Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Προσφωνήσεις προσώπων στον Γέρμα του παλιού καιρού.

Καταγραφή Χρίστου Γεωργίου (+ 1972).

Έργο της Αντιγόνης Κ. Αλεξίου.
Το σχεδίασε το έτος 1995,
όντας μαθήτρια της Α΄ τάξης Δημ. Σχολείου
Αυτός (= ο σύζυγός μου). Προ ετών – τώρα σπάνια λέγεται - γυναίκες νεοπαντρεμένες, όταν ήθελαν ν’ αναφέρουν το σύζυγό τους, έλεγαν “αυτός” και όχι “ου άντραζ μ” ή “ου Νκόλας” π.χ. (σελ. 30).

Αφέντς (= αρχ. αυθέντης). Για τιμή με τη λέξη “αφέντς“ προσαγορεύουν τους παπάδες, οι νύφες τους πεθερούς κι άλλους ηλικιωμένους συγγενείς του συζύγου (σελ. 30).

Κυράκου (Κυράκω). “Κυράκου” χάριν τιμής λέγουν οι νέες γυναίκες άλλες συγγενείς τους ή και ξένες πιο ηλικιωμένες. Η νύφη π.χ. την πεθερά θα την προσαγορεύσει “μάννα’, όπως και άλλες γυναίκες, αλλά άλλες κάπως νεότερες θα τις προσαγορεύσει με το “κυράκου” (σελ. 109).

Μπάμπου (= γιαγιά, γριά) (σελ. 133).

Μπάρμπας (= θείος). Xάριν τιμής “μπάρμπα” λέγουν και έναν ξένον ηλικιωμένον άντρα.

Νιάνια (= θεία). Xάριν τιμής “νιάνια” λέγουν και μια ξένη ηλικιωμένη γυναίκα (σελ. 141).

Νταής (= Θείος). “Νταής” τιμής ένεκεν λέγεται και περί άλλου, ουχί θείου και συγγενούς, προβεβηκότος την ηλικίαν (σελ. 143).

Τσιούπου (τσιούπω) = κορίτσι, κόρη, κοπέλα.(σελ. 264).


{Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό Ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, εκδ. Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκη 1966}.




Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Χαρακτηριστικός διάλογος δύο παλαιών Γερμανιωτών.


Καταγραφή Χρίστου Γεωργίου (+1972).

Θέμα: τ’ αδέρφχια πρέπ ν’ αγαπχιούντι.

-      Ιμείς πουλύ αγαπχιούμαστι,·ισείς δεν αγαπχιέστι τόσου, όσου ιμείς.·Ν’ αγαπχιέστι πρέπ, είστ(ι) αδέρφχια,·τ’ αδέρφχια πρέπ ν’ αγαπχιούντι.
-      Τότι αγαπχιούμασταν πουλύ, τώρα τα χάλασάμι.
-      Ξέρου, π’ αγαπχιέσασταν, μα τώρα σας γλέπου να μη τάχιτι καλά. Γιατί μαλλώντι; δεν κάμτι καλά νάστι μαλλουμέν, πρέπ ν’ αγαπθήτι (ή: ν’ αγαπήστι).
-      Ιγώ θέλου ν’ αγαπθώ (ή: ν’ αγαπήσου) μ' αυτόν, μ δέ θέλ' αυτός. Πού ν’ αγαπθείς (ή: ν’ αγαπήης), μ' αυτόν! δέ μι χουνέβ καν.
-      Ν’ αγαπήστι τώρα,- κόμα μαλλουμέν θα νάστι;


(Απ’ το βιβλίο του, Το Γλωσσικό Ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, εκδ. Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 415).

Γερμανιώτικη οικία, οικογένειας Αλεξίου,
έτ. 1841 ή 1851.

Ο Γέρμας, άποψη απ' το βουνό της Αϊ-Τριάδας.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Επιστολή του Γερμανιώτη δασκάλου Γεωργίου Κ. Παπαϊωάννου, έτους 1922.

Ο αείμνηστος δάσκαλος
Γιώργος Κ. Παπαϊωάννου.
Η κ. Άσπα Ι. Παπαϊωάννου, κάτοικος Θεσσαλονίκης, που είναι εγγονή του αείμνηστου Γερμανιώτη δασκάλου Γεώργιου Κ. Παπαΐωάννου (Τσιανάκα), μας κοινοποίησε μια συγκινητική επιστολή του, την οποία είχε στείλει αυτός στον πατέρα του Κώτια το έτος 1922 από την Προύσα, όπου βρισκόταν αιχμάλωτος των Τούρκων μαζί με άλλους στρατιώτες συγχωριανούς μας. Το κείμενο της εν λόγω επιστολής έχει ως ακολούθως.

Προύσα τη 29 Σεπτεμβρίου 1922.
Σεβαστέ μου πάτερ και θείοι,
ευρίσκομαι αιχμάλωτος εις Προύσσαν και περνώ καλά.
Εδώ ευρίσκονται και οι εξής πατριώται:
Μίσιος Δημήτριος, Τσιόγκας Δημήτριος, Σανάτσιος Αριστείδης, Σανάτσιος Κωνσταντίνος και Πέλκας Γεώργιος. Περνάμε καλά.
Τα σέβη μου δίδετε παρακαλώ εις όλους τους οικείους μας και συγγενείς μας.
Εις άλλην επιστολήν περισσότερα.

Μετά σεβασμού
Γεώργιος Κ. Παπαϊωάννου


Σημείωση: Ο Σύλλογος Γερμανιωτών Καστοριάς ευχαριστεί την αγαπητή κ. Άσπα Ι. Παπαϊωάννου για την κοινοποίηση αυτής της ενδιαφέρουσας επιστολής του αείμνηστου παππού της Γεώργιου Κ. Παπαϊωάνου.
Η παρουσιαζόμενη επιστολή.


Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Ταχτάρισμα απ’ τον Γέρμα Καστοριάς.

Ο Γέρμας Καστοριάς.
(Ταχταρίζω: κουνώ πάνω κάτω βρέφος που κρατώ στα χέρια μου για να το καθησυχάσω ή να το διασκεδάσω).
Στον Γέρμα Καστοριάς παλαιότερα, πριν την δεκαετία του 1950, η μητέρα που είχε νεογέννητο παιδί (βρέφος), όταν ήθελε να το ηρεμήσει ή να το ψυχαγωγήσει το έπαιρνε με τρυφερότητα και το κρατούσε όρθιο στην αγκαλιά της. Κατόπιν άνοιγε τη δεξιά της παλάμη - σπιθαμή και μετρούσε - τη μετακινούσε 5 φορές απ’ τα ποδαράκια του μέχρι το λαιμό του, λέγοντας ταυτόχρονα το παρακάτω ταχτάρισμα:
-Που θα πας Μπότσαρη (sic);
-θα πάω στον Γιωργάκη (: έλεγε το όνομα του βρέφους).
-Τι χαλεύεις στον Γιωργάκη;
-Να με δώσει πάπα – τύτι (: ψωμί και τυρί), να τον κάνω γκίτι – γκίτι.
Όταν η μητέρα του παιδιού έλεγε το ‘’γκίτι-γκίτι’’ γαργαλούσε παράλληλα το λαιμό και τα
μάγουλά του και αμέσως αυτό ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
Την ώρα που συνέβαιναν αυτά τα ευχάριστα, κάποιο απ’ τα μεγαλύτερα αδερφάκια τού βρέφους, ηλικίας 3-4 ετών, ζήλευε, αναζητούσε κι αυτό ανάλογα χαϊδολογήματα και έπεφτε στην αγκαλιά τής παρευρισκόμενης γιαγιάς του. Τότε αυτή το φιλούσε, το κανάκευε και του έλεγε τραγουδιστά το εξής ταχτάρισμα:
Μικρό παιδί δεν είχαμε τον πούρτσιο (= τράγο) χόρευάμε,
τον πούρτσιο χόρευάμε,
τον πούρτσιο, τον παλιόπουρτσιο,
τον τράγο με τα γένια,
τον τράγο με τα γένια.

 
Βελανιδιά στον Γέρμα.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Ο «Κατσιομούλαρος». Λαϊκό ιστόρημα από τον Γέρμα Καστοριάς.

Ένας τωρινός "κατσιομούλαρος" στον Γέρμα.
Εισαγωγικό σημείωμα.

Οι Γερμανιώτες της παλαιάς εποχής, του 15ου μέχρι και του 18ου αιώνα, κατοικούσαν σε μικρά και φτωχικά σπίτια. Τα σπίτια αυτά αποτελούνταν, στην πλειονότητα τους, από μια στενόμακρη αίθουσα, που ήταν χωρισμένη με ¨τσιατμά¨ (: ξύλινο τοιχίο) σε δυο μέρη, τα οποία επικοινωνούσαν μεταξύ τους από ένα ενδιάμεσο άνοιγμα. Το πρώτο απ΄ αυτά τα μέρη, το μπροστινό, είχε ένα τζάκι και 2-3 μικρά παράθυρα, και μέσα του κατοικούσαν οι άνθρωποι, ενώ το άλλο είχε μερικά παχνιά και σταβλίζονταν σ΄ αυτό τα μεγάλα ζώα τού σπιτιού, όπως το άλογο, το μουλάρι, το βόδι, και το γαϊδουράκι. Τ’ αναφερόμενα παράθυρα δεν είχαν τζάμια και καλύπτονταν μόνο με βαριά παραθυρόφυλλα, που ήταν φτιαγμένα με χοντρές σανίδες. Οι σανίδες αυτές είχαν διάκενα μεταξύ τους (: χαραμάδες) και γι’ αυτό οι διαβάτες που διέρχονταν την νύχτα έξω απ’ τα σπίτια μπορούσαν εύκολα να ιδούν τι συνέβαινε στο εσωτερικό τους. Αυτή η δυνατότητα και η συχνή αδιακρισία των περαστικών ανθρώπων ανησυχούσαν όλους τους χωρικούς και ιδιαίτερα τους γονείς που είχαν ‘’κορίτσια της παντρειάς’’. Οι γονείς αυτοί συμβούλευαν τις θυγατέρες τους να προσέχουν την συμπεριφορά τους μέσα στο σπίτι κατά τις νυχτερινές ώρες, διότι έξω απ’ τα παράθυρα τους παραμόνευαν οι εργένηδες του χωριού και αν έβλεπαν κάποια ανάρμοστη πράξη τους δεν θα τις παντρεύονταν. Συνάμα τους έλεγαν την παροιμία «οι τοίχοι έχουν αυτιά και τα παράθυρα μάτια» και τους διηγούνταν την ακόλουθη διδακτική ιστορία.

Το ιστόρημα «Ο κατσιομούλαρος» (: ίσως το κακό ή το κουτσό μουλάρι).
Ζούσαν κάποτε σε ένα φτωχικό σπίτι του Γέρμα δυο ορφανές αδερφές ηλικίας 20 - 25 ετών, που “δεν αγαπούσαν πολύ την καθαριότητα”, και γι’ αυτό δεν τις έπαιρναν (παντρεύονταν) οι άντρες του χωριού. Κάποια ημέρα όμως, ένας ενθουσιώδης νεαρός αγνόησε αυτό το κουσούρι των δύο αδελφών και αποφάσισε να παντρευτεί την μεγαλύτερη. Πριν τη ζητήσει όμως σε γάμο σκέφτηκε να πάει την νύχτα έξω από το σπίτι των δύο νεαρών γυναικών και να παρατηρήσει τι έκαναν αυτές μέσα στο δωμάτιο τους. Πράγματι, πλησίασε αθόρυβα ένα παράθυρό του, κοίταξε μέσα απ’ τις χαραμάδες του και είδε να υπάρχει στο τζάκι ένα τσουκάλι με φασόλια που έβραζαν. Είδε επίσης σε κάποια στιγμή την μικρότερη από τις αδελφές να πηγαίνει στο τζάκι και να προσπαθεί να βγάλει και να φάει φασόλια απ’ το τσουκάλι. Όμως, αντί για φασόλια έβγαζε και ρουφούσε συνεχώς μόνο το ζουμί τους και γι’ αυτό είπε στην αδελφή της:
-Αμορ’ αδερφή (= αμόρε, αγαπημένη), πολύ νερό έριξες σήμερα μέσα στον τσούκαλο που βράζουν τα φασόλια, ρουφώ - ρουφώ το ζουμί τους και δεν τελειώνει.
-Όχι, μωρ’ τσιούπω (= κόρη), απάντησε η μεγάλη αδελφή, λίγο νερό έριξα. Μάλλον θα ήρθε ο κατσιομούλαρος και θα κατσιομουλάρισε (= ούρησε) μέσα στον τσούκαλο.
-Αυτό θα έγινε, είπε η μικρότερη κοπέλα, και συνέχισε να ρουφάει το ζουμί απ’ το τσουκάλι.
Μόλις τα είδε και τα άκουσε αυτά ο υποψήφιος γαμπρός έφυγε τρέχοντας και φυσικά άλλαξε γνώμη και δεν παντρεύτηκε την κοπέλα που ήθελε. Κι έτσι οι δυο αδελφές που ‘’δεν αγαπούσαν πολύ την καθαριότητα’’ και δεν πρόσεχαν την συμπεριφορά τους μέσα στο σπίτι έμειναν ανύπαντρες σε όλη τους την ζωή.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Την παλαιά εποχή, πριν τη δεκαετία του 1950, όταν κάποιος Γερμανιώτης ήθελε να δημιουργήσει εύθυμη ατμόσφαιρα κατά την ώρα του φαγητού της οικογένειάς του, τσίγκλιζε (: πείραζε) την γυναίκα του λέγοντας με προσποιητή αφέλεια τα εξής: «Γυναίκα, μήπως ο κατσιομούλαρος;…» κι αμέσως τότε αυτή ‘’άναβε’’, αγανακτούσε και διαμαρτυρόταν έντονα για την υποτιθέμενη ‘’μεγάλη προσβολή’’.

Το αγροτόσπιτο του αείμνηστου Κώτσιου Τσαχτσίρα
στο βουνό Πάσχος του Γέρμα. Στο ισόγειό του
μαντρώνονταν τα αιγοπρόβατα.


Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Παροιμιώδεις φράσεις απ’ τον Γέρμα Καστοριάς


1.         Ο άνθρωπος το χάνει (το μυαλό του) εμ (: και) από χαρά, εμ από στενοχώρια.
2.         Ο ήλιος και το φεγγάρι ήταν αδέλφια, ο ήλιος όμως βγαίνει την ημέρα και το φεγγάρι τη νύχτα. (εννοείται, επειδή μάλωναν).
3.         Να τουρκέψω, αλλά να γίνω Αλή -Πασάς.
4.         Αυτός που έχει την αρνίθα (:κότα)) τρώει το αβγό (ενν. όχι αυτός που έχει τον πετεινό).
5.         Όταν πηγαίνω στη δουλειά μ’ κοιμούμαι ήσυχος το βραδ΄, κι όταν πηγαίνω στο παζαρ’ (: στην αγορά) είμαι λίγο άνθρωπος το βραδ’.
6.         Η γυναίκα σου να σε ξέρει από τη μέση και κάτω και όχι από τη μέση και πάνω.
7.         Οι συννυφάδες αν είχαν τσούρα (: πέος) θα «πλακώνονταν» (: συνουσιάζονταν) μεταξύ τους.
8.         Στο πλύσιμο βγαίνουν όλα (θέλει να πει, πως όταν έρχεται το τέλος του ανθρώπου αξιολογείται η ζωή του).
9.         Άμα χτυπάς τη γυναίκα σου, χτυπάς το κεφάλι σου.
10.      Αν ήταν καλή η δουλειά θα δούλευε και ο Δεσπότης (ενν. που κάνει μόνο καλές πράξεις).
11.      Το ποτάμι δεν κατεβάζει κάθε μέρα κούτσουρα.
12.      Αν έχεις παιδιά (είναι) βάσανο, κι αν δεν έχεις πάλι βάσανο.
13.      Με ξένη τσούρα (: πέος) γαμπρός γίνεσαι (;).
14.      Ήταν να χαλάσουν δυο σπίτια, χάλασαν ένα (λέγεται όταν παντρεύονται μεταξύ τους δύο ιδιόρρυθμοι άνθρωποι).
15.      Μικρά παιδιά μικρά βάσανα, τρανά παιδιά τρανά βάσανα.
16.      Δουλειά δεν είχε κάποιος τα «τσουκάλια» του (:τα αιδοία του) ζύγιζε, τα ζύγιζε τα ξεζύγιζε τόσα ήταν.
17.      Να σε φυλάγει ο Θεός από παλιό ζουτλάρ’ (: ζητιάνο) και καινούργιο νοικοκύρη.


(Καταγραφή Γ.Α.)

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Διάλογος μεταξύ δύο γυναικών του Γέρμα της παλαιάς εποχής

Ο Γέρμας Καστοριάς
(Καταγραφή του αείμνηστου Γυμνασιάρχου Χρίστου Γεωργίου)

Ου θκόζ μ ου πατέρας δέν νι σαν dou(v) θκός, που ξουδέβ όσα βγάν (= ο δικός μου ο πατέρας δεν είναι σαν το δικό σου, που ξοδεύει όσα κερδίζει).
Μαύρη κούνα ς, του(ν) θκό μ τουν bατέρα θα κατηγουρήης ισύ, που… ή : b δεν έεις μάτχ'α, να τουν (γ)ιδείς (=ταλαίπωρη, τον δικό μου τον πατέρα θα κατηγορήσεις εσύ, που δεν έχεις μάτια να τον ιδείς).
—Σι τί, μου, ο Θκός ς είνι καλύτιρους που τουν θκό μ; Σώπα, σώπα, να μη σ' αρχίσου κι.... (=Σε τί, μωρή, ο δικός σου είναι καλύτερος από το δικό μου; Σώπα, σώπα, να μη σε αρχίσω και...)


(Από το βιβλίο του, Το Γλωσσικό Ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, εκδ. Ε.Μ.Σ., Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 380)

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Βαπτιστικά ονόματα και τα υποκοριστικά τους στον Γέρμα Καστοριάς.

(Καταγραφή του αείμνηστου Φιλολόγου Χρίστου Γεωργίου).

Κουσταντίνους (=Κωνσταντίνος), υποκ. Κώτιας, Κουτούλας, Ντίνας, Ντίνης, Κώτσιους, Κουστάκ'ς, Ντούλλ'τς

Λένη (=Ελένη), υποκ. Λένου, Λένκου, Ίλινήτσα

Ματή (=Μαλαματή), υποκ. Ματέκου, Τέκου, Μάτηου, Ματηούλλους.

Γιώρς (=Γεώργιος), Γιώγας, Γιώργους, υποκ. Γιουργούλλ'τς, Γιουργάκ'ς, Λιώλιας, Γούλλ'τς, σύζ. Γούλλινα, Γούσιας, σύζ. Γούσινα.

Δμήτρς (=Δημήτριος), υποκ. Δημητράκ'ς, Τάκις, Τάκας, Μήτας, Μήτρους, Μήτσιους, Τούσιους, Μπίτιους, σύζ. Τούσ'ινα, Μπήτιινα

Θανάις (=Αθανάσιος), υποκ. Νάσιους, Νάτσιους, Τσούλας, Κάτσιους, σύζ. Θανάσινα, Νάσ'ινα, Νάτσ'ινα, Τσούλινα, Κάτσ'ινα.

Νκόλας (=Νικόλαος), υποκ Κόιας, Κουλούσιας, Νίκους, Κόλτσης, σύζ. Κόλτσινα.


(Από το βιβλίο του, Το Γλωσσικό Ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, εκδ. Ε.Μ.Σ., Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 355-357)