμεμειγμένο με χοντρές μπουκιές ψωμιού. Την έτρωγαν οι γεωργοί το μεσημέρι στα κτήματα που εργάζονταν.

168. Κρασότριμμα, το = Κρασί μέσα σε βαθύ πιάτο ή κούπα, αναμεμειγμένο με τριμμένο κόραβο (= πολύ ξερό) ψωμί.  Το έτρωγαν οι γεωργοί όταν σκάλιζαν τα αμπέλια τους. Π.χ. Ταχιά θα πάμι να σκάψουμι τ’ αμπέλ’ μας . Του μισμέρ θα φάμε κρασότριμμα.

169. Κυράκω, η = Σεβαστή κυρία. Προσφώνηση ηλικιωμένης γυναίκας από μια νεότερή της. Π.χ. Αμόρ Κυράκου, πότι θα ιγράντι του μαλλί να ρθω να σας βουηθήσου;

170. Κωλοσούρτας, ο = Αυτός που δουλεύει ανόρεχτα, χωρίς ενθουσιασμό, που κωλυσιεργεί, που καθυστερεί στην εργασία του. π.χ. Ανάγκαζε {= δούλευε γρήγορα}, κωλοσούρα, θα μας πάρ' η νύχτα κι δεν θα τελειώσουμι ντ δλειά μας.

171. Λάβα, η = συγκεχυμένη ανθρώπινη ομιλία αμυδρά ακουόμενη. π. χ. Ιψές τα μισάνυχτα άκσα λάβις όξου απ' του σπίτ' μ', βήκα στου μπαλκόν' αλλά δεν είδα καέναν.

172. Λαβίζω = Μιλώ σιγανά, αλλά ακόμη κι έτσι δηλώνεται άθελά μου η παρουσία μου κάπου. π.χ. Μη λαβίζεις τ' νύχτα όξου απ' του νουβουρόν μ' , δεν μ' αφήντς να κοιμθώ.

173. Λιάκατα, τα = τα εντόσθια (ως σύνολο) των ζώων και σπανίως των ανθρώπων. (πρόκειται για ηδιαστικόν, απαξιωτικόν και περιφρονητικόν χαρακτηρισμό τους). π.χ. Ιχτές του προυί πάτσα μι του αυτουκίνητου μ' μια γκαχιλώνα κι βήκαν απού ’νγ κλιάτς τα λιάκατα. (Η λέξη δεν απαντάται στον ενικό αριθμό).

174. Λευτάρι, το = ο λεβέντης έφηβος και η λεβέντισσα έφηβη. π.χ. Ιχτές είδα τουν μκρόν τουν γιό σ' κι τουν καμάρουσα, λευτάρ' ίγκιν !

175. Λιθοπάτημα, το = η φλύκταινα στο πέλμα του ποδιού. π.χ. Πιρπάτσις ξπόλτους στου δρόμου κι έβγαλις λιθουπάτμα σν πατούνας, να βάλτς στουμπζμένου πιντάνιβρου για να διάβς.

176. Λικόπετρα, η = μαλακή πέτρα, {μάλλον από τη λέξη χαλικόπετρα). Π.χ. Σήμιρα του προυί έσκαψα στ’ αμπέλ’ μ’ ένα τρανό χαντάκ’, δεν κουράσκα πουλύ όμως, γιατί οι πέτρις τ’ ήταν λικόπιτρις.

177. Λοσνίτσα, η = Αμπελοχώρι (το πρώην όνομα του χωριού ο Γέρμας Καστοριάς).

178. Λυπημένους είμαι {: είμαι λυπημένος} = πενθώ. π.χ.--Ω Γιώργου, κιρνάς {: γιορτάζεις την ονομαστική σου εορτή); --Όχ, είμι λυπμένους.

179. Λύσα, η (η λύση;) = Η κοιλότητα του ποδιού που βρίσκεται στην κορυφή της γάμπας, πίσω ακριβώς από το γόνατο, ο ιγνυακός βόθρος. π.χ. Του φουστάν' τσ' (= το φουστάνι σου) είνι πουλύ κουντό κι φαίνουντι οι λύσεις σ').

180. Λειαμάδα, η = η κάθε μικρή κι ελαφριά πέτρα με λεία επιφάνεια, η μικρή πλάκα (ίσως σχέση με την αμάδα του γνωστού παιχνιδιού). π.χ. Ιχτές του δειλνό πήγα στου πουτάμ' κι έμασα 5 - 6 λειαμάδις, για να τς στρώσου στου νουβουρό μ', να πρέπν (να πρέπουν = να προσδίδουν ομορφιά).

181. Μαγαζιά, τα = Το άνοιγμα στο μπροστινό και άνω μέρος του ανδρικού παντελονιού που κλείνει με κουμπιά ή με φερμουάρ. π.χ. Κίτσιου, έχ΄ς ανοιχτά τα μαγαζιά σ', κούμπουσέ τα να μη φανούν τ’ αχαμνά σ'.

182. Μαλάς, ο = το μυστρί των οικοδόμων. π.χ. Πήγα ιχτές σμ πόλ' κι αγόρασα έναν μαλά, γιατί σκουπεύου να χτίσου ένα κουμάσ'.

183. Μαλιάρα, η = η ενήλικη κοπέλα, η αδιάντροπη γυναίκα. Π,χ, Αυτός ου γάιδαρους {: αδιάντροπος άντρας} κουρουιδεύ’ όλις τς γυναίκις. Να ιδούμι τι θα τς κάμ’ τς τρεις μαλιάρις πό χ’.

184. Μάξους = επίτηδες. π.χ. Η Μαρία μάξους έβαλι αυτό του όμορφου φουστάν', για να του ιδεί η Λιένη κι να ζηλέψ'.

185. Μαρμάναχος, ο = Ο ολομόναχος κι έρημος άνθρωπος, ο ταλαιπωρημένος, ο δυστυχισμένος. π.χ. Οι Γιρμανοί σκότουσαν του πιδί μ' κι μ' άφκαν μαρμάναχου μ'. (= Οι Γερμανοί σκότωσαν το παιδί μου και με άφησαν έρημον και μόνον μου.)

186. Μασκαράς, ο = ο ξεδιάντροπος, ο ξεφτιλισμένος, ο ανήθικος άνθρωπος. Π.χ. “Καλύτιρα να πιθάνου τιμημένους, παρά να ζω μασκαριμένους". (λαϊκή παροιμία).

187. Με καβαλίκεψε στ' αυτιά = Μεταφορικώς ανέβηκε πάνω στο κεφάλι μου, με εξουσιάζει, με κάνει ότι θέλει, έγινα υποχείριό του. π.χ. Η γυναίκα μ' καν δεν μι χαμπαρ'ιζ', ντίπ δεν μι λουγαριάζ', μι καβαλίκιψι στ΄αυτιά και μι κάμ' ότ' θέλ'.

188. “Με πιάνει η κλούτσα”  = δεσμεύομαι και υποχρεώνομαι για κάτι. π.χ. Μη κάμς στινή παρέα με ’ν (τάδι) αλαφριά κοπέλα, γιατί “θα σι πιάσ' η κλούτσα κι θα ’ν πάρς.

189. Μεριάζω = διαχωρίζω τα καυσόξυλα που έκοψα στο δάσος σε δυό ίσες ποσότητες, για να τα φορτώσω στις δυο μεριές του σαμαριού του αλόγου μου και να τα μεταφέρω στο σπίτι μου. Πχ. Γιώργου πιδί μ, μίριασι τα ξύλα για να τα φουρτώσουμι στου μπλάρ’.

190. Μεσαριά, η = η στενή και ακαλλιέργητη λωρίδα εδάφους που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο όμορους αγρούς. π.χ. Η μισαριά ανάμισα στου θκόμ του χουράφ κι στου χουράφ τ' Μινέλα έχ' φάρδους δυό μέτρα.

191. Μέτα – ξανά = πάλι. π.χ. Ω Γιώργου, τράβα στου σπίτ' σ' να φας κι έλα μέτα – ξανά ιδώ για να μι βοηθήεις στουν μπαχτσιέ. (Όπως στο "μετακάνω" = ξανακάνω και στο "μεταπίνω" = ξαναπίνω, κ.λ.π.).

192. Μονάδες μέτρησης των τριών διαστάσεων : 1 τρίχα. / 1 ράμα. / 1 αγκίδα. / 1 νύχ’. / 1 δάχτυλου. / 1 φουρκή. / 1 απαλάμ’. / 1 πατούνα. / 1 κιφάλ’. / 1 πήχ’. / 1 αγκώνας. / 1 χέρ’. / 1 γόνα. / 1 πουδάρ. / 1 δρασκλιά. / 1 μπόι. / 1 ξυάλη. (1 = ένας , μία , ένα).

193. Μουρόφυλλου, το = Κλαδιά μουριάς με μεγάλα φύλλα που έδιναν για  τροφή οι κτηνοτρόφοι στ’ αρνιά και στα κατσίκια τους. Π.χ. Σήμιρα του δειλνό θα πάνου στου χιουράφ' μ' να κόψου μουρόφυλλου για τα κατσκούλια μ'

194. Μουτσοκλαίω = κλαίω σιωπηλά, υποκρίνομαι ότι κλαίω. π.χ. Ήταν στου μνημόσυνου τ' πάππου μ' κι η αμψιά τ' κι μουτσόκλιγι.

195. Μπαμπόπαιδο, το = Το παιδί που γεννιέται από μητέρα που είναι σχετικώς μεγάλης ηλικίας. Π.χ. Η αξαδέρφ’ μ’ παντρεύκι σι τρανή ηλικία κι γέντσι ένα μπαμπόπιδου.

196. Μπαχατέλας, ο = Ο νωθρός, ο αδύναμος, ο αργοκίνητος άνθρωπος. Π.χ. Ου Κόιας ( = Νικόλας) είνι τρανός μπαχατέλας, βαριέτι που ζάει, ώσπου να σκώσ´ του ένα του πουδάρ μουδιάζ´ τ´ άλλου, δεν κάμ´ ούτι για έναν παρά δλειά.

197. Μπήτιους, ο = ο Δημήτριος. Π.χ. Ιχτές κιρνούσε {= είχε την ονομαστική του εορτή} ου αξάδιρφους μ’ ου Μπήτιους κι πήγα στου σπίτ’ τ΄ μι τουν φίλου μ’ τουν Μήτα {= Δημήτριο} για να κιραστούμι. Μας κέρασι η γυναίκα τ’, η Μπήτινα, σταφίδις κι μπιμπλιά.

198. Μπζιούν, το = Το μικρό γουρουνάκι, {μάλλον από τη λέξη βυζούνι =  αυτό που βυζαίνει). Π.χ. Η σκρόφα μ’ γένντσι σήμιρα ιφτά μπζιούνια κι τα βζάν’ όλα.

199. Μπουμπόλ’, {: μπομπόλι) το = Ο όρχις. Π.Χ. Ω’ Μήτα {= Δημήτρη), σύμμασι του νού σ’, ιδώ κοίτα, ιγώ σι μιλώ κ’ ισύ ξύντς τα μπουμπόλια σ’.

200. Μπουμπουσκάρες, οι = Οι κόκκοι καλαμποκιού που έχουν απλωθεί σε τηγάνι τοποθετημένο επάνω σε φωτιά κι έχουν σκάσει., το γνωστό ποπ-κορν.

201. Μπουτζουμένος, ο = ο μουτρωμένος άνθρωπος, ο σκυθρωπός και θυμωμένος. Π.χ. Γιατί Μουκλή (Θεμιστοκλής > Μιστοκλής  > Μουκλής) είσι μπουτζουμένους, σαν να σ’ έφαγι στου μύλου  η γουμάρα τ’ αλιεύρ’ ;

202. Μωρόξινος = Ο ολίγον ξινός, ο ελαφρά ξινός. Π.χ. Έχου μια πιρουγλιά που κάμ' μουρόξνα σταφύλια.

203. Μούρμουρο, το = το άπειρο σύνολο εντόμων και λοιπών ζωυφίων της γης. π.χ. Μαζώχκι πουλύς κόσμους ν΄ ακούσ' 'ν ουμιλία τ' προυθυπουργού, τς γης του μούρμουρου. {ίσως είναι ενικός αριθμός τής λέξης "τα μουρμούτσια", που σημαίνει ένα μεγάλο σύνολο εντόμων και ζωυφίων}.

204. Μούρσια, η = Η ανοιχτή σωματική πληγή, και μεταφορικώς το γυναικείο αιδοίο. π.χ. Αυτός αρραβουνιάσκι ιπρουχτές κι τώρα δεν βγαίν' όξου, έπισι μι τα μούτρα στ' μούρσια.

205. Μουρσιώνω, - ομαι = Πληγώνω, - ομαι στο σώμα. π.χ. Γλύστρησα κι πηδικώθκα (: σκόνταψα) κι μούρσιουσα τς μύτις μ'.

206. Μουρσίζομαι και μουρσιούμαι = αρταίνομαι, καταλύω τη νηστεία, πληγώνομαι στην ψυχή. π.χ. Ιγώ ιφέτους δεν μουρσίζουμι (ή δεν μουρσιούμι), νηστεύου, δεν τρώου κριάς.

207. Μούσκρος, ο = τα βρύα και οι λειχήνες. π.χ. Παροιμία: πέτρα που γκυλνιέτι μούσκρου δεν πχιαν'. {= Πέτρα που κυλάει δεν βρυάζει}.

208. Μουσμούτι το (μουσμούτ') = το μικρό ποντικάκι και κάθε άλλο ζωάκι που χώνει παντού τη μουσούδα του για να βρει τροφή. Μεταφορικώς: ο μικρόσωμος, ισχνός και κακεντρεχής άνθρωπος που ασχολείται με ξένες υποθέσεις, ο διαβολέας. π.χ. Ου Νίκους είνι τρανό μουσμούτ', μι κατηγόρσι άδικα στουν αξάδιρφου μ' κι μας έβαλι να μαλώσουμι.

209. Μπάκα, η = Η κοιλιά, το στομάχι.π.χ. Ιπρουχτές στ’ χαρά τς ξαδέρφς μ’ έφαγα πουλύ κι μι πόνισι η μπάκα.

210. Μπαμπόπαιδο, το.= Το παιδί που γεννιέται από σχετικώς ηλικιωμένη γυναίκα. Π.χ. Η αξαδέρφ’ μ’ άργισι να παντρευτεί κι γέντσι στα σαράντα ένα μπαμπόπιδο.

211. Μπάντα, η = Διακρινόμενο τμήμα αγρού όπου καλλιεργείται σε σειρές ένα είδος φυτού. Η μεγάλη βραγιά. π.χ. Ιγώ ιφέτους έχου στου χουράφ' μ' δυο μπάντις φασούλια κι τρεις μπάντις πατάτις.

212. Μπάτα, η = Η πυκνή συστάδα θάμνων και βραχύκορμων δέντρων. (Ίσως από την αρχαία λέξη "Βατία: λέγεται και ο βάτους έχων τόπος"). π.χ. Ταχιά του προυί θα πάου να κόψου δέντρα απού μια μπάτα που είνι δίπλα στ΄ αμπέλ' μ'.

213. Μπαρμπατούρα, η = η δυνατή φωτιά με μεγάλη φλόγα, την οποία ανάβουν οι γεωργοί και οι βοσκοί στην ύπαιθρο για να ζεσταθούν κατά τις κρύες ημέρες του χειμώνα. π.χ. ιχτές που πήγα στου χουραφ' να οργώσου έκαμνι πολύ κρύου κι για ταύτου άναψα μια τρανή φουτιά, μια μπαρμπατούρα.

214. Μπέης, ο = Το ανθρώπινο μυαλό (μεταφορικώς). Π.χ. Ου  Μπήτιους (= Δημήτρης) κάθι βράδ’ πίν’ κι μιθάει, δεν τουν βαραίν’ η γνώμ’, τουν έφυγι ου μπέης.

215. Μπίκος, ο (ή μπίκας, ο) = ο μικρόσωμος, αεικίνητος και διαβολεμένος άνθρωπος, και ο μερακλής κοντούλης άνδρας που "πειράζει" τις γυναίκες. π.χ. Ου ξάδιρφους μ' ου μπίκους είνι φουβιρός, δεν του ξιφεύγ' τίπουτα, σ' όλα μέσα είνι.

216. Μπίτσιος, ο = το γουρούνι. π.χ. Ω Λιόλια (Γιώργο), ου μπίτσιους σ' βήκι απ' του κουμάσ' τ' κι τρώει τα λάχανα σ'.

217. Μπλαστούμι, το = το άψητο ζυμάρι. π.χ. Κατέβασις γλήγουρα ’μ πίτα απού ’μ πυρουστιά κι δεν πρόλαβι να ψθεί καλά, μπλαστούμ' είνι.

218. Μπόντος, ο = το κεντρί της μέλισσας. Μποντώσα, η = η μέλισσα. Μποντώνω = κεντρίζω. π.χ. Ιχτές πήγα κουντά σι μια κυψέλ΄ κι μι κυνήγσαν οι μπουντώσις κι μία μι μπόντουσι.

219. Μπότσαρος, ο = ο άγριος άντρας,  που έχει άσχημο πρόσωπο με σκληρά χαρακτηριστικά . Π.χ. Η αξαδέρφ´μ´ η Λούσιου {= Ελευθερία) πήρι έναν άντρα μπότσαρο, άμα τουν γιδείς θα φρίξεις {= τρομάξεις)

220. Μπουζούκας, ο = Ο χοντρούλης έφηβος και ο χοντρός νεαρός άνδρας. π.χ. Ου αξάδιρφους μ', ου μπουζούκας παντρεύκι μια χουντρή γυναίκα, μια μπουζούκου.

221. Μπουτζουμένος, ο = Ο μουτρωμένος άνθρωπος, ο σκυθρωπός και θυμωμέ-νος. Π.χ. Γιατί Μουκλή {: Θεμιστοκλή > Μιστοκλή  > Μουκλή) είσι μπουτζου-μένους, σαν να σ’ έφαγι η γουμάρα στου μύλου τ’ αλιεύρ’ ;

222. Μπουχνίζω (όχι μπουχτίζω) = σκεπάζω τελείως την κατσαρόλα μόλις βράσει το φαγητό για να "μπουχνίσει", να μην φύγει ο άμπορος,ο ατμός του. ( Ίσως από το αχνίζω;).

223. Μωρόξινος, ο = ο γλυκόξινος, -η, -ο .(ου Μουρόξνους, η μουρόξν, του μουρόξνου). π.χ. Έχου μια μπλιά που κάμ μουρόξνα μήλα {: Έχω μία μηλιά που κάνει μωρόξινα {= γλυκόξινα} μήλα}.

224. Να σι φλαγ' ου θιός απού παλιόν ζουτλάρ κι κινούργιουν νοικουκύρ". = Να σε φυλάγει ο Θεός από παλιό ζήτουλα και καινούργιον νοικοκύρη. (Παροιμία).

225. Νερλουτός ή νερούλαβος = ο λεπτόρρευστος,  αυτός, που η ύλη του είναι αραιωμένη και που έχει γι' αυτό λεπτή ροή. π.χ. Πουλύ νιρλουτή είνι η μαρμιλάδα που έφκιασις ιχτές // Του φαΐ που μαγείριψις σήμιρα είνι νιρούλαβου, έπρεπι να είνι λίγου πιο πηχτουτό.

226. Νεροφαγιά, η = Το μικρό αυλάκι, η μικρή χαράδρα που σχηματίζεται στον χωματόδρομο ή σε χέρσο χωράφι μετά από δυνατή βροχή, από νεροποντή. π.χ. Ιχτές που έβρεχι όλ' μέρα μι του καρδάρ', του χουράφ' που έχουμι στα "Καγκέλια" {: ονομασία τοποθεσίας} γιόμσι νιρουφαϊές.

227. Νιάνια, η = Η θεία π.χ. Πήγα ιχτές στ’ νιάνια μ ‘ κι μι φίλιψι τραχανά μι τυρί.

228. Νοικοκυράτα, τα (τα νγκουκυράτα) = τα σκεύη της νοικοκυράς ως σύνολο, τα κουζινικά. π.χ. Πήγα ιχτές στου παναήρ' κι αγόρασα πουλλά νγκουκυράτα: έναν τέντζιαρ', ένα τηγάν', πέντε χλιάργια, πέντι βελούσκις.

229. Νταβάνι, το = Μεγάλη μύγα με φοβερό κεντρί. Από το αραβικό δουμπάν.

230. Νταλκώνω και νταλκώνομαι = αναγουλιάζω. π.χ. Του νιρό απ' τ' αυτήν ντ΄ βρύσ΄ {= πηγή) δεν πίνιτι, είνι νταλκουνέρ'. Μόλις του πιώ μι νταλκών΄. Μόνι ου Μουστάκας {= Θεμιστοκλής) του πίν' κι δεν νταλκώνιτι.

231. Νταουλτζιάς, ο = θανατηφόρα απροσδιόριστη ασθένεια, {προέρχεται μάλλον από τη λέξη νταούλι (μεγάλο τύμπανο), επειδή η κοιλιά του άταφου νεκρού φουσκώνει σαν το νταούλι}. π.χ. Μη κάθισι γιδρουμένους στουν αέρα, γιατί θα σι βαρέσ' νταουλτζιάς, θα σμάσεις τουν σβέρκου σ'.

232. Ντένγκ’, το = Ένα δεμάτι κλαδιών θάμνου ή δέντρου, που φορτώνεται στη μία πλευρά τού σαμαριού ενός φορτηγού ζώου για να μεταφερθεί κάπου. Π.χ. Σήμιρα του προυί πήγα στς μουριές μ’, έκουψα δγιό ντέγκια μουρόφυλλο {: δύο δεμάτια φυλλοφόρων κλαδιών μουριάς) και τα πήγα στου μαντρί μ’ για να τα ρίξου στ΄ αρνιά μ’.

233. Νώμος, ο = Ο ώμος. Πληθυντικός τα νώμια κι όχι οι νώμοι ! π.χ Απόψι θα κάμ’ πουλύ κρύου, θα παγώσουν τα πουντίκια στ’ φουλιά τα, ρίξι στα νώμια σ’ μια κουζιούχα.

234. Ντουρντούλι, το = το παλιό φθαρμένο και κουρελιασμένο ένδυμα. π.χ. Είνι φτουχός, δεν έχ' παράδις κι γι' αυτό φουράει ντουρντούλια. (Γέρμας Καστοριάς).

235. Ξανασέρνου {: ξανασέρνω) = σέρνω και τοποθετώ σωστά τα κεραμίδια παλαιού τύπου τής σκεπής κάποιου κτιρίου που έφυγαν από τη θέση τους. Π.χ Ιχτές του βράδ΄ έβριχι όλ΄ ’ν νύχτα κι φσούσι δυνατός αέρας κι ξισύρθκαν τα κιραμίδια απ’ του σπίτ΄ μ’ κι πρέπ’ τώρα να τα ξανασύρω.

236. Ξαντερίζω = Εξαντλώ κάποιον, τον καθιστώ αδύναμο και ανίκανο για εργασία. π.χ. Σν γΚατουχή η πείνα μάς είχι ξαντιρίσ', δεν μπουρούσαμι να δλέψουμι, μας είχι κόψ' τα πουδάρια. /// Ξαντερισμένος, ο (ξαντιρσμένος) = ο νηστικός και αδυνατισμένος, που αισθάνεται και φαίνεται πολύ ταλαιπωρημένος.

237. Ξαρμένισμα, το = Η θεραπεία με άρμενον (χαμομήλι) μιας λεχώνας που πάσχει από επιλόχια κατάθλιψη. π.χ. Αρμινίσκι η αμψιά μ' που είνι λιχώνα κι πήγα κι ν΄ ξαρμέντσα για να γίν' καλά. = Αρμενίστηκε (αρώστησε από επιλόχιο κατάθλιψη) η ανεψιά μου που είναι λεχώνα και πήγα και την πίεσα να μυρίσει και να να πιεί χαμομήλι για να θεραπευτεί.

238. Ξαρχαίνω, - ομαι (ξαρχαίνου, - ουμι) = Προσφέρω κρύο πόσιμο νερό σε κάποιον, δροσίζω με νερό το πρόσωπό του, την κεφαλή του. Και μεταφορικώς, “ανακουφίζω σεξουαλικώς” ακατάλληλη γυναίκα π.χ. Όταν κάμ' πουλύ ζέστα ξαρχαίνω τουν πάππου μ' μι κρύου νιρό. Ισύ είσι λιβέντς, μη “παέντς” μ' αυτήν ντ βρουμιάρα ντ γυναίκα κι ’ν ξαρχαίντς. (ίσως από τη λέξη “αρχάδα”, που σημαίνει δροσερότητα).

239. Ξεγλέντιο, το = Ξενοιασιά, ανεμελιά, ξεκούραση, χαβαλέ. π.χ. Ιμείς, του χουράφ' μι τα ίπουρα {= οπωροφόρα δέντρα} του έχουμι για ξιγλέντγιου, πααίνουμι ικεί όταν θέλουμι να ξικουραστούμι κι να ξισκάσουμι.

240. Ξεκουμπαριάζω = ελαττώνω τη συχνότητα των φιλικών συναντήσεων με κάποιον γνωστό μου. π.χ. Η Λιόπα {< Λόπη < Πηνελόπη} πάινι πουλιές φουρές στου σπίτ' τς Τέκους {< Ματέκω < Μαλαματή}, ίπναν καφέ κι τά ’λιγαν. Τώρα πααίν' αριά κι που, ξικουμπαριάσκαν.

241. Ξεμποστανίδια, τα = τα μποστανικά (καρπούζια και πεπόνια) που ωριμάζουν και συλλέγονται στο τέλος τής εποχής τους και γι' αυτό είναι κακής ποιότητας. π.χ. Αγόρασα σήμιρα τρία καρπούζια που ήταν άνουστα, ξιμπουστανίδια κι γι' αυτό τα πέταξα.

242. Ξενομώ = 1) Φεύγω αναγκαστικά μακριά από κάπου. 2) αποδιώχνω κάποιον από κοντά μου. π.χ. Ξινόμσα σν Αμιρική για να ζήσου καλύτερα. Ρίχνου πέτρες για να ξινουμήσου τα πλιά απού του χωράφ' μ’.

243. Ξεσταύρωμα, το = Η ανακομιδή των οστών ενός νεκρού. Η μεταφορά τους από τον τάφο με το επιτάφιο σταυρό σε οστεοφυλάκιο. Π.χ. Αμώρ Τσιατσιούλα; {: Αναστασία -  Στασία – Τσιατσία - Τσιατσιούλα), πότι θα ξισταυρώσεις τουν άντρα σ’; Πέρασαν ιφτά χρόνια απ’ ‘όταν πέθανι.

244. Ξιζμώ (: Ξεοσμώ) = ξεοσμίζω, χάνω την οσμή μου, εξατμίζομαι. π.χ. Στούπουσι του μπουκάλ' μι του ξύδ' γιατί θα ξιζμίσ' (: στούπωσε το μπουκάλι του ξυδιού γιατί θα ξεοσμίσει).

245. Ξεπαριασμένος = ξεπαραδιασμένος, ανυπόληπτος, ξεφτιλισμένος, αναξιοπρεπής. π.χ. Δεν θα παντρέψου ιγώ τ' θκι μ' τ' θυγατέρα μ' αυτόν τουν ξιπαριασμένουν.

246. Ξισφίγγς, ο (: ξεσφίγγης) = ο πολύ αδύνατος και αδύναμος άνθρωπος, που βαδίζει τεμπέλικα και με ατονία. π.χ. κοίταξι τουν ξισφίγγ', απού 'ν ντιμπιλιά τ' δεν μπουρεί να σμας του παντιλόν' τ' κι να σύρ' τα πουδάρια τ'.

247. Ξιζουλνώ = πληγώνω επιφανειακά το δέρμα μου. π.χ. Έπισα, βάρισα κι ξιζιουλίσκα λίγου στου χέρ' μ'. (από το ζουλνώ = ζουλίζω, συμπιέζω)..

248. Ξιφλλουπίττας (ξεφυλλοπίττας)= Αυτός, που του αρέσουν πολύ και τρώει συνέχεια πίττες. π.χ. Ικείνους ου αξάδιρφους μ’ ου Πιρικλής είνι γιρός ξιφλλουπίττας, πολύ τουν αρέζουν οι πίττις.

249. Ξεχωματίζω = Κάνω ανακομιδή των οστών ενός νεκρού συγγενή μου. Π.χ. Μω νιάνια {: θεία) Τσιτσιάνα, {: Αναστασία – Στασία – Τσιατσία - Τσιτσιάνα), πρέπ’ φέτους να ξιχουματίσουμι τουν πάππου μας. Πέρασαν ιφτά χρόνια απ’ όταν πέθανι.

250. Ξισυρνώ {: ξεσυρνώ) = σέρνω, τραβώ κάτι προς τα κάτω, στον κατήφορο. Π.χ. Του μκρό τού πιδί μ’ όλ’ ’ν νύχτα ξισυρνιέτι στουν ύπνου τ’, ιγώ βάνου του κιφάλ’ τ’ στου προυσκέφαλου κι αυτό όλου ξισυρνιέτι.

251. Ξνάδα, η = Η μικρή ποσότητα ξυνού γάλατος που χρησιμοποιείται ως μαγιά για να ξυνιστεί μία μεγαλύτερη ποσότητα κανονικού γάλατος. Π.χ. Αμόρ Τσιατσιούλα (: Αναστασία - Τσατσία - Τσιατσούλα), δώσι μι ένα φυλτζιάν’ ξνάδα για να ξνίσου του γάλα που άρμιξα απού τ’ γιλάδα μ’.

252. «Ξύδι και ζάχαρη» = Νερό ανακατωμένο με λίγο ξύδι και λίγη ζάχαρη, που το «έτρωγαν» οι γεωργοί κατά τις ημέρες του καλοκαιριού, όταν εργάζονταν στα κτήματά τους.

253. Ξυλένιος , ο = ο ψηλός και κοκαλιάρης άνδρας.

254. Όκαχτος = Ολόιδιος. π.χ. Ισύ είσι όκαχτους μι τουν μπάρμπα σ'.

255. Ολυμπία, η, {αποκαλείται Λυούμπου (Λιούμπω) και η Ολυμπιάδα αποκαλείται Λυμπιάδα}.

256. Ότ' είπα κι ότ΄ δεν είπα, νιρό κι άλας να γένουν. {: Το λένε οι γυναίκες που έχουν πει “άπριπα λόια" και μετανιώνουν γι΄ αυτό}. π.χ. Δεν έπριπι να τουν πω αυτόν τουν λόγου, στάχτ' στου στόμα μ'.

257. Ουκνεύου = βαριέμαι, τεμπελιάζω. π.χ. Δεν κοιμήθηκα ιψές του βραδ' κι τώρα οκνεύου να σκουθώ απ' του κριββάτ'.

258. Ουχαλνώ = αναστενάζω σιγανά, ανεπαίσθητα. π.χ. Γιατί ουχαλνάς, κουρίτσ' μ'; Δεν κάμ' να ουχαλνάς, ισύ θα τρανέψεις κι θ´ ανοίξεις σπίτ´.

259. Παθμένους, ου (: παθημένος, ο) και "ου παθήσιους" (ο παθήσιος) = ο άνθρωπος που πάσχει από κάποιο σοβαρό και χρόνιο νόσημα. π.χ. Αυτός ου άντρας δεν μπουρεί να δλεψ στα χουράφια, ιπειδή είνι παθμένους. Αυτή η γυναίκα δεν γυφαίν' στουν αργαλειό, ιπειδή είναι παθήσια.

260. Παλιοντάμ, το = Το πολύ παλιό σπίτι, το μισοερειπωμένο κι εγκαταλειμμένο. π.χ. Αγόρασα ένα σπίτ' παλιουντάμ' κι πρέπ' τώρα να βρω μάστιουρα να του διουρθώσ' για να κάτσου μέσα.

261. Παραλαλώ. = Παραμιλώ στον ύπνο μου. Π.χ. Ιψές του βράδ’ δεν ήμαν καλά. Ίγλιπα κακά ουνείρατα κι παραλαλούσα.

262. Παρμακλίκια, τα = τα παντζούρια, τα διάκενα σε πόρτες και παράθυρα. π.χ. Θέλου να φκιάσου δυο παραθύρια μι παρμακλήκια.

263. Παρπάκωμα, το = Η βίαιη επίβαση του πετεινού σε μία κότα, και μεταφορικώς, η ανάλογη πράξη ενός άνδρα σε μια απρόθυμη γι' αυτήν την πράξη, γυναίκα. π.χ. Ου Λάμπρους ξιμουνάχιασι ιχτές στου χουραφ' τ' Λιφτέρου κι 'ν παρπάκουσι.

264. Πατώνω = τρώω υπερβολικά, τρώω πολύ φαγητό. π.χ. Όταν πηγαίνω σε πανηγύρι την πατώνω καλά. Χθες που πήγα στον γάμο της ξαδέρφης μου την πάτωσα γερά. {ίσως από το αρχαίο ρήμα πατώ που σημαίνει εσθίω}

265. Πιάνω τόπο = επενδύω τα χρήματά μου σωστά. Π.χ. Τς παράδες που ίφιρα απού ντ Γιρμανία δεν τς χαράμσα, αγόρασα ένα διαμέρισμα κι έπιασαν τόπου.

266. Πιδικώνομαι (: πεδικλώνομαι) = σκοντάφτω. π.χ Βγιάσκα (βιάστηκα) να πάου στου σκουλειό κι πιδικώθκα απού μια πέτρα.

267. Πινάκας, ο, η, το = Ο άνθρωπος που τρώει ένα μεγάλο πινάκι φαγητό. Και μεταφορικώς, ο σλαβόφωνος Π.χ. Έχω έναν γαμπρό Βλάχο κι έναν Πνάκα.

268. Πίπκα, τα = ξαπλωμένος μπρούμυτα, πρηνηδόν. π.χ. Ιγώ κοιμούμι τα πίπκα, ιπειδή μι πουνάει η ραχ'.

269. Πιπκώνω = καταπίνω την τροφή βιαστικά και αμάσητη. π.χ. Όταν ξυπνήσου αργά, πιπκώνω ψουμουτύρ κι πχιαλώ στου χουράφ'.

270. Πλάνος, ο = το δόλωμα για άγρια θηρία. π.χ. Ιχτές έβαλα πλάνου όξου απ' του μαντρί μ' ένα ψόφιου αρνί, κρύφκα κι πιρίμινα να 'ρθει ου λύκους κι μόλις ήρθι τουν σκότουσα μι του δίκανου.

271. Πλέχτρα, η= Η μεγάλη πλεξούδα κρεμμυδιών, σκόρδων κ.ά. Π.χ. Φέτους πήγι καλά η χρουνιά, έμασα τρεις πλέχτρις σκόρδα κι πέντι πλέχτρις κρουμμύδια.

272. Πλαστρίνα, η = τεμάχιο τυριού φέτα βάρους 500 γραμμαρίων περίπου. π.χ. Ιχτές αγόρασα απού του Παζάρ 3 πλαστρίνις τυρί. Πήρα κι ένα κιλό αρμύρα, για να τς βάλου μέσα (τς πλαστρίνις), για να μη μι ξνίσουν κι τς πιτάξου.

273. Πλημύρ’, το = Το πολύ φρέσκο τυρί πριν απ’ τον αλατισμό του. Π.χ. Ιμένα μ’ αρέζ’ πουλύ του πλημύρ΄, του τρώου μι μαύρου ψουμί.

274. “Πλύσιμο”, το = μεταφορικώς η έναρξη της έμμηνης ρύσης των κοριτσιών, η ενηλικίωσή τους. π.χ. Η ανιψιά μ' τράνιψι πουλύ, “πλύθκι” πέρσ'. ( Η ανεψιά μου μεγάλωσε πολύ, “πλύθηκε” πέρυσι).

275. “ Πόσα χρόνια έχς ;”. Στο γλωσσικό ιδίωμα του Γέρμα Καστοριάς, ως γνωστόν, δεν υπάρχει η πτώση γενική πληθυντικού. Εκ του λόγου τούτου, οι Γερμανιώτες δυσκολεύονται πολύ να πουν -- και δεν λένε ποτέ -- “πόσων χρονών είσαι ; “αλλά ρωτούν εξ ανάγκης “πόσα χρόνια έχεις ; “ { ! }

276. Ποτούρι, το = είδος μάλλινου παντελονιού, που ήταν φαρδύ στο επάνω μέρος και στενό στο κάτω. Το φορούσαν πριν από το έτος 1940 οι άνδρες γεωργοί στον Γέρμα Καστοριάς. Οι κτηνοτρόφοι φορούσαν φουστανέλες. π.χ. Ου γιός μ' πήρι προίκα τρία πουτούρια, τα δυο είνι μαύρα κι του ένα άσπρου. (: Ίσως από την αρχαιοελληνική λέξη "ποτήριον", που σήμαινε "και το εξ ερίων ένδυμα, επεί ποτέ έριον ην".

277. Πουρζιάλα, η = Η μεγάλη καλοκαιρινή ζέστη που οφείλεται στον καυτό μεσημεριανό ήλιο. π.χ. Αμώ Βινέτου {: Βενετία), τράβα κάτσι σι καέναν ίσκιο γιατί σήμιρα είνι πουρζιάλα, θα σι βαραίσ’ ου ήλιους στου κεφάλ’.

278. Πόχειρο, το = Η χούφτα τού ενός χεριού. Π.χ. Ιπρουχτές πήγα στου χουράφ΄ μι τς μυγδαλιές μ’ κι έμασα δυο πόχειρα μύγδαλα.

279. Πισώκωλα, τα (πσώκουλα). = Βάδισμα προς τα πίσω, ανάποδα. π.χ. Γιώργου, απού 'ν απουθήκ' να βγεις "τα πσώκουλα", γιατί είνι στινή κι δε σι χουράει να βγεις αλλιώς.

280. Πισνικοθέρμη, η = η οκνηρία, η τεμπελιά (ειρωνικώς). {από το πισνίκι = ψωμί, και από τη θέρμη = πυρετός}. π.χ. - Γιατί Γιουργάκ' δεν ήρθις ιχτές στου σχουλείου; - Ήμαν άρρουστους, Κύριι. - Τί είχις; πισνικουθέρμ';

281. Πλύσιμο, το = μεταφορικώς η έναρξη της έμμηνης ρύσης των κοριτσιών, η ενηλικίωσή τους. π.χ. Η ανιψιά μ' τράνιψι πουλύ, “πλύθκι” πέρσ'. (Η ανεψιά μου μεγάλωσε πολύ, “πλύθηκε” πέρυσι).

282. Πλημύρι, το = το τυρί φέτα, που μόλις έχει πυτιαστεί και πριν αλατιστεί. π.χ. Ιμένα μ' αρέζ' πουλύ του τυρί όταν είνι ανάλατο πλημύρ', του τρώου μι του χλιάρ'.

283. Πνάκας, ο. = Ο σλαβόφωνος χωρικός, αυτός που τρώει ένα γεμάτο πινάκιο φαγητό. Π.χ. Ου γαμπρός μας είνι πνάκας, γινήθκι κι τράνιψι στου δπλανό μας χουριό.

284. Πολιάνα, η = το ακαλλιέργητο, το χέρσο χωράφι, το μη περιφραγμένο. π.χ. δεν όργουσα του χουράφ' μ' πέντι χρόνια κι ίγκιν πουλιάνα.

285. Πόπορδου, το = είδος μικρού στρόγγυλου μανιταριού, {μάλλον απ’ τη λέξη αλεπόπορδο = η πορδή της αλεπούς). Π.χ. έκουψα μι του μαχαίρ’ μ’ του χέρ’ μ’ κι έβαλα ουπάν σμ πληγή πόπουρδου για να σταματής΄ του γαίμα.

286. Πουδήματα, τα = Τα υποδήματα, τα παπούτσια.

287. Πουδουνάρι = το ένα στέλεχος απ’ τα δύο τής περισκελίδας, του παντελονιού, το μπατζάκι. Και χλευαστικώς ο μικρόσωμος άνθρωπος. Π,χ, Δεν μπουρείς ισύ να μι βαρέσεις, ρε πουδουνάρ’, φύγι απού μπρουστά μ’.

288. Προύσκαρης, ο (προύσκας) = αυτός που έχει χοντρό πρόσωπο, που φαίνεται (το πρόσωπό του) σαν να είναι πρησμένο. π.χ. Ιχτές του δειλνό έπιζάμι βασλιάδια {=Κότσια} στου μισουχώρ κι ήρθι ου δάσκαλους ου προύσκας κι μας κυνήγσι.

289. (Από) πού το ξέρεις ; = Πώς το ξέρεις ; // Στον Γέρμα Καστοριάς οι κάτοικοί του, όταν  θέλουν να απευθύνουν σε κάποιον την ερώτηση «πώς το ξέρεις ;» χρησιμοποιούν τις περισσότερες φορές τη φράση «Από πού το ξέρεις ;» και για συντομία «πού το ξέρεις ;».

290. Πούρτσιος, ο και ο περτσιές= Η φράντζα, το τσουλούφι, η τούφα των μαλλιών τής κεφαλής και τής γενειάδας ανθρώπων και ζώων, και κατ' επέκτασιν, ο τράγος που έχει μυτερή τούφα στο γένι του, καθώς και το πουλαράκι {: γαϊδουράκι ή αλογάκι) που έχει φράντζα στο μέτωπό του. Κατ' ακολουθίαν αυτών λέγεται, π.χ.: "ο πούρτσιος, ή το πουρτσιάδι, πουρτσιαλνάει τις γίδες μας". Επίσης, όταν η γιαγιά κρατάει στα χέρια της και ταχταρίζει το μικρούλι εγγονάκι της άδει χαριτολογώντας το εξής περιπαικτικό άσμα : "Εμείς παιδί δεν είχαμε τον πούρτσιο χόρευάμι, τον πούρτσιο χόρευάμι, / τον πούρτσιο τον παλιόπουρτσιο τον τράγο με τα γένια, τον τράγο με τα γένια", υπονοώντας αστευευόμενη, ότι το μικρό εγγονάκι της δεν είναι παιδάκι, αλλά χαριτωμένο τραγούλι (!). Σε άλλα μέρη προσθέτουν στο αναφερόμενο άσμα και τη φράση, “μι τα τρανά τα γένια, που στράγγζι τα βαένια", το λένε δε για (σε) νεαρούς που πίνουν οινοπνευματώδη ποτά.

291. Πυτιά, η (πτυά) = το περιεχόμενο του στομαχιού, η τροφή που βρίσκεται στο στομάχι. π.χ. μη κρέμισι πιδί μ' απ' του δέντρου μι του κιφάλ' σιακάτ', γιατί θα γυρίσ' η πτιά σ' ανάπουδα.

292. Πυρώνω, -ώνομαι = βάζω κάτι κοντά σε φωτιά για να ζεσταθεί. π.χ. Κρύουσα κι για ταύτου έκατσα κοντά στ' φουτιά, για να πυρουθώ.

293. "Ραγίζω την καρδιά" (: ραΐζου 'ν γκαρδιά) = στενοχωρώ κάποιον πάρα πολύ. π.χ. "Ου μακαρίτς ου άντρας μ' πουτέ δεν μι ράγσι 'ν γκαρδιά", -"σι ράγσι όμους τα πλιβρά (: πλευρά)", απαντούσε ψιθυριστά η κακεντρεχής γειτόνισσά της.

294. Ρίχνουμι (: ρίχνομαι) = πηδώ. π.χ. Ιγώ ρίχνουμι πέρα απ' του μκρο του πουτάμ' {: Εγώ πηδώ τον μικρό ποταμό}. Η λέξη πηδώ δεν χρησιμοποιείται.

295. Ρογκαλνώ = Ρεύομαι. π.χ. Όταν τρώου φασούλια όλου ρουγκαλνώ , δεν είμι για κόσμου.

296. Ρουφτός, ο = Ρουφ(ιχ)τός. Πχ. Το αβγό το έβρασες λίγη ώρα και γι’ αυτ΄΄ο είναι ρουφτό.

297. Σαχνίζω = εξατμίζομαι και ξηραίνομαι. (μάλλον από το αχνίζω). Χρησιμοποιείται μόνον όταν γίνεται αναφορά σε ανοιχτές σωματικές πληγές. π.χ. Ιχτές του προυί πιδικόθκα στου δρόμου κι έπισα κι βάρισα στου γόνατου κι βήκι πουλύ γαίμα, όμους δεν του πείραξα, τ΄ άφκα να σαχνίσ’ κι να πιάσ’ κουκούδ’.

298. Σαρκώνω = τρώω καλή τροφή για να αυξηθεί η σάρκα τού σώματός μου, για να αποκτήσω δύναμη. π.χ. Θα φάου φαΐ με κριάς για να μι σαρκώσ'. Να φας τυρί για να σι σαρκώσ'.

299. Σβαρτανέλα.

300. Σβηκώνω = πίνω πολύ κρασί, ρακί κ.ά., είμαι μπεκρής. π.χ. Ου Λιγουνίδας {Λεωνίδας} σβηκών' κάθι βράδ' πουλύ κρασί, άμα δεν κόψ' του σβήκουμα θα τουν βρει τρανό κακό

301. Σειησμάρα= ψυχική ταραχή, συναισθηματική αναστάτωση. π.χ. Μι είπι κάτ' λόϊα η Λυμπιάδα κι μι σείησι, απού σειησμάρα να μη γλυτώσ'.

302. “Σηκώνω την ουρά του”. {τουν σκώνου απού τ΄ νουρά τ'} = Κολακεύω κάποιον για να ξεγελαστεί και να κάνει αυτό που εγώ επιθυμώ. {Γέρμας Καστοριάς}. Η προέλευση της φράσης: Το μικρό αρνάκι, πάντα όταν βυζαίνει γάλα από τη μητέρα του, σηκώνει ενστικτωδώς την ουρά του και την κινεί γρήγορα πέρα – δώθε. Έχοντας αυτό υπόψη ο βοσκός, όταν ιδεί κάποιο αρνάκι να μη θέλει να βυζάξει, σηκώνει ο ίδιος με το δάκτυλό του την ουρά τού μικρού ζώου, την κουνάει πέρα – δώθε και αυτό πίνει γάλα αμέσως και με βουλιμία!

303. Σιάβαρο, το = Το ελαφροβαρές σκουπίδι, το ξυλαράκι, το μικρό χορτάρι που επιπλέει στο νερό. π.χ. Μη πίντς νιρό απ' αυτήν ντ βρύσ' (πηγή), γιατί έχ' σιάβαρα.

304. Σιάπκα, η = είδος καλύμματος ανδρικής κεφαλής που ομοιάζει με μπερέ. π.χ. Βάλι στου κιφάλτς μια σιάπκα γιατί θα κρυώσ’ κι θα σι πουνάει.

305. Σιάργκος, ο = το ανακατωμένο μαλλί των προβάτων. π.χ. Ω Τζήκα {= Ζήση}, του μαλλί που μι πούλτσις ιφέτος για να πλέξου φανέλις δεν ήταν καλό, είχε σιάργκου.

306. Σιαργκούτια, τα = τα ποικίλα αγριολούλουδα με τα οποία πλέκονται τα μαγιάτικα στεφάνια. π.χ. Αμώρ Λιόπα {= Πηνελόπη}, ταχιά που είνι Προυτουμαϊά θα πάνου στου λιβάδ' να "πιάσου του Μάη" και να μάσου σιαργκούτια για να πλέξου στιφάνια.

307. Σιατραφούλης, ο = Ο διαβολάκος, το μικρόσωμο και πολύ ατίθασο παιδάκι, το διαβολεμένο, αλλά και χαριτωμένο αγόρι. Π.χ. Στου σπίτ' μας ήρθι ιχτές κι ου σιατραφούλτς τ΄ ξάδιρφου μ' ντ Γιώργου. Ακάτσουτου πιδί, όπ' να πάει δεν αφήν' τα δυό αντάμα.

308. Σιόχαλο, το = Το εσωτερικό στέλεχος της κούκλας του καλαμποκιού επάνω στον οποίο βρίσκονται οι κόκκοι του.

309. Σκαλιουρνώ και σκαλιουρίζω = δίνω τις πρώτες ευχές σε νεόνυμφους.

310. Σκαλιώρα, η (εις καλή ώρα;) = η πρώτη επίσκεψη Γερμανιωτών σε οικία νεοαρραβωνιασμένων και νεόνυμφων για να τους συγχαρούν (τους νεοαρραβωνιασμένους και τους νεόνυμφους) και να τους ευχηθούν αναλόγως. π.χ. Απόψι θα πάνου στου σπίτ' τς ανιψιάς μ' π' αρραβουνιάσκι, για να τ' σκαλιουρίσου.

311. Σκαμπάρδακας, ο = Ο πολύ μικρός, λευκός κι εδώδιμος βολβός του αγριολούλουδου "γαλάζια καμπανούλα". π.χ. Προυχτές ανέφκα στου βνό μι τα πρόβατα μ', σκάλτσα του χώμα, έβγαλα 5-6 σκαμπαρδακαίοι κι τς έφαγα /// Μεταφορικώς και χλευαστικώς λέγεται σκαμπάρδακας και ο κοντούλης και χοντρούλης άνθρωπος

312. Σκανντλήθρα, η (σκαντηλήθρα) = Η σπίθα ξύλων που καίγονται στο τζάκι. π.χ. Μη συμπάς (: ανακατεύεις, σκαλίζεις) τα ξύλα που καίουντι στου τζιάκ, γιατί πιτάζουντι σκαντλήθρις.

313. Σκαπετώ = καταπίνω μία μπουκιά ψωμιού, φρούτου, φαγητού, κ.ά. Π. χ. Όταν τρως να μην διάζισι, να σκαπιτάς καλά ντ΄ δαγκουσιά σ΄ για να μην γκριλουθείς.

314. Σκούπιρο, το = το μικρό σκουπίδι, κάτι που έχει μικρόν όγκο.

315. Σμαζώνω το σβέρκο = κόβω το λαιμό ενός ζώου. Μεταφορικώς, πεθαίνω, π.χ. Μη πιρπατάς ξπόλτους στα χιόνια γιατί θα σμάσεις (ή, θα σμάεισς) του σβέρκου σ’.

316. Σούργμα, το = Το σιγανό, μακρόσυρτο και διακεκομμένο σφύριγμα όμοιο με κελάρυσμα ρυακιού, που κάνει ο αγρότης όταν πίνουν νερό τα μεγάλα ζώα του, άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, για να τα παρακινήσει να πιουν αρκετό. π.χ. Πιδί μ' Κιάδη (Αλκιβιάδη > Κιβιάδη > Κιάδη), τώρα που θα πας τα γουμάρια σ'ν κουπάνα να πιουν νιρό να τα σουρίζεις, γιατί όταν πίνουν νιρό θέλν ν´ ακούν σούργμα.

317. Σουγγάρι, το. (μάλλον απ’ τη λέξη σφουγγάρι, όπως λέγεται σε πολλά άλλα μέρη). = το μικρότερο, το τελευταίο παιδί τ’ης οικογένειας, το τελευταίο αρνάκι κ.ο.κ. Π.χ. Ιγώ είμι του σουγγάρ’ τ’ πατέρα μ’, έχου άλλα πέντι αδέρφια τρανύτιρα απ’ τ’ ιμένα.

318. Σοφολογώ = Επινοώ, εφευρίσκω. π.χ. Πώς του σουφουλόησις αυτό του κέντημα; Πώς του σουφουλόησις αυτό του ιργαλείου!

319. Σπάζω = τρυπάω κάτι με λεπτό αιχμηρό αντικείμενο. π.χ. "αν μι σπάσεις μι βελόνα, θα σι σπάσω μι Σακοράφα" {: άν με σπάσεις με βελόνα, θα σε σπάσω με Σακοράφα}. Για την έννοια της λέξης "σπάζω" χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά η λέξη "τσακίζω".

320. Σπαράζω = σκουντώ ελαφρώς κάποιον, τον αγγίζω με το χέρι μου, τον κουνώ λίγο και τον σπρώχνω ελάχιστα. πχ. Μη σπαράζεις του γιντσιάρκου (: το νεογέννητο) του πιδί που κοιμάτι, γιατί θα ξυπνήσ'.

321. Σπλινί, το = το πόμολο της πόρτας. π.χ. Ω Σουκράτ΄ {: Σωκράτη}, τσακίσκι του σπλινί τς πόρτας μ' κι δεν μπουρώ να τ'ν ανοίξου. {Γέρμας Καστοριάς}.

322. Σπλινίζομαι = Παρακινιούμαι, (παρακινιέμαι) να κάνω ή να πάρω κάτι, όταν βλέπω να το κάνει ή να το έχει κάποιος άλλος. π.χ. Ου Μήτας {: Δημήτρης) έψηνι ιχτές κρέας στουν νουβουρό τ', τουν είδα κι σπλινίσκα κι ύστρα έψησα κι ιγώ.

323. Σπιτιάτης (σπιτιάτς), ο = Ο άνθρωπος που διαμένει σ´ ένα μονόσπιτο μαζί με άλλα άτομα της δικής του ή και κάποιας άλλης συγγενικής ή φιλικής του οικογένειας. π.χ. Ιπρουχτές μαζώχκαμι όλ´ οι σπιτιάτ'  'πού κάτ´ ´πού ´μ πιρουγλιά (κληματαριά) κι είπαμι ν´ αλλάξουμι τα κιραμίδια στου τσιατί (σκεπή) απ´ του σπίτ´ {σ.σ. δεν μπορούμε να πούμε "του σπιτιού", επειδή το γλωσσικό μας ιδίωμα δεν έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη γενική πτώση κι αναγκαστικά η έννοιά της αποδίδεται περιφραστικώς}.

324. Σπιτοτόπι, το = το οικόπεδο. π.χ. Θέλου ν' αγουράσου ένα καλό σπιτουτόπ' για να κτίσου ένα τρανό σπίτ'.

325. Σταυρί, το = το κάτω μέρος της ανθρώπινης πλάτης, εκεί που η σπονδυλική στήλη "σταυρώνεται", ενώνεται με τα οστά της λεκάνης. π.χ. Άμα κάτσου πουλιές ώρις σ'ν καρέκλα, μι πουνάει του σταυρί κι θέλου να πάου να τιντουθώ {= ξαπλώσω} στου κρεβάτ' .

326. Στέντζιαρος, ο = Ο ξύλινος χοντρός πάσσαλος ύψους περίπου 1,7 μ., που στηνόταν στο κέντρο του αλωνιού και στον οποίον έδεναν τα άλογα ή τα βόδια, που γύριζαν ολόγυρά του και αλώνιζαν τα στάχυα των σιτηρών. π.χ. Νίκου, δέσι τ' άλουγα στουν στέντζιαρου για ν' αλουνίσουμι του κθάρ΄

327. Στη βέργα απόμεινε (σντ βέργα απόμκι) {υποτιμητική και επιτιμητική έκφραση}= έγινε ταπεινός δάσκαλος, ενώ θα μπορούσε να γίνει κάτι πολύ μεγάλο { ! } όπως δικηγόρος, γιατρός, γεωπόνος, κτηνίατρος κλπ. ( Γέρμας Καστοριάς).

328. Στελνάρι, το. - Το πολύ μικρό πετραδάκι. π.χ. Αν του βρώμκου του νιρό πιράσ' απού σαράντα στιλνάρια καθαρίζ' κι πίνιτι, μη του φουβάσι. / Του χουριό μ' παίρν' ιυκουλουχώνιυτου νιρό απού τ' Ασπρουστέλναρα. {: περιοχή στο όρος Μουρίκι Καστοριάς - Κοζάνης}.

329. Στοιχιούμαι (στχιούμι) = αναλαμβάνω εργασία ως βοσκός προβάτων για τη θερινή περίοδο. π.χ. Κάθι χρόνο στχιούμι τζιουμπάνους στουν Διουέν' (Διογένη), ιφέτους θα στχθώ στουν Χαρίλα. Μια χρονιά στχίθκα στουν Μινέλα (Μενέλαο).

330. Στούπα (στούμπα), η.= η πολύ μεγάλη ποσότητα φρούτων σε ένα δέντρο. π.χ. Ιφέτος η μπλιά μ' έχει στού(μ)πα τα μήλα.

331. Στούπωμα, το = το πόμα, η τάπα ενός μπουκαλιού, ενός δοχείου.

332. Στουπωμένος (στουμπωμένος), ο = Ο κοντόχοντρος άνθρωπος. π.χ. Του πιδί σ' είνι Στου(μ)πουμένου, μη του ταΐζεις τόσου πουλύ.

333. Στουπώνω = βουλώνω, κλείνω με τάπα ή με καπάκι ένα δοχείο, ένα μπουκάλι κ.λ.π.

334. Στρέκλιας, ο = Το μικροσκοπικό έντομο οίστρος που κεντρίζει και ταλαιπωρεί πάρα πολύ τα ζώα και ιδίως τα βόδια. π.χ. Ιχτές του μισμέρ ήρθι στρέκλιας στα βόδια μ' κι στρέκλιασαν, δεν μπουρούσα να τα μάσου απού του βνο.

335. Στρεματίζω (μάλλον παραφθορά του στρωματίζω) = σκάβω βαθιά και εξομαλύνω το ανώμαλο έδαφος ενός αγροτεμαχίου για να φυτέψω κλήματα αμπέλου. Π.χ. Όταν ήμαν νέους πήγινα κι στριμάτζα μι τουν κασμά πουλλά χουράφια, δούλιυα όλ’ ντη μέρα για ένα κουμάτ’ ψουμί.

336. Στρίμπουμα, το = η στόμωση ενός κοπτικού εργαλείου (μαχαιριού, ξυραφιού, τσεκουριού κ.ά.), η άμβλυση τής κόψης του απ' την πολλή ή την ακατάλληλη χρήση του. π.χ. Βάρισα χουρίς να του θέλου του τσικούρ' σι μια γιρή πέτρα κι στρίμπουσι η κόψ' τ, πρέπ' τώρα να τ' ακουνίσου. // {Σόκιν παροιμιακή έκφραση}: “Στρίμπουσι τς μπάμπους για τ' κόσμ' τα χατήρια” (Η μπάμπω ενέδιδε σε όλους, δεν χαλούσε χατήρια)}.

337. Συναλλάζω = κατευθύνω το νερό άρδευσης και ποτίζω με τη σειρά όλα τα ξεχωριστά τμήματα ενός καλλιεργούμενου αγρού. π.χ. Τράβα τώρα στου χουράφ' να συναλλάξεις του νιρό γιατί πουτίσκαν οι πρώτις μπάντις {: βραγιές}.

338. Συρμί, το = επιδημία συνάγχης, ελαφρά γρίπη. Π,χ. Ιπέρσ' που μ' έπιασι του συρμί έκαμα ένα μήνα να διάβου (: να γίνω υγιής).

339. "Το στρώνω τής ποδαριάς" = α) φεύγω από κάπου τρέχοντας β) κυνηγώ κάποιον. π.χ. Είδα στον δρόμο έναν μεγάλο σκύλο και " τό 'στρωσα της ποδαριάς". Τον συνέλαβα να κλέβει και "τον έστρωσα της ποδαριάς"

340. Σφούγγος, ο =το βρώμικο ρούχο, το πολύ λερωμένο ένδυμα. π.χ. Πήγα κι δούλιψα στου χωράφ' μ' και λιρώθκι του παντιλόν' μ', σφούγγους ίγκιν, πρέπ' να του πλύνου.\\\ Σφούγγας, ο = ο άπλυτος, ο βρώμικος άνθρωπος. π.χ. ου Νίκους είνι σφούγγας, λούζιτι μόνι μια φουρά του μήνα.

341. Σχιζάρα, η = Το καυσόξυλο μήκους 1,5 μ. περίπου, που "βγήκε" από τον κομμένο κορμό μικρού δέντρου, το οποίο έχει σχισθεί κατά το μήκος του με τσεκούρι. π.χ. Απ' αυτό το κομμένο δέντρο οξυάς έβγαλα δέκα μεγάλες σχιζάρες, που θα τις φορτώσω στο μουλάρι μου και θα τις μεταφέρω στην ξυλοθήκη του σπιτιού μου.

342. Σων, το = ο θάνατος, το τέλος της ζωής. π.χ. Σν γΚατουχή, όταν μπήκαν οι Γιρμανοί στου χουριό μας κι τς είδαμι είπαμι "ήρθι του σών μας".

343. «Τα Ουρθά» = καθέτως // «Τα δίπλα» = οριζοντίως// Διπλάρια, τα = τα οριζόντια δοκάρια. Π.χ. Βάλι δγυό ξύλα “τα ουρθά”, άλλα δγυό ξύλα “τα δίπλα”, κι ουπάν σ’ αυτά κάρφουσι δγυό διπλάρια.

344. Ταχμανιάζω = τοποθετώ ένα αντικείμενο επακριβώς στη σωστή του θέση. π.χ. Η πόρτα σ' δε σφαλνάει καλά, ταχμάνιασέ την μι τς μιντισέδις τς στου κατώφλιου τς.

345. Τζατζούλ’, το = Μάλλινος οξυκόρυφος σκούφος - κουκούλα μιας κάπας βοσκού. Π.χ. Ιχτές πήγα στου Παναΰρ’ τς Χρούπστας κι αγόρασα μια κάπα κι ένα μαλλιώτου μι τζατζούλ’. /// Ένα παλαιό ευτράπελο παιδικό δίστιχο: Ω’ πιδί μι τού τζατζούλ’, μήπους είδις κανα γουμαρούλ’;

346. Τζιαμάλα, η = το παραγεμισμένο στομάχι με υπερβολικό φαγητό. Π.χ. Ιχτές πήγα στ’ χαρά τ’ Μίλιου {: Μιλτιάδη), έφαγα πολύ φαΐ κι έκαμα ’ν κλιά μ’ τζιαμάλα.

347. Τζιαουνίζω {τζιαβανίζω ;}= γκρινιάζω και διαμαρτύρομαι με ακαθόριστα λόγια και με σιγανή ένταση φωνής / Τζιαβάνι, το = ο γκρινιάρης. π.χ. Ου Χαρίλας όλ' μέρα τζιαουνίζ' κι μουτσουκλιαίει, δεν ξέρ' τι τουν φταίει, είνι τζιαβάν

348. Τζιαρούχι, το = το χειμωνιάτικο λάχανο (κράμβη η λαχανώδης). π.χ. Σήμιρα αγόρασα απού τουν μανάβ' ένα τζιαρούχ', που θα του μαγειρέψου ταχιά μι γουρνίσιου κρέας. [σ. λάχανο λέμε το λάπαθο].

349. Τζιβώνου (Τζιβώνω) = Κλείνω τα μάτια μου. Πχ. Όταν κόβου ξύλα στου βνό τζιβώνου τα μάτια μ’ για να μη μι τα βαρέσ’ καμιά σχιζάρα (: μικρό και λεπτό τεμάχιο ξύλου) κι μι τα βγάλ’. / Όταν είμασταν μκροι στου σκουλειό έπιζάμι στα διαλείματα τζιβουντό, μι τζιβουμένα τα μάτια.

350. Τζουρτζούλα, η = Η μυτερή κορυφή ενός βουνού.. Π.χ. Ιφέτους θα πάμι να μάσουμι τσιάι στουν Πάσχου, στ’ Τζουρτζούλα, ικεί βγαίν’ του καλύτιρου. // Γνωστή και θεατή απ’ όλους τους Γερμανιώτες είναι η χαρακτηριστική Τζουρτζούλα του βουνού Πάσχος.

351. Τιάφ’ η = το θειάφι. Π. χ. Ιχτές όλ’ ν’ μέρα έβριχι κι πρέπ’ σήμιρα που άνξι ου κιρός να τιαφίσου {: θειαφίσω, να ραντίσω με θειάφι) τ’ αμπέλ’ μ’.

352. Τιαφίζου {: Θειαφίζω) = (μεταφορικώς και χλευαστικώς) Πέρδομαι χωρίς ήχο και προκαλώ δυσοσμία. Π.χ. Όποιους τιάφσι {: θειάφισε) να βγεί αγλήγουρα όξου απ’ του νουντά.

 

353. Τόπια, τα = τα κανόνια. π.χ. Αυτός ου ικανός ου άντρας αν είχι κι ικανή γυναίκα μι τα τόπια δεν θα τον σιούκουναν.

354. "Του στρώνου τς πουδαριάς” (: Το στρώνω τής ποδαριάς) = α) φεύγω από κάπου τρέχοντας β) κυνηγώ κάποιον. π.χ. Είδα στον δρόμο έναν μεγάλο σκύλο και "τό 'στρωσα τς πουδαριάς". Τον συνέλαβα να κλέβει και "τουν έστρωσα τς πουδαριάς" {κοινή έκφραση στον Γέρμα Καστοριάς}

355. Τούκανος, ο = το "κούφιο" κεφάλι ενός απρόσεκτου ανθρώπου, και ειδικότερα η κορυφή του κεφαλιού. π.χ. Μάλουνα μι τουν Γιώργου κι χουρίς να του καταλάβου μι βάρισι μ' ένα ξύλου στουν τούκανου.

356. Του σκλι θελ' να εχ' τ' αφεντικό τ' πουλλά πιδιά για να παίζ' (το σκυλί) μι τ' αυτά (με τα παιδιά), ινώ η γάτα δεν θέλ' να εχ' τ' αφεντικό τς πιδιά για να παίζ' (το αφεντικό της) μι τ' αυτήν. {: Το σκυλί θέλει να έχει ο ιδιοκτήτης του πολλά παιδιά για να παίζει μαζί τους, ενώ η γάτα δεν θέλει να έχει ο ιδιοκτήτης της παιδιά για να παίζει μ' αυτήν}. Λαϊκή παροιμιακή φράση.

357. Τραγατσίκα = Ο σάκος που είχε παλαιότερα ο ζητιάνος κρεμασμένον στον ώμο του, μέσα στον οποίον τοποθετούσε ό,τι μάζευε απ’ τη ζητιανιά του. Π.χ Ιπρουχτές ήρθι στου σπίτ’ μας ένας ζουτλάρς με δγιό τρανές τραγατσίκις κρεμασμένες στα νώμια τ’.

358. Τρέμας, ο = ο πολύ τσιγκούνης άνθρωπος, που τρέμει το χέρι του όταν πρόκειται να δώσει κάτι

359. Τριχούλ', το= μικρός τροχός, ρόδα, και μεταφορικώς ο κοντόχοντρος άνθρωπος (!). π.χ. Ιφέτους τάισα πουλύ του γουρούν' μ', τριχούλ' του έκαμα. Πώς χόντρινι ετς ου Γιάνντς, τριχούλ' γίνγκιν (Μήπως τροχούλι, δηλαδή μικρός ασβός;  Τρόχος = ο ασβός).

360. "Τρουίρου - ίρου" = τριγύρω - γύρω, ολόγυρα. π.χ. η αλούπα ιψές πχιαλούσιν όλ' 'ν νύχτα τρουίρου - ίρου στου κουμάσ', για να βρει να φάι καμι' αρνίθα. {= η αλεπού χθές βράδυ έτρεχε όλη τη νύχτα γύρω - γύρω στο κοτέτσι, για να βρει να φάει καμία κότα.}

361. Τρουπί, το ( ή τρούπος, ο ) = τεμάχιο χοντρού κορμού κομμένου δένδρου μικρό σε μήκος. π.χ. Έκουψα του δέντρου που είχα στου χουράφ' μ' κι έβγαλα πέντι τρανά τρουπιά, απ' τ' αυτά θα βγάλου σν γκουρδέλα πουλλά σανίδια.

362. Τρυποσάκι, το = Άγριο δημητριακό φυτό με στάχυα άγανα που χώνονται και γαντζώνονται στα ενδύματα και στα σακιά των γεωργών. Εξ ού και η ονομασία του.

363. Τσαρτσάλα, η = Η λιγοστή ποσότητα ενός υγρού (νερού, κρασιού, κ.ά.) που βγαίνει και πέφτει με σιγανό κελάρυσμα (ακουγόμενο σαν τσαρ, τσαρ), απ΄ την κάνουλα μιας βρύσης, ενός βαρελιού κ.λ.π. Π.χ. Ιφέτους τουν Χμώνα δεν χιόντσι πουλύ στα βνά κι γι΄ αυτό τα πηγάδια μας {= οι κρήνες και οι βρύσες} έχουν μόνι μια τσαρτσάλα νιρό.

364. Τσεκουριά, η =  Η τομή που γίνεται από τσεκούρι και γενικώς κάθε εγκοπή και σχισμή. Μεταφορικώς, το αιδοίο της γυναίκας. Π.χ. Αμόρ Κτιώρου (: Βικτώρια), σύμμασι τα πουδάρια σ’, θα φανεί η τσικουριά σ’.

365. Τσεκουρώνω ή και τσεκουρεύω = κόβω με το τσεκούρι, και μεταφορικώς κόβω, περικόπτω, τεμαχίζω κάτι. Π.χ. Αυτό του κουρίτσ’ είχι καλό όνουμα, Βιουλέτα, γιατί του τσικούριψι κι τού ’καμι Λιέτα; Δεν είνι για μέρα.

366. Τσιακτώ = χτυπώ δύο σκληρά αντικείμενα μεταξύ τους και παράγουν τον ήχο τσιάκ - τσιάκ. π.χ. απ' του πουλύ του κρύου τσιακτώ τα δόντια μ'.

367. Τσιανάκας, ο = Ο μεγαλόσωμος άνθρωπος, που για να χορτάσει τρώει μια μεγάλη τσιανάκα {: γαβάθα) φαγητό. Π.χ. Έχου έναν αξάδιρφου τσιανάκα, τρώει έναν τέντζιαρ’ φαΐ σν κατσιά.

368. Τσιαταμπόντς, ο (τσιαταμπόνης).= Ο οργανοπαίκτης λαϊκής κομπανίας χάλκινων μουσικών οργάνων. π.χ. Ιψές γλιντούσα μέχρι του προυί. Οι τσιαταμπόνδις βάριναν τα όργανα κι εγώ χόριυα.

369. Τσιατούρι, το = πήλινο δοχείο νυκτός για υπέργηρο άνθρωπο ή για κατάκοιτο ασθενή. π.χ. είνι πουλύ άρρουστους, τουν βάνουν του τσιατούρ'. Ο τσιατούρας = αυτός που πάσχει από ακράτεια ούρων.

370. Τσιάτος, ο // τσιάτα, η= δυνατό χτύπημα (χαστούκι) στο μάγουλο με ανοιχτή την παλάμη. π .χ. Φύγι απού αμπρουστά μ' παλιόπιδου, γιατί θα σι δώσου έναν τσιάτου (ή μια τσιάτα) στου μάλουγου {= μάγουλο) που θα είνι όλους θκό σ'.

371. Τσιούτσιανος, ο = Ο μικρός σε ηλικία ή σε μπόι. Π.χ. αγόρασα ιχτές απ’ του παζάρ’ ένα τσιούτσιανο μουσκάρ’, θα του ταΐσου έναν χρόνου κι ύστιρα θα του πλήσου.

372. Τσιούτσκα, η = Η ανάβαση – τοποθέτηση ενός μικρού παιδιού στους ώμους ενός ενήλικα προς τέρψη ή για κοντινή μεταφορά του. // Προέρχεται ίσως από το παράγγελμα «τσιούτσκ», που δίνει ο αναβάτης ενός γαϊδάρου όταν βαδίζει και θέλει να τον σταματήσει επί τόπου, ή από τη λέξη «τσιούτσκανος», που σημαίνει μικρός. π.χ. Ου Νίκους πήρι του τσιούτσκανου πιδί τ’ τσιούτσκα κι του πήγι στου παναύρ’ τς Χρούπστας (του Άργους Ορεστικού). Σημ. Η λεγόμενη «τσιούτσκα πιπεριά» στον Γέρμα λέγεται φραγκοπιπεριά.

373. Τσιποκάρυδη, η = Η καρυδιά που καρπίζει μεγάλα και νόστιμα καρύδια.

374. Τς κλιάς (: της κοιλιάς) = η ξαπλωμένη θέση του σώματος με την κοιλιά προς τα κάτω, η στάση μπρούμυτα. π.χ. Ιχτές πέρασάμι πουλύ καλά στου βνο, ήμασταν ολ' μέρα ξαπλουμέν' τς κλιάς. Ξικαρδίσκαμι απ' τα γέλια, έπισάμι τς κλιάς.

375. Τσκόλ’, το = Η επιμήκης σιδερένια μπάρα που ήταν τοποθετημένη στην εσωτερική πλευρά τής εξώπορτας του σπιτιού, για να εμποδίζει το ανεπιθύμητο άνοιγμά της απ’ έξω. {: ίσως, το ευρισκόμενο στη μεριά του «κώλου» της πόρτας). π.χ. Η νιάνια μ' {= θεία μου), όταν κοιμάτι μόναχ' στου σπίτ' τς βάν' τα τσκόλια ζ' μπόρτα τς κι καένας δεν μπουρεί να σιβεί να 'μ πατήσ'

376. "Τσουράπι το στόμα της" {"τσιουράπ' του στόμα τς"}= το στόμα αυτής της κακόγλωσσης γυναίκας είναι σαν ξεχειλωμένο και κουρελιασμένο τσουράπι, σαν ξεσχισμένη και βρώμικη μάλλινη κάλτσα.

377. Τσιουκαλίδι, το = το ρόπτρο. π.χ. Ου Μινέλας έχ' σμ πόρτα απ' του σπίτ' τ' ένα πουλύ όμουρφου τσιουκαλίδ'.

378. Τσιουτνιάζω (: τσιουτινιάζω) = αναρριγώ, ανατριχιάζω από κρύο ή από πυρετό. π.χ. Έπισι πουλύ χιόν' κι τσιουτνιάζου απ' του κρύου. Θα πέσου να κοιμθώ, γιατί έχου θιρμασιά κι δεν αντέχου του τσιουτίνιασμα.

379. Τσουτσούλι, το = Το λεπτό και μυτερό αντικείμενο. Και μεταφορικώς η κλειτορίδα.

380. Τσουτσουλωτός, ο, η, το = Ο ψηλόλιγνος άνθρωπος που περπατάει καμαρωτός κι έχοντας ψηλά το κεφάλι του. Και ειρωνικώς, ο κοντός άντρας, που όταν βαδίζει προσπαθεί να φανεί ψηλός.

381. Τσιντζιλάκι, το = το τσιγκελάκι πλεξίματος. π.χ. Ιχτές όλ' ´ν μέρα η Λιόπα {= Πηνελόπη} έπλικι μι του τσιντζιλάκ'. Δίπλα τς κάθουνταν η Λιούμπου {= Ολυμπία} κι παραδίπλα τς η Λυμπιάδα {= Ολυμπιάδα} κ' η Λιόνα {= Ελένη}.

382. Τσιτσιδόνα, η = Η καρδερίνα. π.χ. Μια τσιτσιδόνα έφκιασι τ' φουλιά τς σ'ν μπλιά μας (: στη μηλιά μας) κι έχ' μέσα 4 - 5 όμουρφα τσιτσιδουνούλια.

383. Τσιούτσκα, η = Η ανάβαση – τοποθέτηση ενός μικρού παιδιού στους ώμους ενός ενήλικα προς τέρψη ή για κοντινή μεταφορά του. // Προέρχεται ίσως από το παράγγελμα «τσιούτσκ», που δίνει ο αναβάτης ενός γαϊδάρου όταν βαδίζει και θέλει να τον σταματήσει επί τόπου, ή από τη λέξη «τσιούτσκανος», που σημαίνει μικρός. π.χ. Ου Νίκους πήρι του τσιούτσκανου πιδί τ’ τσιούτσκα κι του πήγι στου παναύρ’ τς Χρούπστας (του Άργους Ορεστικού).

384. Φανελοβράκι, το = Το αντρικό, μάλλινο, μακρύ (ποδήρες), και λευκό σώβρακο της παλαιάς εποχής που το έραβαν από χοντρό ύφασμα, που είχαν υφάνει οι γυναίκες του σπιτιού σε αργαλειό. π.χ. Ιγώ πήρα προίκα κι πέντι φανιλουβράκια.

385. Φουλτάκι, το = μικρή φουσκάλα στο δέρμα, μικρά σπυράκια. π.χ. Ακούμπσι του χέρ' μ' σι μια τσουκνίδα κι γιόμσι φουλτάκια. Βήκαν (: βγήκαν) στου ποδάρ' μ' τρία τρανά σπυριά κι πουλλά φουλτάκια.

386. Φουρνοτάρα, η = η λαγάνα.

387. Φράγκ'κ πιπιριά (: Φράγκικη πιπεριά) = η καυτερή πιπεριά. π.χ. Έριξα στα φασούλια όταν έβραζαν μια φράγκ'κ' πιπιριά κι όταν τα έφαγα μ' έκαψαν πουλύ, βήκαν τα μάτια μ' όξου.

388. Φράγκος= ο υπερβολικά ευέξαπτος, ο πολύ οργισμένος και σκληρός άνθρωπος. π.χ. Όταν ου μπάρμπας μ' έμαθι ότι τουν έκλιψαν του άλουγου τ', θύμουσι πουλί, φράγκους ίνγκιν.

389. Χαιρετίζω = ασπάζομαι και προσκυνώ μια ιερή εικόνα της Εκκλησίας μας. π.χ. Σήμιρα του προυί πήγα σν ικκλισιά κι χιρέτσα 'ν ικόνα τς Παναϊάς. Ταχιά θα πάου να χιριτίσου ν' εικόνα τ' Πρόδρουμ΄ τ΄ πουνουκιφαλτστή

390. Χαλαμαντριά, η = το χαλασμένο μαντρί, το γκρεμισμένο σπίτι. π.χ. Ήμαν σν Αυστραλία είκουσ' χρόνια κι του σπίτ' μ' ιδώ ίγκιν χαλαμαντριά.

391. "Χαλνώ την καρδιά μου" {χαλνώ 'ν γκαρδιά μ'} = μαλώνω και διακόπτω τις φιλικές σχέσεις που έχω με κάποιον. π.χ. Προυχτές βρήκα τουν Μουστάκα {: Θεμιστοκλή} να κλιέβ τα σταφύλια μ' κι χάλασάμι τς καρδιές μας.

392. Χαροκοπιά, η = η ανεξήγητη υπερβολική ευθυμία, η αναίτια ψυχική ευφορία. [Χρησιμοποιείται με σκεπτικιστή διάθεση] . π.χ. Τί χαροκουπιά είνι αυτή που μας βρήκι σήμιρα! σι καλό να μας βγει.

393. Χειρότχια = γάντια // πουδήματα = υποδήματα, παπούτσια // κουλόβιου, το = πουλόβερ. π.χ. Ιχτές πήγα στου Παζάρ' κι ψούντσα ένα ζιβγάρ' χειρότια, ένα ζιβγάρ' πουδήματα κι ένα πράσνου κουλόβιου. // Πουδένου = φοράω τα παπούτσια μου. π.χ. Στέκα λίγου να πουδέσου τα παπούτσια μ' = περίμενε λίγο για να φορέσω τα παπούτσια μου. // Πουδιμένος = ο φορών παπούτσια. // Ξιπόδιτος = ο ξυπόλυτος.

394. Χνούμη, η = Τα πολύ μικρά τμήματα του άχυρου που περιέπιπταν στο αλώνι μετά το λίχνισμα και το κοσκίνισμα τού γεννήματος των σιτηρών. Τη χνούμη την έριχναν ως ενισχυτικό υλικό στη λάσπη χώματος με την οποία έφτιαχναν τα ωμά χωμάτινα πλιθιά που χρησιμοποιούσαν στην κατασκευή σπιτιών, κ.λ.π., π.χ. Ιχτές έμασα απ' τ΄ αλών' ένα τσιουβάλ' χνούμ για να φκιάξου σήμιρα κάμπουσα πλιθιά.

395. Χνω = Παρακινώ, παροτρύνω με κατάλληλες άναρθρες κραυγές έναν σκύλο να επιτεθεί σε κάποιον άνθρωπο ή σε κάποιο ζώο. Π.χ, Τσιόλη (: Χριστόδουλε}, σι παρακαλώ να μη χνας του σκλι σ’ όταν  γλιέπς στου δρόμου μκρα πιδιά, θα δαγκώσ’ καένα κι θα βρεις του μπιλιά σ’.

396. Χοβ (ένα χοβ) = συνεχώς, επανειλημμένως. Π.χ. Ου Τσιάτσιους {: Θανάσης) ένα χόβ’ γυρεύ’ δανκές παράδις.

397. Χολοσκάζω. = Στεναχωριέμαι πάρα πολύ . π.χ. Μη χουλουσκάιζς για τα πιδιά σ’, γιατί ισύ θ’ αρρουστήσεις και θα πιθάντς κι αυτά ύστρα θα βρουν τουν δρόμου τα.

398. Χουρχουλάζω = κοχλάζω. π.χ. τα φασούλια χουρχουλάζουν πουλύ ώρα, βγάλ' τουν τέντζιαρ' απού τ' φουτιά.

399. Χόσκα, τα = Τα αστειολογήματα, τα ευτράπελα ανέκδοτα. Π.χ. Ου αξάδιρφους μ’ ου Κιάδης (Αλκιβιάδης – Κιβιάδης- Κιάδης) μας έκαμι να γιλάσουμι με τα χόσκα που είπι.

400. Ψίχα - ψίχαλα - ψ'α = πολύ λίγο, πολύ μικρή ποσότητα. π.χ. Τώρα πείνασα πουλύ κι θέλου να φάου ψίχα κασιέρ. Ιχτές του προυί είδα ψίχαλα τουν αξάδιρφου μ´ κι τουν έδουκα ψ'α ρακί.

401. Ψυχοπιάνομαι = ενδυναμώνομαι σωματικά, τονώνομαι. π.χ. Κόπκα απού τ' νηστεία, κι θέλου να φάου λίγου χαλβά για να ψιχουπιαστώ.

402. Ψωμοκύδωνο, το = κυδώνι παλαιάς ποικιλίας, μικρό στο μέγεθος, με σκληρή σάρκα και με σχετικώς μεγάλο χρονικό διάστημα διατήρησης εκτός ψυγείου.

403. Ω΄ : Κλητική προσφώνηση: Τα αρσενικά και τα ουδέτερα ονόματα με το άρθρο - ω -, ενώ τα θηλυκά με το – μω - και με το αμόρ'. π.χ. Ω' Γιώργο, έλα ιδώ. /// Ω' παιδί, φόρισι τα παπούτσια σ' /// Μώ Λιένη, πήγινι κεί./// Aμόρ' Χρυσούλα, διάβασι του βιβλίου σ'. [Το αμόρ' ίσως από το αμόρε].

a. Παρατήρηση. Σε αρκετές λέξεις του γλωσικού ιδιώματος Γέρμα Καστοριάς που υπάρχει το συμφωνικό σύμπλεγμα (–κλ–), το λάμδα δεν προφέρεται, αποσιωπάται, π.χ. Πεδικλώνω – πιδικώνου. Κλώστης – κώστς. Κλωτσιά - κουτσιά. Κλώθω – κώθου. Κλώσσα – κώσσα. Κλωνί – κουνί. κ.ά.

b. Σημείωση: Όλες σχεδόν οι προπαρατιθέμενες λέξεις και φράσεις δημοσιεύτηκαν στην Ομάδα FB “Ντοπιολαλιές” και σχολιάστηκαν από αρκετούς αναγνώστες τους. Βλέπε:

c. https://www.facebook.com/groups/340867693341953/)