Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Παραμύθι απ' τον Γέρμα Καστοριάς. "Οι τρεις συννυφάδες και ο Γκαβοκαλόγερος".


Οι τρεις συννυφάδες γνέθουν μαλλί στο σπίτι τους.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν και καπού’ταν (: κάπου ήταν) τρία αδέρφια, που ζούσαν με τις γυναίκες τους σε ένα σπίτι. Στο υπόγειο του σπιτιού τους είχαν ένα κελί, στο οποίο φιλοξενούσαν και περιποιούνταν έναν Γκαβοκαλόγερο (= τυφλός ή αμαρτωλός καλόγερος), «για να το βρει η ψυχή τους στην άλλη ζωή».
Κάποτε, τα τρία αδέρφια έφυγαν στην ξενιτιά για να καζαντίσουν και απόμειναν στο σπίτι οι γυναίκες τους και ο Γκαβοκαλόγερος. Οι τρεις συννυφάδες ολημερίς έγνεθαν μαλλί με το αδράχτι τους και ύφαιναν σκουτιά (= μάλλινα ενδύματα) στον αργαλειό τους.
Κάποια μέρα, το αδράχτι της πρώτης (της πιο μεγάλης) συννυφάδας έπεσε από μία τρύπα του πατώματος στο υπόγειο κελί όπου ζούσε ο Γκαβοκαλόγερος, και τότε αυτή το ζήτησε φωνάζοντας:
-          «Φέρε επάνω, Γκαβοκαλόγερε, το αδράχτι μου».
Ο Γκαβοκαλόγερος
Και ο Γκαβοκαλόγερος αποκρίθηκε:
-          «Αν είσαι καλή νοικοκυρά, κατέβα κάτω να το πάρεις».
Και αμέσως η πρώτη συννυφάδα κατέβηκε (…..) και το πήρε.
Την άλλη ημέρα έπεσε στο υπόγειο κελί του Γκαβοκαλόγερου το αδράχτι της δεύτερης συννυφάδας και τότε κι αυτή το ζήτησε λέγοντας:
-          «Φέρε επάνω, Γκαβοκαλόγερε, το αδράχτι μου».
Και ο Γκαβοκαλόγερος αποκρίθηκε:
-            «Αν είσαι καλή νοικοκυρά, κατέβα κάτω να το πάρεις».
Κι αμέσως και η δεύτερη συννυφάδα κατέβηκε (…..) και το πήρε.
Αυτό γινόταν αρκετά συχνά. Έπεφτε το αδράχτι των δύο μεγαλύτερων συννυφάδων στο υπόγειο κελί του Γκαβοκαλόγερου και κατέβαιναν αυτές (…..) και το έπαιρναν.
Κάποια μέρα έπεσε στο υπόγειο και το αδράχτι της τρίτης και μικρότερης συννυφάδας και τότε αυτή φώναξε:
-            «Φέρε επάνω, Γκαβοκαλόγερε, το αδράχτι μου».
Και ο Γκαβοκαλόγερος αποκρίθηκε:
-            «Αν είσαι καλή νοικοκυρά, κατέβα κάτω να το πάρεις».
Και τότε αυτή απάντησε:
-            «Άλλο αδράχτι αγοράζω, Γκαβοκαλόγερε, και στο κελί σου δεν κατεβαίνω!»
Το σπίτι της μικρότερης συννυφάδας στο δάσος.
Όταν οι δύο μεγαλύτερες συννυφάδες άκουσαν την αρμόζουσα απάντηση της μικρότερης στα πονηρά λόγια του Γκαβοκαλόγερου, ταράχτηκαν πολύ, διότι υπέθεσαν, ότι αυτή (η μικρότερη συννυφάδα) θα μιλούσε για τις συχνές και ύποπτες επισκέψεις τους στο υπόγειο κελί του Γκαβοκαλόγερου και θα το μάθαιναν οι άνδρες τους. Για να μη συμβεί αυτό, σκέφτηκαν να πουν στον κόσμο ότι η συννυφάδα τους τρελάθηκε και κατόπιν να την οδηγήσουν σε μία αποθήκη όπου φύλαγαν το κανναβούρι, και να την κλείσουν εκεί χωρίς τροφή για να πεθάνει από ασιτία. Και αυτό έπραξαν.
Μόλις ο ξενιτεμένος σύζυγος τής μικρότερης συννυφάδας πληροφορήθηκε την ασθένειά της επέστρεψε στο σπίτι του και κατόπιν πήγε, μαζί με τις γυναίκες των δύο αδελφών του, στην αποθήκη όπου την είχαν κλεισμένη. Εκεί η νεαρή σύζυγός του, επειδή πεινούσε πολύ, «καρτσάνιζε» (= μασούσε) με τα δόντια της κι έτρωγε σπόρους απ’ το αποθηκευμένο κανναβούρι. Όταν το είδαν αυτό οι δύο κακές συννυφάδες είπαν στον κουνιάδο τους:
-          «Βλέπεις; η γυναίκα σου είναι τρελή και καρτσανίζει ψείρες».
Ο Γέρμας Καστοριάς.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο νεαρός άντρας πείστηκε ότι η γυναίκα του ήταν άρρωστη και αποφάσισε να την εγκαταλείψει σε μια χαράδρα, για να τη φάνε τα άγρια θηρία. Την επόμενη ημέρα λοιπόν, ζήτησε απ’ τη γυναίκα του να ζυμώσει μία «κουλούρα» (= μεγάλο στρόγγυλο ψωμί) και να επισκεφτούν τη μάνα της που ζούσε στο διπλανό χωριό. Στο δρόμο που πηγαίνανε συνάντησαν μια βαθιά και απότομη χαράδρα. Τότε ο άντρας άφησε την κουλούρα να κατρακυλήσει στον πάτο της χαράδρας και είπε στη γυναίκα του να κατέβει να την πάρει. Μόλις αυτή κατέβηκε την παράτησε εκεί και γύρισε στο σπίτι του.
Η νεαρή γυναίκα, όταν έμεινε μόνη στο βάθος της χαράδρας φοβήθηκε πολύ και παρακαλούσε διαρκώς το Θεό να τη σώσει. Το βράδυ την περικύκλωναν τα άγρια θηρία του δάσους για να τη φάνε, αυτή όμως έριχνε σε κάθε θηρίο από ένα κομμάτι της κουλούρας και αυτά το έτρωγαν κι έφευγαν χωρίς να την πειράξουν.
Το άλλο πρωί άρχισε να βρέχει δυνατά, και τότε η γυναίκα για να προφυλαχτεί ακούμπησε το κεφάλι της στη ρίζα ενός δέντρου και είπε: Αχ, Θεέ μου, να είχα εδώ στην ερημιά ένα σπιτάκι για να μείνω. Και το σπιτάκι έγινε στη στιγμή, και μάλιστα με πόρτες, παράθυρα κι έπιπλα που είχαν φωνή και συνομιλούσαν με τη νεαρή νοικοκυρά.
Μετά από λίγο καιρό, ο σύζυγος τής εγκαταλειμμένης γυναίκας θέλησε να πληροφορηθεί την τύχη της και για να το μάθει ντύθηκε κυνηγός και πήγε αγνώριστος στη χαράδρα όπου την είχε παρατήσει. Εκεί βρήκε το σπίτι της και ζήτησε φιλοξενία. Η γυναίκα του τον φιλοξένησε και του διηγήθηκε την πονεμένη ιστορία της. Τότε ο νεαρός άντρας κατάλαβε τι είχε γίνει, της φανέρωσε ποιος ήταν κι επέστρεψαν μαζί κι αγαπημένοι στο σπίτι τους. Εκεί ο άντρας έπιασε αμέσως τις δύο κακές συννυφάδες, τις έδεσε πίσω από το άλογό του και τις έσυρε στους δρόμους του χωριού τους έως ότου σκοτώθηκαν.
Και ύστερα έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.



ΣΗΜΕΙΩΣΗ.  Καταγραφή αφήγησης και επιμέλεια κειμένου:  Γ.Τ.Α.

  Πληροφόρηση: Τα σκίτσα του κειμένου ελήφθησαν απ' το διαδίκτυο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου