Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Λαϊκό ιστόρημα απ’ τον Γέρμα Καστοριάς. “Η γυναίκα του αγωγιάτη και ο γείτονας”.



Εισαγωγικό Σημείωμα
Το λαϊκό ιστόρημα που παρουσιάζεται εδώ αναφέρεται σε μια παλιά εποχή της ελληνικής αγροτικής κοινωνίας, τότε που οι ηθικοί κανόνες, ιδίως σε θέματα συζυγικής πίστης και τιμής, ήταν πολύ αυστηροί και η απόκλιση απ’ αυτούς δεν γινόταν ανεκτή. Ο παραβάτης των εν λόγω κανόνων ετιμωρείτο πολύ σκληρά, όπως δηλώνεται και στην (από την) παρουσιαζόμενη «ιστορία». Γ.Τ.Α.

Κατακόκκινες πιρπιρούνες (παπαρούνες)
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποιο χωριό ένας αγωγιάτης με τη γυναίκα του. Ο άντρας αυτός πήγαινε συχνά σε μια κοντινή πόλη για δουλειές και αρκετές νύχτες κοιμόταν εκεί. Όταν συνέβαινε αυτό, η γυναίκα του καλούσε κρυφά στο σπίτι της έναν μόρτη γείτονά της και μαζί “έβγαζαν τα μάτια τους”. Ο αγωγιάτης, όπως συμβαίνει πάντα, πληροφορήθηκε τις ένοχες συναντήσεις της γυναίκας του με τον γείτονα και αποφάσισε να τους παγιδέψει αμφότερους και να τους τιμωρήσει σκληρά. Έτσι λοιπόν, κάποιο πρωινό έφυγε για την πόλη και είπε ότι θα κοιμηθεί εκεί το βράδυ. Όταν το άκουσε αυτό η γυναίκα του, πληροφόρησε σχετικώς τον γείτονά της για τα περαιτέρω. Όμως το ίδιο απόγευμα, ο άντρας της επέστρεψε αναπάντεχα από την πόλη στο σπίτι του και κλειδώθηκε εκεί με τη σύζυγό του.
Ο Γέρμας Καστοριάς,
το χωριό με την πλούσια λαϊκή παράδοση.
.
Ο γείτονας, μόλις νύχτωσε, μη γνωρίζοντας την απρόσμενη επιστροφή τού αγωγιάτη, πήγε κρυφά στο σπίτι τής “ φιλενάδας” του κι άρχισε να “λιανοκαρτσάει την πόρτα” (= να τη σκουντάει ελαφρά, κάνοντάς την να τρίζει), για να του την ανοίξει αυτή και να μπει ο ίδιος μέσα. Τότε η γειτόνισσα τρόμαξε, σκέφτηκε να τον πληροφορήσει με πονηρό τρόπο για την παρουσία του συζύγου της στο σπίτι, και είπε 2 -3 φορές τραγουδιστά - για να μη το καταλάβει ο άντρας της - τα παρακάτω λόγια:
«Άνεμέ μου και καλέ μου, μη λιανοκαρτσάς την πόρτα, γύρισε ο άντρας μου απ’ την πόλη και είναι εδώ».
Ο γείτονας όμως δεν κατάλαβε τι του έλεγε τραγουδώντας η “φιλενάδα” του και συνέχισε να σπρώχνει ελαφρά την πόρτα. Τότε ο αγωγιάτης πήρε ένα ξυράφι, πλησίασε την πόρτα, την άνοιξε λίγο, όσο μια χαραμάδα, και μιμούμενος την ψιλή φωνή τής συζύγου του είπε στον γείτονα: «Βγάλε την “παλιά” σου (σ.σ. η ονομασία του πέους στο Γερμανιώτικο γλωσσικό ιδίωμα) και βάλτην λίγο μέσα από την πόρτα, για να την ιδώ και να την πιάσω». Και πράγματι, ο ανόητος γείτονας την έβαλε μέσα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και γρήγορα ο αγωγιάτης την έκοψε τελείως με το ξυράφι του. Αμέσως ο τραυματισμένος γείτονας άρχισε να σκούζει δυνατά απ’ τον πόνο, έτρεξε στο σπίτι του κι εκεί πέθανε απ’ την αιμορραγία.
Σκληρότατη εικονιστική  σκηνή 
σε ναό της Κρεπενής Καστοριάς (18ος αιών).
Το πρωί της άλλης ημέρας χτύπησε πένθιμα η καμπάνα της εκκλησίας και όλοι οι χωρικοί έμαθαν για τον ξαφνικό θάνατο του γείτονα. Το έμαθε φυσικά και η “φιλενάδα” του, η οποία παρακάλεσε κλαίγοντας το σύζυγό της να τη βοηθήσει να ντυθεί πένθιμα, για να επισκεφθεί το νεκρό. Πράγματι, ο άντρας της τη βοήθησε να ντυθεί και στο τέλος έδεσε στο κεφάλι της το ανάλογο μαύρο μαντήλι, τοποθετώντας όμως σε μία πτυχή του - χωρίς να το καταλάβει αυτή - την κομμένη “παλιά” τού γείτονα. Κατόπιν τη συμβούλεψε να πει το παρακάτω “καινούριο” μοιρολόγι, όταν θα μετέβαινε στο σπίτι του νεκρού:
«Τι είχε ο «μαύρος» (= ο δύστυχος) και πέθανε….
Κοιτάξτε αυτόν στο βρακί κι εμένα στο κεφάλι» (!).
Πήγε λοιπόν η γυναίκα του αγωγιάτη στο σπίτι του πεθαμένου γείτονα και είπε το αναφερόμενο μοιρολόγι. Όταν άκουσαν τα περίεργα λόγια της οι συγγενείς του νεκρού παραξενεύτηκαν πολύ, κοίταξαν στο βρακί του και είδαν την “παλιά” του κομμένη, κοίταξαν και επάνω στο κεφάλι της και την είδαν (την “παλιά”) τοποθετημένη εκεί. Αμέσως κατάλαβαν τι είχε συμβεί, άρπαξαν τα δεκανίκια και τα σκουπόξυλα, και άρχισαν να την κυνηγούν και να τη δέρνουν μέχρι το νερόμυλο. Όταν έφτασαν εκεί την έσπρωξαν μέσα στα καρούτια, όπου βρήκε φριχτό θάνατο. Ο αγωγιάτης, την ώρα που η γυναίκα του ήταν ριγμένη μέσα στα καρούτια του μύλου, σιγομουρμούριζε κι έλεγε:
«Άλεθε μύλε, άλεθε, της κούρβας το κορμάκι»…

Παλιός νερόμυλος του Γέρμα.

Σημείωση. Η καταγραφή του ιστορήματος έγινε από το Γιώργο Τ. Αλεξίου στον Γέρμα Καστοριάς, κατά τον Ιανουάριο του 2014.
Ξυλόγλυπτοι δράκοντες σε τέμπλο του Γέρμα, έτ. 1775.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου