Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Λαϊκές παροιμίες και παροιμιώδεις λέξεις και φράσεις απ’ τον Γέρμα Καστοριάς. Καταγραφή του αείμνηστου Γυμνασιάρχη και συγγραφέα Χρίστου Γεωργίου (1889 - 1972.). 3η δημοσίευση.

   
Η προτομή του μακεδονομάχου Καπετάν Γέρμα.
Παρακάτω παρουσιάζονται 15 παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις που είναι καταγραμμένες μαζί (και) με αρκετές άλλες στο σπουδαίο βιβλίο του αείμνηστου Γερμανιώτη Φιλόλογου Χρίστου Γεωργίου, που φέρει τον τίτλο «Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, έκδ. Ε.Μ.Σ, Θεσσαλονίκη 1962». Ο δάσκαλος Γιώργος Αλεξίου τις εντόπισε, τις αντέγραψε και τις παρουσιάζει εδώ. Προσεχώς θα παρουσιάσει και τις υπόλοιπες (σ.σ. έως τώρα έχουν δημοσιευτεί στο παρόν Ιστολόγιο 35 παροιμίες).


1)      «Η γειά μι κάμ κι χαίρουμι, η γειά κι καμαρώνου» (=η υγεία με κάμνει και χαίρομαι η υγεία – ενν. με κάμνει - και καμαρώνω): απόφθεγμα σε 15 σύλλαβο στίχο. (σελ. 41-42),

2)      «Κάθι άνθρουπους μι του χούι τ, μι του ιδίουμα τ » (=Κάθε άνθρωπος με το φυσικό του, με τη συνήθειά του). (σελ. 72).

3)      «Τι τουν μέλ’; καβάλα τόχ΄» (= τι τον μέλει; τακτοποίησε τις δουλειές του, οι δουλειές του πηγαίνουν πρίμα). (σελ. 74).

Το όμορφο χωριό "Ο Γέρμας" Καστοριάς.
4)      «Μι τ’ αρνιά κουρεύιται» (= με μικρούς συναναστρέφεται, ενώ είναι μεγάλος, ηλικιωμένος). (σελ. 103).

5)      «Παντρεύκα, κουρεύκα» (= παντρεύτηκα, κουρεύτηκα): τάχατε παντρεύτηκα κι εγώ, δηλαδή ητύχησα στον γάμο μου, ας πούμε πως παντρεύτηκα κι εγώ (σελ. 103).

6)      «Η νγκουκυρά κουσμίζ του σπίτ » (= η νοικοκυρά στολίζει, ομορφαίνει το σπίτι). (σελ. 104).

7)      «Σι ξένουν κώλου σαράντα δακανίκια, στουν θκο μ κάν καένα» (= στον ξένο τον κώλο – ας πέσουν - σαράντα ραβδισμοί με μπαστούνι, στον δικόν μου τον κώλο κανένας ραβδισμός): Παροιμία που λέγεται για έναν, που απαιτεί από τους άλλους πολλά, ενώ αυτός αποφεύγει τα βάρη και τις υποχρεώσεις (σελ. 109).

8)      « Όπ κουπριά κι ισύ μαντάρα» (= Όπου κοπριά κι εσύ μανιτάρι): Παροιμία που λέγεται για έναν που αναμειγνύεται μόνος του παντού). (σελ. 121).

Το διδακτήριο του Δημ. Σχολείου Γέρμα.
Το σχολείο σήμερα δεν λειτουργεί.
9)      «Θύμουσιν κι μαράζ γιαννιώτκου» (=θύμωσε και μαράζι γιαννιώτικο): Δηλαδή, του είπες λόγια πειραχτικά, άσχημα και θύμωσε, αλλά δεν με μέλει που θύμωσε, δεν το λαμβάνω αυτό υπ’ όψι. (σελ. 121).

10)   «Του μισιακό του γουμάρ του τρώει ου λύκους» (= το γαϊδούρι που το εξουσιάζουν δύο το τρώει ο λύκος): Παροιμία που φανερώνει, πως ένα πράμα κοινό παραμελείται και φθείρεται. (σελ. 127).

11)   «Του πήρα στα μπόσ’κα του χουσμέτ» (= την πήρα επιπόλαια τη δουλειά) (σελ. 136).

12)   «Δω μ Θέ μ, - ταράξ να σι δώσου» (= δώσε με Θεέ μου, - ταράξου, κουνήσου να σε δώσω. Γνωμ πρβλ. αρχ «συν Αθηνά και χείρα κίνει» (σελ. 244).

13)   «Κατά του πάπλουμα κι τα πουδάρια» (= κατά το πάπλωμα και τα ποδάρια): Παροιμία που δηλοί, πως πρέπει να κάμνει κανένας κάτι ανάλογο με τις οικονομικές του δυνάμεις. (σελ. 170).

14)   «Να μη παραδίντς καμιά φουρά» (=καμιά φορά να μη προφέρεις, να μη βάζεις στο στόμα σου το όνομα Διάβολος). (σελ. 171).

15)   «κι τ΄αδιρφού μ του τσκάλ΄ να βράζ, μα κι του θκο μ να μη σιγάει» (= και του αδελφού μου το τουκάλι να βράζει, αλλά και το δικό μου να μη παύει καθόλου, ενν. να βράζει): Παροιμία που δηλοί, πως πρέπει κανένας να κοιτάζει πρώτα τις δικές του τις δουλειές κι ύστερα του αδελφού, του συγγενή του (σελ. 208).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου