Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Γερμανιώτικο παραμύθι. «Το πλαστήρι και το σκουτέλι»



Όμορφη Καστοριανή με φόρεμα στόφα.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποιο χωριό ένα αντρόγυνο. Ο σύζυγος ήταν εργατικός και προκομμένος, ενώ η γυναίκα του ήταν τεμπέλα και ανεπρόκοπη. Τις εργάσιμες ημέρες, που όλες οι γυναίκες του χωριού έγνεθαν μαλλί, έπλεκαν κολόβια και ύφαιναν κι έραβαν ενδύματα, η γυναίκα αυτή δεν δούλευε, αλλά τριγύριζε στις γειτονιές και χασομερούσε στα σοκάκια, και γι’ αυτό είχε στο σπίτι της ένα και μοναδικό φουστάνι, που το φορούσε γιορτές και καθημερινές.
Την παραμονή κάποιας μεγάλης γιορτής, η τεμπέλα γυναίκα είπε στον σύζυγό της να πάει με το άλογό του στο γειτονικό κεφαλοχώρι και να της αγοράσει μια στόφα (: πολυτελές κι επίσημο γυναικείο φόρεμα). Τη στόφα αυτή ήθελε να τη φορέσει και να βγει στο πανηγύρι της επόμενης ημέρας. Πράγματι, ο άντρας της πήγε στο διπλανό κεφαλοχώρι, αλλ’ όμως αντί να της αγοράσει στόφα, προτίμησε να πάρει μια άσπρη χήνα, για να τη μαγειρέψουν και να τη φάνε στο γιορτινό τραπέζι.
Όταν ο σύζυγος επέστρεφε στο χωριό του, η γυναίκα του τον είδε από μακριά και μάλιστα μισοδιέκρινε επάνω στο σαμάρι τού αλόγου του τα άσπρα φτερά της χήνας. Από την ανυπομονησία και τη χαρά της νόμισε ότι επρόκειτο για τη στόφα που αυτή είχε παραγγείλει. Αμέσως τότε έβγαλε από πάνω της το μοναδικό της φόρεμα, κι επειδή το θεώρησε άχρηστο, το πέταξε στον αναμμένο φούρνο κι έμεινε τσίτσιδη. Μόλις ο άντρας της έφτασε στο σπίτι και της πρόσφερε αντί για τη στόφα τη χήνα, ξέσπασε μεγάλος καβγάς…
Ξύλινο σκουτέλι (σκτέλ').
Την άλλη μέρα γινόταν γλέντι στην πλατεία του χωριού και λαλούσαν όργανα. Όταν η τεμπέλα γυναίκα άκουσε τη μουσική πεθύμησε πολύ να χορέψει, αλλά όμως δεν μπορούσε να βγει στην πλατεία, διότι δεν είχε φουστάνι. Στο τέλος δεν κρατήθηκε, κοίταξε αριστερά και δεξιά, είδε στο φούρνο της το πλαστήρι και το σκουτέλι (: ξύλινη ρηχή γαβάθα, πινάκιο), κρέμασε το ένα μπροστά της (το πλαστήρι) και το άλλο πίσω (το σκουτέλι) και πήγε στο χορό. Όταν την είδαν έτσι οι συγχωριανοί της άρχισαν να την περιγελούν και να τη γιουχαΐζουν. Τότε αυτή φώναξε δυνατά: «Πλαστηροφορώ και σκουτελοφορώ και η γη με χαντακώνει (: η γη, ο κόσμος όλος με χλευάζει)» κι επέστρεψε καταντροπιασμένη στο σπίτι της, όπου πήρε τη σωστή απόφαση ν’ αλλάξει τρόπο ζωής και να γίνει πλέον εργατική και χρυσοχέρα. Και αυτό συνέβη.
Από την άλλη μέρα η γυναίκα άρχισε με πολλή όρεξη να γνέθει, να πλέκει και να υφαίνει. Όταν μάλιστα ήθελε να γνέσει στημόνια (: νήματα) μεγάλου μήκους, ανέβαινε με τη ρόκα της στα κεραμίδια του σπιτιού και άφηνε να πέφτουν και να στριφογυρίζουν απ’ εκεί μέχρι το έδαφος το αδράχτι και το σφοντύλι του.
Ο Γέρμας Καστοριάς.

Μερικές φορές που βρισκόταν επάνω στη στέγη του σπιτιού της κι έβλεπε τις γυναίκες του χωριού να χορεύουν στην πλατεία, μονολογούσε κι έλεγε: «Γνέσε αδραχτάκι μου, γνέσε, κι ας χορεύουν στο μεσοχώρι οι γομάρες (: οι τεμπέλες γυναίκες)».
Και από τότε έζησαν αυτοί οι δύο σύζυγοι καλά κι εμείς καλύτερα.

Σημείωση 1η. Η καταγραφή της αφήγησης του παραμυθιού έγινε τον Δεκέμβριο 2013 στον Γέρμα, από τον Γιώργο Τ. Αλεξίου.

Σημείωση 2η. Οι φωτογραφίες ελήφθησαν από το Διαδίκτυο.


Το πλαστήρι.

Γυναίκα γνέθει με το ρόκα της.

Η άσπρη χήνα.

Αδράχτι και σφοντύλι.


Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Λαϊκό Παραμύθι: Ο λύκος, η αλεπού και το κιούπι με το μέλι.



Παραμύθι απ’ τον Γέρμα Καστοριάς

Ο Κυρ-Νικόλας και η Κυρα-Μάρω
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν και κάπου ήταν ένας λύκος που τον έλεγαν Κυρ-Νικόλα και μια αλεπού που την έλεγαν Κυρά-Μάρω. Αυτοί οι δυο παντρεύτηκαν και ζούσαν ευτυχισμένοι σε ένα σπίτι.
Κάποια μέρα ο λύκος και η αλεπού ανέβηκαν σε ένα ψηλό βουνό για να κυνηγήσουν λαγούς. Εκεί βρήκαν ένα μεγάλο κιούπι (: πήλινο δοχείο) που ήταν γεμάτο μέλι. Μόλις ο Κυρ-Νικόλας είδε το μέλι το λιγουρεύτηκε και είπε να το φάνε αμέσως οι δυο τους, όμως η Κυρα–Μάρω, επειδή ήθελε να το φάει όλο μόνη της, πρότεινε να το κρύψουν καλά στους κοντινούς θάμνους και να πηγαίνουν να το τρώνε κατά διαστήματα, όταν θα ήταν πολύ πεινασμένοι, και αυτό έκαναν (το έκρυψαν).
Παράσταση αλεπούς στον Άγιο Νικόλαο Κρεπενής (18ος αι.).
Ένα πρωινό που οι δυο σύζυγοι βρίσκονταν μέσα στο σπίτι τους, η Κυρά-Μάρω ορέχτηκε το μέλι και σκέφτηκε να πάει κρυφά απ’ τον Κυρ-Νικόλα στο μέρος που το είχαν κρύψει και να φάει μόνη της όσο ήθελε. Για να το πετύχει αυτό έκανε το εξής πονηρό τέχνασμα: Φώναξε ξαφνικά και δυνατά δύο φορές «Ορίστε, ορίστε», και όταν ο Κυρ-Νικόλας τη ρώτησε γιατί φωνάζει έτσι, αυτή του απάντησε:
-Η γειτόνισσά μας είναι έξω στην αυλή και με φωνάζει και με παρακαλεί να πάω να βαπτίσω το παιδί της.
Και ο Κυρ-Νικόλας της είπε «πήγαινε».
Αμέσως η αλεπού έτρεξε στο βουνό, βρήκε το κιούπι, έφαγε αρκετό μέλι και κατόπιν γύρισε χορτασμένη στο σπίτι της. Όταν μπήκε μέσα ο κυρ-Νικόλας τη ρώτησε:
-          Πώς ονόμασες το βαπτιστήρι σου, Κυρά-Μάρω;
-            «Αρχιστίνη»! είπε η ετοιμόλογη αλεπού (: επινόησε στη στιγμή αυτό το ανύπαρκτο όνομα επειδή τότε είχε αρχίσει να τρώει το μέλι).
Ύστερα από μερικές ημέρες η αλεπού θέλησε να φάει και πάλι μέλι χωρίς να το μάθει ο κύρ Νικόλας, κι έπραξε τα ίδια:
Το κιούπι με το μέλι.
Φώναξε δυνατά δύο φορές «Ορίστε, ορίστε», και όταν ο Κυρ-Νικόλας τη ρώτησε γιατί φωνάζει έτσι, αυτή του απάντησε:
-          Η γειτόνισσά μας είναι έξω στην αυλή και με παρακαλάει να πάω να βαπτίσω το δεύτερο παιδί της.
Και ο Κυρ-Νικόλας της είπε «πήγαινε».
Αμέσως η αλεπού έτρεξε στο βουνό, βρήκε το κιούπι, έφαγε αρκετό μέλι και κατόπιν γύρισε ευχαριστημένη στο σπίτι της. Όταν μπήκε μέσα ο κυρ-Νικόλας τη ρώτησε:
-          Ποιο όνομα έδωσες στο παιδί που βάπτισες, Κυρά-Μάρω;
-            «Μεσηστίνη»! είπε η αλεπού, επειδή τότε είχε φάει το μέλι που βρισκόταν έως τη μέση του δοχείου.
Αφού πέρασαν μερικές ημέρες, η αλεπού πεθύμησε να φάει ξανά μέλι, χωρίς και πάλι  να το μάθει ο λύκος, κι έπραξε για τρίτη φορά τα ίδια:
Φώναξε δυνατά δύο φορές «Ορίστε, ορίστε», και όταν ο Κυρ-Νικόλας τη ρώτησε γιατί φωνάζει έτσι, αυτή του απάντησε:
-          Η γειτόνισσά μας είναι έξω στην αυλή και με παρακαλάει να πάω να βαπτίσω το τρίτο παιδί της.
Και ο Κυρ-Νικόλας της είπε «πήγαινε».
Αμέσως η αλεπού έτρεξε στο βουνό, βρήκε το κιούπι, έφαγε όλο το μέλι του και κατόπιν γύρισε χαρούμενη στο σπίτι της. Εκεί ο κυρ-Νικόλας τη ρώτησε:
-          Πώς ονόμασες το παιδί που βάπτισες, Κυρά-Μάρω;
-            «Φαγοστίνη»! είπε η αλεπού, επειδή τότε είχε φάει όλο το μέλι που βρισκόταν μέσα στο κρυμμένο δοχείο.
Μετά από αρκετό καιρό, ο λύκος πήγε στο μέρος όπου ήταν κρυμμένο το κιούπι με το μέλι, κοίταξε στο εσωτερικό του και το είδε εντελώς άδειο. Αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί, γύρισε θυμωμένος στο σπίτι του και κατηγόρησε την αλεπού, ότι αυτή είχε φάει στα κρυφά όλο το μέλι. Η πονηρή αλεπού φυσικά διαμαρτυρήθηκε, αντέστρεψε την κατηγορία και είπε στο λύκο ότι εκείνος είχε κάνει τη ζημιά. Στο τέλος, επειδή δεν τα έβρισκαν, η αλεπού πρότεινε να κοπρίσει ο καθένας τους επάνω σε μια ανεστραμμένη κεραμίδα και όποιου τα κόπρανα θα είχαν κίτρινο χρώμα αυτός θα ήταν ο ένοχος. Και αυτό έκαναν. Πριν όμως εξετάσουν τα κόπρανά τους, η αλεπού σήκωσε το πόδι της προς το αντικρινό βουνό και είπε στον λύκο:
-            Ιιιι! κοίταξε σ’ εκείνο το βουνό, κατεβαίνει μια νύφη.
Αμέσως ο αφελής λύκος γύρισε την κεφάλα του για να δει την ανύπαρκτη νύφη και τότε η πονηρή αλεπού με μια γρήγορη κίνηση αντάλλαξε τη θέση των δύο κεραμίδων. Έτσι, η κεραμίδα με τα κίτρινα κόπρανα της αλεπούς βρέθηκε στη μεριά του Λύκου. Βλέποντας ο λύκος την «μαρτυριάρικη» κεραμίδα στο μέρος του, εννόησε τη ζαβολιάρικη πράξη τής αλεπούς, θύμωσε πολύ και άρχισε να την κυνηγάει. Η Κυρα-Μάρω για να γλυτώσει έτρεξε προς την όχθη ενός κοντινού ποταμού, όπου υπήρχαν πολλά δέντρα με ρίζες. Εκεί ο λύκος την πρόφθασε και την άρπαξε απ’ το πόδι. Τότε η παμπόνηρη αλεπού φώναξε:
Λύκος και δορκάδα σε τέμπλο ναού της Καστοριάς, (17ος αιών;).
-          «Άφησε «γάϊδαρε» (= αδιάντροπε) τη ρίζα και πιάσε το ποδάρι».
Ανάγλυφη παράσταση λύκου σε τέμπλο ναού
της Καστοριάς, (17ος αιών;).



Όταν άκουσε ο λύκος αυτά τα παράξενα λόγια της αλεπούς σάστισε, συγχύστηκε, μπερδεύτηκε, άφησε το πόδι της κι έπιασε μια ρίζα. Ελεύθερη πλέον η αλεπού απ’ την αρπάγη του λύκου, του έδωσε από πίσω μια γερή σπρωξιά και τον πέταξε μέσα στο ποτάμι, όπου αυτός γρήγορα πνίγηκε.
Και από τότε έζησε η αλεπού καλά κι εμείς καλύτερα.

Το παραμύθι κατέγραψε στον Γέρμα, τον Δεκέμβριο του 2013, ο Γιώργος Τ. Αλεξίου.

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Παραμύθι απ' τον Γέρμα Καστοριάς. "Οι τρεις συννυφάδες και ο Γκαβοκαλόγερος".


Οι τρεις συννυφάδες γνέθουν μαλλί στο σπίτι τους.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν και καπού’ταν (: κάπου ήταν) τρία αδέρφια, που ζούσαν με τις γυναίκες τους σε ένα σπίτι. Στο υπόγειο του σπιτιού τους είχαν ένα κελί, στο οποίο φιλοξενούσαν και περιποιούνταν έναν Γκαβοκαλόγερο (= τυφλός ή αμαρτωλός καλόγερος), «για να το βρει η ψυχή τους στην άλλη ζωή».
Κάποτε, τα τρία αδέρφια έφυγαν στην ξενιτιά για να καζαντίσουν και απόμειναν στο σπίτι οι γυναίκες τους και ο Γκαβοκαλόγερος. Οι τρεις συννυφάδες ολημερίς έγνεθαν μαλλί με το αδράχτι τους και ύφαιναν σκουτιά (= μάλλινα ενδύματα) στον αργαλειό τους.
Κάποια μέρα, το αδράχτι της πρώτης (της πιο μεγάλης) συννυφάδας έπεσε από μία τρύπα του πατώματος στο υπόγειο κελί όπου ζούσε ο Γκαβοκαλόγερος, και τότε αυτή το ζήτησε φωνάζοντας:
-          «Φέρε επάνω, Γκαβοκαλόγερε, το αδράχτι μου».
Ο Γκαβοκαλόγερος
Και ο Γκαβοκαλόγερος αποκρίθηκε:
-          «Αν είσαι καλή νοικοκυρά, κατέβα κάτω να το πάρεις».
Και αμέσως η πρώτη συννυφάδα κατέβηκε (…..) και το πήρε.
Την άλλη ημέρα έπεσε στο υπόγειο κελί του Γκαβοκαλόγερου το αδράχτι της δεύτερης συννυφάδας και τότε κι αυτή το ζήτησε λέγοντας:
-          «Φέρε επάνω, Γκαβοκαλόγερε, το αδράχτι μου».
Και ο Γκαβοκαλόγερος αποκρίθηκε:
-            «Αν είσαι καλή νοικοκυρά, κατέβα κάτω να το πάρεις».
Κι αμέσως και η δεύτερη συννυφάδα κατέβηκε (…..) και το πήρε.
Αυτό γινόταν αρκετά συχνά. Έπεφτε το αδράχτι των δύο μεγαλύτερων συννυφάδων στο υπόγειο κελί του Γκαβοκαλόγερου και κατέβαιναν αυτές (…..) και το έπαιρναν.
Κάποια μέρα έπεσε στο υπόγειο και το αδράχτι της τρίτης και μικρότερης συννυφάδας και τότε αυτή φώναξε:
-            «Φέρε επάνω, Γκαβοκαλόγερε, το αδράχτι μου».
Και ο Γκαβοκαλόγερος αποκρίθηκε:
-            «Αν είσαι καλή νοικοκυρά, κατέβα κάτω να το πάρεις».
Και τότε αυτή απάντησε:
-            «Άλλο αδράχτι αγοράζω, Γκαβοκαλόγερε, και στο κελί σου δεν κατεβαίνω!»
Το σπίτι της μικρότερης συννυφάδας στο δάσος.
Όταν οι δύο μεγαλύτερες συννυφάδες άκουσαν την αρμόζουσα απάντηση της μικρότερης στα πονηρά λόγια του Γκαβοκαλόγερου, ταράχτηκαν πολύ, διότι υπέθεσαν, ότι αυτή (η μικρότερη συννυφάδα) θα μιλούσε για τις συχνές και ύποπτες επισκέψεις τους στο υπόγειο κελί του Γκαβοκαλόγερου και θα το μάθαιναν οι άνδρες τους. Για να μη συμβεί αυτό, σκέφτηκαν να πουν στον κόσμο ότι η συννυφάδα τους τρελάθηκε και κατόπιν να την οδηγήσουν σε μία αποθήκη όπου φύλαγαν το κανναβούρι, και να την κλείσουν εκεί χωρίς τροφή για να πεθάνει από ασιτία. Και αυτό έπραξαν.
Μόλις ο ξενιτεμένος σύζυγος τής μικρότερης συννυφάδας πληροφορήθηκε την ασθένειά της επέστρεψε στο σπίτι του και κατόπιν πήγε, μαζί με τις γυναίκες των δύο αδελφών του, στην αποθήκη όπου την είχαν κλεισμένη. Εκεί η νεαρή σύζυγός του, επειδή πεινούσε πολύ, «καρτσάνιζε» (= μασούσε) με τα δόντια της κι έτρωγε σπόρους απ’ το αποθηκευμένο κανναβούρι. Όταν το είδαν αυτό οι δύο κακές συννυφάδες είπαν στον κουνιάδο τους:
-          «Βλέπεις; η γυναίκα σου είναι τρελή και καρτσανίζει ψείρες».
Ο Γέρμας Καστοριάς.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο νεαρός άντρας πείστηκε ότι η γυναίκα του ήταν άρρωστη και αποφάσισε να την εγκαταλείψει σε μια χαράδρα, για να τη φάνε τα άγρια θηρία. Την επόμενη ημέρα λοιπόν, ζήτησε απ’ τη γυναίκα του να ζυμώσει μία «κουλούρα» (= μεγάλο στρόγγυλο ψωμί) και να επισκεφτούν τη μάνα της που ζούσε στο διπλανό χωριό. Στο δρόμο που πηγαίνανε συνάντησαν μια βαθιά και απότομη χαράδρα. Τότε ο άντρας άφησε την κουλούρα να κατρακυλήσει στον πάτο της χαράδρας και είπε στη γυναίκα του να κατέβει να την πάρει. Μόλις αυτή κατέβηκε την παράτησε εκεί και γύρισε στο σπίτι του.
Η νεαρή γυναίκα, όταν έμεινε μόνη στο βάθος της χαράδρας φοβήθηκε πολύ και παρακαλούσε διαρκώς το Θεό να τη σώσει. Το βράδυ την περικύκλωναν τα άγρια θηρία του δάσους για να τη φάνε, αυτή όμως έριχνε σε κάθε θηρίο από ένα κομμάτι της κουλούρας και αυτά το έτρωγαν κι έφευγαν χωρίς να την πειράξουν.
Το άλλο πρωί άρχισε να βρέχει δυνατά, και τότε η γυναίκα για να προφυλαχτεί ακούμπησε το κεφάλι της στη ρίζα ενός δέντρου και είπε: Αχ, Θεέ μου, να είχα εδώ στην ερημιά ένα σπιτάκι για να μείνω. Και το σπιτάκι έγινε στη στιγμή, και μάλιστα με πόρτες, παράθυρα κι έπιπλα που είχαν φωνή και συνομιλούσαν με τη νεαρή νοικοκυρά.
Μετά από λίγο καιρό, ο σύζυγος τής εγκαταλειμμένης γυναίκας θέλησε να πληροφορηθεί την τύχη της και για να το μάθει ντύθηκε κυνηγός και πήγε αγνώριστος στη χαράδρα όπου την είχε παρατήσει. Εκεί βρήκε το σπίτι της και ζήτησε φιλοξενία. Η γυναίκα του τον φιλοξένησε και του διηγήθηκε την πονεμένη ιστορία της. Τότε ο νεαρός άντρας κατάλαβε τι είχε γίνει, της φανέρωσε ποιος ήταν κι επέστρεψαν μαζί κι αγαπημένοι στο σπίτι τους. Εκεί ο άντρας έπιασε αμέσως τις δύο κακές συννυφάδες, τις έδεσε πίσω από το άλογό του και τις έσυρε στους δρόμους του χωριού τους έως ότου σκοτώθηκαν.
Και ύστερα έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.



ΣΗΜΕΙΩΣΗ.  Καταγραφή αφήγησης και επιμέλεια κειμένου:  Γ.Τ.Α.

  Πληροφόρηση: Τα σκίτσα του κειμένου ελήφθησαν απ' το διαδίκτυο.